Στο έργο του Ακριθάκη, ιστορίες που ξεκινούν απ' τις σελίδες των τετραδίων, σημειωματάριων και ημερολογίων του μεταφέρονται στο χαρτί, τον καμβά, τον «μικρό τύπο» και το βιβλίο. Η εμπλοκή του καλλιτέχνη στο μέτωπο των εκδόσεων είναι εμπρόθετη κι εξακολουθητική: οι Τρεις Ιστορίες (Πολύπλανο, 1975), Ο Τοξάκιας (Αμοργός, 1980) και Ο Κροκόδειλος (Άγρα, 1990), συνοδεύονται από artist’s books, εκτός εμπορίου χειροποίητα «βιβλία» προοριζόμενα για 3-5 φίλους του κάθε φορά, και από δεκάδες εικονογραφήσεις και συμμετοχές σε τεύχη μερικών από τα σημαντικότερα περιοδικά λόγου και τέχνης της χώρας. Η οικειοποίηση της φόρμας της «ιστορίας» και η εκδοτική δραστηριότητα συγκροτούν ένα σημαντικό κομμάτι της εικαστικής πρακτικής και πορείας του. Η επανακυκλοφορία αυτού του μικρού «μουσείου τσέπης» συμπίπτει με τη μεγάλη αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στον καλλιτέχνη που παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη, προσφέροντας στο κοινό την ευκαιρία να αποκτήσει ένα δείγμα μιας αυτόνομης εκδοτικής δημιουργίας του Ακριθάκη. Ο Κροκόδειλος δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο, αλλά ένα αυτοτελές εικαστικό ταξίδι. Μια δεκασέλιδη ιστορία μόνο σε εικόνες προς αποκρυπτογράφηση. Σχέδια με μαύρο μαρκαδόρο αφηγούνται το ταξίδι και τις συναντήσεις του κροκόδειλου: ένα λεωφορείο, ο ήλιος, ένας κάκτος, ένα καράβι, μια χελώνα, τα άστρα, ένα πουλί, μια ατμομηχανή… Πού τρέχει ο κροκόδειλος; Μέσα από την καθαρότητα της γραμμής και το αναγνωρίσιμο ιδίωμα του Ακριθάκη, ο αναγνώστης καλείται να ακολουθήσει την περιπλάνηση ενός μοναχικού ήρωα σε έναν κόσμο γεμάτο σύμβολα, φαντασία και ελευθερία. Το έργο αποτυπώνει την ουσία της τέχνης του: την αέναη κίνηση, το ταξίδι και την αφήγηση που δεν χρειάζεται λέξεις.
Ο Αλέξης Ακριθάκης (1939-1994) γεννήθηκε στην Αθήνα. Το 1955 αποβλήθηκε "δια παντός" από το σχολείο, ως ταραξίας, και την επόμενη χρονιά γνωρίστηκε με τον φιλόσοφο Γιώργο Μακρή, που αναγνώρισε το ταλέντο του και τον ενθάρρυνε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Έγκατέλειψε την Αθήνα για το Παρίσι, όπου έζησε μεταξύ 1957 και 1960 σαν μποέμ, γνωρίζοντας σημαντικά πρόσωπα της εποχής του. Έκανε τις πρώτες ατομικές του εκθέσεις στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, μεταξύ 1965 και 1966. Το 1968 κερδίζει μια υποτροφία του γερμανικού κράτους (D.A.A.D.) και φεύγει για το Βερολίνο, όπου θα παραμείνει και μετά το τέλος των σπουδών του, το 1970, μοιράζοντας το χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και τη Γερμανία. Το 1984 επέστρεψε οριστικά και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Πραγματοποίησε ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Βερολίνο, Αμβούργο, Μόναχο, Τορίνο, Γενεύη) και συμμετείχε σε σημαντικές ομαδικές παρουσιάσεις στην Ευρώπη. Ασχολήθηκε, επίσης, με την εικονογράφηση βιβλίων, τη σκηνογραφία και το design. Πέθανε στις 19 Σεπτεμβρίου 1994. Το 1997 πραγματοποιήθηκε μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου του στην Εθνική Πικακοθήκη, και το 1998 στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
(φωτογραφία: Νίκη Μαραγκού, 1968)