Ένα σαθρό επισκοπικό μέγαρο στην αλλοτινή Φλάνδρα. Σ` όλη τη διάρκεια αυτής της τραγωδίας θα το περιζώνει, επίμονα, η χλαλοή ενός αόρατου κι απειλητικού πλήθους.
Στο βάθος μια πλατιά δίφυλλη πόρτα, την οποία πλαισιώνουν κολόνες που στηρίζουν ένα αέτωμα και στην οποία οδηγούν μερικά σκαλοπάτια. Αριστερά υπάρχει μια οξυκόρυφη πόρτα και πιο μπροστά μια στενή και χαμηλή έξοδος. Δεξιά ένα μεγάλο τζαμωτό παράθυρο που βλέπει στην πλατεία κι απ` όπου μπαίνει το αρρωστιάρικο φως ενός καλοκαιριάτικου σούρουπου που προμηνύει καταιγίδα.
Στους τοίχους τάπητες (tapisseries) κουρελιασμένοι, και πιο ψηλά πορτραίτα ιεραρχών. Χαμηλά, πλάι στους τοίχους, σωροί από αλλόκοτα αντικείμενα: είδωλα, ήλιος, μάσκες μάγων, παρδαλοί διάβολοι, τοτέμ, πάσσαλοι και εργαλεία βασανιστηρίων. Μπροστά όμως έχει στηθεί ένα βαρύ τραπέζι, σκεπασμένο με πορφυρό βελούδο, κατάφορτο με ασημικά και κρύσταλλα που δίνουν μια αίσθηση χλιδής.
Δημοσιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, επιφυλλιδογράφος. Γεννήθηκε στην Αθήνα και φοίτησε στη Σχολή Μπερζάν (Πρότυπο Λύκειο Αθηνών), όπου και εξέδιδε το περιοδικό "Νεανική Φωνή". Σπούδασε ψυχολογία και κινηματογράφο στο Παρίσι (1948-1954) και εργάστηκε στο γαλλικό ραδιόφωνο έως το 1958, οπότε και επιστρέφει στην Ελλάδα. Για μια εικοσαετία (1958-1975) έχει έντονη δράση στον ημερήσιο, εβδομαδιαίο και μηνιαίο τύπο, ως κριτικός κινηματογράφου (Βήμα, 1958-74), κριτικός θεάτρου (Ταχυδρόμος, 1961-67), επιφυλλιδογράφος (Βήμα, 1971-67). Μετά το 1975 αποσύρεται από την ενεργό δημοσιογραφία και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας. Εκεί δημιούργησε ευρύ κύκλο πολιτιστικών και πολιτισμικών εκδηλώσεων και επιμελήθηκε τις αντίστοιχες εκδόσεις. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ), των Φίλων του Μουσείου Ελληνικών Οργάνων και της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Έχει μεταφράσει πάνω από 30 θεατρικά έργα, καθώς και ποιήματα.