Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (φιλολογικό ψευδώνυμο-αναγραμματισμός του επωνύμου της, το πραγματικό της όνομα ήταν Marguerite Ghislaine Cleenewerck de Crayencour), γεννήθηκε στις Βρυξέλλες, στις 8 Ιουνίου του 1903. Η μητέρα της που ήταν βελγίδα πέθανε δέκα ημέρες μετά τον τοκετό. Ο πατέρας της, Γάλλος αξιωματικός, τη μεγάλωσε στη Λιλ, όπου βρισκόταν ο πατρογονικός πύργος του, με ρομαντικές ιστορίες και ταξίδια. Μορφώθηκε κατ΄ οίκον με έμφαση στις ξένες γλώσσες, ζωντανές και νεκρές, όπως τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Ο πατέρας της πέθανε το 1929, την ίδια χρονιά εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα, ο "Αλέξης". Ταξίδεψε στη Μαύρη Θάλασσα, το 1935, με συντροφιά τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Τότε γράφτηκαν οι λυρικές "Φωτιές" (1936) και τα "Διηγήματα της Ανατολής" (1939). Γνωστή και η συνεργασία της με τον Κ. Θ. Δημαρά, το 1939, με αφορμή την ποίηση του Καβάφη που πρώτη αυτή έκανε γνωστό στη Γαλλία με τις μεταφράσεις της και το σχετικό δοκίμιό της. Το 1939 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Το 1947, πήρε την αμερικανική υπηκοότητα, που έμελλε να της προκαλέσει αρκετά προβλήματα στη Γαλλία. Τρία χρόνια αργότερα, αγόρασε και σπίτι σε νησάκι της Πολιτείας του Μέιν, το νησί των "Έρημων Λόφων" (Μάουντ Ντέζερτ). Μεγάλο μέρος της ζωής της η Γουρσενάρ συνέζησε με τη σύντροφο, μεταφράστρια και γραμματέα της Γκρέις Φρικ. Το 1951 εξέδωσε το έργο της "Αδριανού Απομνημονεύματα" με τεράστια εμπορική και κριτική αποδοχή αφού το είχε δουλέψει επί πολλά χρόνια μελετώντας σε βιβλιοθήκες και επισκεπτόμενη πολλά από τα μέρη όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Άλλωστε το έργο της Γιουρσενάρ είναι συνυφασμένο με την ελληνική, ανθρωπιστική αντίληψη. Στα 1968 η "Άβυσσος" ("L΄Oeuvre au noir") θα κερδίσει παμψηφεί το βραβείο Femina. Τέλος "Ο λαβύρινθος του κόσμου Ι: Ευλαβικές αναμνήσεις" (1974), "Ο λαβύρινθος του κόσμου ΙΙ: Αρχεία του Βορρά" (1977) και "Ο λαβύρινθος του κόσμου ΙΙΙ: Τι; Η αιωνιότητα" (1988) συγκροτούν το τρίπτυχο, στο οποίο η συγγραφέας ανακαλεί τις μνήμες της οικογένειάς της και των δικών της παιδικών χρόνων. Το 1980 η Γαλλική Ακαδημία αποφάσισε να σπάσει την παράδοση 345 ετών και να δεχτεί ανάμεσα στους σαράντα "αθανάτους" και μια γυναίκα. Άλλα σημαντικά βιβλία της είναι: "Ο οβολός του ονείρου" (1934), "Χαριστική βολή" (1939), "Ποιος δεν έχει τον Μινώταυρό του;" (1963), "Το στεφάνι και η λύρα" (ανθολογία, 1979), "Μισίμα ή το Όραμα του κενού" (1981), "Σαν το νερό που κυλάει" (1982), "Η σμίλη του χρόνου" (1982). Η Γιουρσενάρ πέθανε στο νησί Μάουντ Ντέζερτ των ΗΠΑ, στις 17 Δεκεμβρίου 1987, σε ηλικία 84 ετών, από εγκεφαλικό επεισόδιο.
Ο Αυστρογερμανός ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926) γεννήθηκε στην Πράγα από πατέρα πρώην στρατιωτικό και μητέρα μια κοσμική γυναίκα, από πλούσια οικογένεια βιομηχάνων, κόρη αυτοκρατορικού συμβούλου. Ως παιδί και έφηβος δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχισμένος. Η παιδεία του ήταν ανοργάνωτη και αποσπασματική. Αρχικά ακολουθεί στρατιωτική εκπαίδευση, όμως αδυνατεί να προσαρμοστεί και τελικά λόγω εύθραυστης κράσης την εγκαταλείπει. Εισάγεται στην Εμπορική Σχολή του Λίντς, άλλα μετά από έναν χρόνο επιστρέφει στην Πράγα και συγκεντρώνεται στις σπουδές του το 1895 εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου και διδάσκεται λογοτεχνία, ιστορία της τέχνης, φιλοσοφία και για ένα εξάμηνο νομικά. Συνεχίζει τις σπουδές του σε Μόναχο και Βερολίνο. Ταξιδεύει ακατάπαυστα σε όλη την Ευρώπη. Καρπός των επισκέψεων του στη Ρωσία, που θα αποτελέσουν ορόσημο στη ζωή του, είναι το "Ωρολόγιον" (1905). Το 1901 παντρεύεται τη γλύπτρια Κλάρα Βέστχοφ και την ίδια χρονιά γεννιέται η κόρη τους. Εγκαθίσταται στο Παρίσι, το γεωγραφικό και καλλιτεχνικό του επίκεντρο για δώδεκα περίπου χρόνια, όπου συνδέεται στενά με τον Ροντέν και εξελίσσει ένα νέο ύφος ακραίας γλωσσικής και λυρικής εκλέπτυνσης, το όποιο αντανακλάται στα "Νέα Ποιήματα" (1907- 1908) και τις "Αναμνήσεις τον Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε" (1910). Περιέρχεται σε δημιουργική κρίση και βαθύτατη κατάθλιψη έως το 1922, όποτε εν μέσω δημιουργικού παροξυσμού ολοκληρώνει τις "Ελεγείες του Ντουίνο" (1923), που συνέλαβε σε μια στιγμή διαύγειας το 1912 στην Ιταλία, ενώ συνθέτει σε διάστημα λίγων μόλις ημερών τα "Σονέτα στον Ορφέα" (1923), εμπνευσμένα από τον θάνατο ενός νεαρού κοριτσιού· τα δύο αυτά έργα θα θεωρηθούν τα ποιητικά του αριστουργήματα και θα του χαρίσουν διεθνή φήμη. Ο Ρίλκε έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Μυζό, κοντά στη λίμνη της Γενεύης, στην κοιλάδα του Ροδανού, και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1926 στο σανατόριο του Βαλμόν στην Ελβετία από λευχαιμία. Σύμφωνα με τον θρύλο ο Ρίλκε ασθένησε όταν αγκυλώθηκε από το αγκάθι ενός ρόδου καθώς φρόντιζε τον κήπο του.
Δείτε όλα τα βιβλία του συγγραφέα