Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Ανθολογία ελληνικού διηγήματος του 20ού αιώνα

Offer
Μια ανθολογία ελληνικού διηγήματος του εικοστού αιώνα είναι, εκ των πραγμάτων, ένα εγχείρημα συνολικού χαρακτήρα. Οφείλει να αποτυπώνει μέσα από κατασταλαγμένες μορφές τόσο τις περιπέτειες της γραφής όσο και της γλώσσας αλλά και της χώρας που ανέδειξε τους επιλεγμένους διηγηματογράφους. Όσο απαραίτητοι είναι σε μια ανθολογία οι δημιουργοί-αγκωνάρια, οι δημιουργοί που σʼ αυτούς αναφερόμαστε αυθόρμητα, σχεδόν χωρίς σκέψη, άλλο τόσο ενδυναμώνουν την ανθολογία αυτή οι δημιουργοί ήσσονος σημασίας. Οι συγγραφείς δηλαδή που αποτυπώνουν «στιγμές» και «εικόνες» ταπεινές και φαινομενικά ασήμαντες, που συχνά ξεφεύγουν από τον χείμαρρο των καταστάσεων που αναδεικνύουν τα κορυφαία μεγέθη. Και στη μία και στην άλλη περίσταση πρόκειται για δημιουργούς που η ιστορία της λογοτεχνίας έχει ήδη κατακυρώσει. Γιατί μια ανθολογία που φιλοδοξεί να περικλείσει έναν αιώνα δεν είναι δυνατόν να αναφέρεται σε πειραματικές, ανιχνευτικές τάσεις, αλλά μονάχα σε ό,τι έχει ήδη καταξιώσει ο χρόνος και η μνήμη.



Σημείωση: Ανθολογούνται επίσης οι: Νίκος Νικολαΐδης, Γιάγκος Πιερίδης, Γαλάτεια Σαράντη, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Γιάννης Σκαρίμπας, Τατιάνα Σταύρου, Γιάννης Γ. Σφακιανάκης, Περικλής Σφυρίδης, Κώστας Ταχτσής, Στρατής Τσίρκας, Καίη Τσιτσέλη, Μάριος Χάκκας, Πέτρος Χάρης

25χ18 εκ., 486 σελίδες
Δέσιμο: Σκληρό εξώφυλλο
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.300 8 (Νεοελληνική πεζογραφία - Διήγημα - Συλλογές )
Άλλα πρόσωπα: Αθανάσιος Αλεξανδρίδης
ISBN: 978-960-03-4384-7
ISBN (10ψήφιο): 960-03-4384-5
Βάρος: 1.404 κιλά
Εκδότης: Καστανιώτη
Έτος Κυκλοφορίας: 2009
Γράψε τη δική σου κριτική
37.28
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

27.59
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Αλαβέρας, Τηλέμαχος
Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας (30 Σεπτεμβρίου 1926 - 30 Ιουνίου 2007) γεννήθηκε το 1926 στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινή Βουλγαρία). Το επόμενο έτος η οικογένειά του μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, πόλη την οποία έμελλε να μην εγκαταλείψει ποτέ. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1947 με διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1952 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων "Τα αγρίμια του άλλου δάσους", η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη από την κριτική. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου έγραψε μεταξύ άλλων: "Ο νέος πεζογράφος ξέρει πώς να συμπεριφέρεται απέναντι στα αλλεπάλληλα κύματα των αναμνήσεών του, ξέρει τι καλύτερο να κρατήσει απ΄ όσα του προσκομίζει η μνήμη του". Το 1955 ιδρύεται το λογοτεχνικό περιοδικό "Νέα Πορεία", το οποίο, παράλληλα με τη συγγραφική δουλειά του, αναδείχθηκε σε έργο ζωής, με υπεύθυνο έκδοσης τον ίδιο ως το θάνατό του. Για τη "Νέα Πορεία" τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Πέτρου Χάρη, το 2006, γεγονός που χαιρέτισε σύσσωμη η πνευματική Βόρειος Ελλάδα (μεταξύ άλλων ο Πρόδρομος Μάρκογλου, ο Μάρκος Μέσκος, ο Μάκης Τρικούκης, κ.ά.) Την ίδρυση της "Νέας Πορείας" ακολούθησαν τα βιβλία: "Το ρολόγι", μυθιστόρημα, 1957, "Το μισό του φεγγαριού", διηγήματα, 1960, "Το σημερινό συγγραφικό πρόβλημα", δοκίμιο, 1961, "Οδοστρωτήρας", μυθιστόρημα, 1963, "Διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης", μελέτη, 1970, "Οι άλλοι", θεατρικό, 1971, κ.ά. Από το σύνολο των βιβλίων του Τηλέμαχου Αλαβέρα, δύο τιμήθηκαν με κρατικά βραβεία -η συλλογή διηγημάτων "Απ΄ αφορμή", 1976, και το ταξιδιωτικό χρονικό "Σ΄ ευθεία γραμμή (Ταξίδι στην Πολωνία)", 1990- και ένα με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών -τα διηγήματα "Γωνίες και όψεις", 1985. Τον Ιούνιο του 2007 πρόλαβε να τιμηθεί με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Είχε διατελέσει μέλος σε πολλά συμβούλια και επιτροπές γύρω από πνευματικά και καλλιτεχνικά θέματα, ενώ έκανε ομιλίες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τη λοιπή Ελλάδα. Το 1962 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της οποίας κατείχε τη γενική γραμματεία έως το 1980 οπότε και εκλέχθηκε πρόεδρος, θέση που διατήρησε μέχρι το τέλος. Παντρεμένος με την ποιήτρια Ρούλα Αλαβέρα, απέκτησαν μαζί δύο παιδιά. Πεζογραφήματά του μεταφράστηκαν στα ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, βουλγαρικά, σουηδικά, σερβικά, πολωνικά. (φωτογραφία: Κώστας Μητρόπουλος, 2001)

Αλεξανδρόπουλος, Μήτσος
Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008). Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε στην Αμαλιάδα. Παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και τα χρόνια του εμφυλίου κατέφυγε ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Από τη Ρουμανία πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας δημοσιεύοντας κείμενα στα ελληνικά και τα ρώσικα, μπήκε στον κύκλο των ελλήνων λογοτεχνών που ζούσαν στην ίδια χώρα (Τάκης Αδάμος, Κώστας Μπέσης, Έλλη Αλεξίου, Απόστολος Σπήλιος κ.α.) και έγινε γνωστός και στον ελλαδικό χώρο. Το 1959 η Έλλη Αλεξίου συμπεριέλαβε το διήγημα του Αλεξανδρόπουλου "Η νύχτα των Θεοφανίων" στην ανθολογία πεζογραφίας της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης, που επιμελήθηκε με ανάθεση της Ακαδημίας του Βερολίνου. Στη Σοβιετική Ένωση ο Αλεξανδρόπουλος σπούδασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Μόσχας και στράφηκε με ενδιαφέρον στη συντήρηση αγιογραφιών και στη μελέτη της ρωσικής λογοτεχνίας και λαϊκής παράδοσης. Εκεί παντρεύτηκε τη μελετήτρια της ελληνικής λογοτεχνίας Σόνια Ιλίνσκαγια. Μαζί της γύρισε στην Ελλάδα το 1975 και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό αντιστασιακού διηγήματος της "Επιθεώρησης Τέχνης" (1963 για τους "Κορυσχάδες"), με τα διεθνή λογοτεχνικά βραβεία Τολστόι (1978) και Γκόρκι (1979), για τις μελέτες και μεταφράσεις του από τη ρωσική λογοτεχνία, με το πρώτο βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας (1981, για "Το ψωμί και το βιβλίο: ο Γκόρκι"), το βραβείο Τουμανιάν (1985 για το "Οι Αρμένηδες: ταξίδι στη χώρα τους και την ιστορία τους"), το μετάλλιο Πούσκιν (2007) και το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του (2001). Πέθανε στην Αθήνα τη Δευτέρα 19 Μαΐου 2008, μετά από μάχη με τον καρκίνο. Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος τοποθετείται στους έλληνες συγγραφείς της μεταπολεμικής περιόδου. Η γραφή του κινείται στα πλαίσια του ποιητικού ρεαλισμού με στοιχεία πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού και επιρροές από τη ρωσική λογοτεχνία του δεύτερου μισού του δεκάτου ενάτου αιώνα και από ευρωπαίους συγγραφείς του μεσοπολέμου όπως ο Φραντς Κάφκα και ο Τζέημς Τζόυς. Σημαντικό μέρος του έργου του αποτελούν επίσης οι λογοτεχνικές μεταφράσεις και οι βιογραφίες του για ρώσους συγγραφείς όπως οι Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Άντον Τσέχωφ, Μαξίμ Γκόρκι, Νικολάι Γκόγκολ, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Όσιπ Μάντελσταμ, κ.ά. Με αφορμή τον θάνατό του, η Εταιρεία Συγγραφέων εξέδωσε ανακοίνωση, στην οποία αναφέρεται στον "ακαταπόνητο άνθρωπο των γραμμάτων, που εισέφερε σημαντικά σε όλα τα επιμέρους είδη της πεζογραφίας με διηγήματα, μυθιστορήματα, βιογραφίες, και για μισό περίπου αιώνα αποτέλεσε έναν μοναδικό κόμβο μεταξύ της σύγχρονης ελληνικής και της ρωσικής λογοτεχνίας...". Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου βλ. Κεντρωτής Γιώργος, "Μήτσος Αλεξανδρόπουλος", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του ΄40 ως τη δικτατορία του ΄67", τ. Β΄, σ.98-110, Αθήνα, Σοκόλης, 1988 και χ.σ., "Αλεξανδρόπουλος Μήτσος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 1, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Αλεξίου, Έλλη
ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ (1894-1988) Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, κόρη του εκδότη Στυλιανού Αλεξίου και της Ειρήνης Ζαχαριάδη. Είχε τρία μεγαλύτερα αδέρφια, τη Γαλάτεια, το Ραδάμανθυ και το Λευτέρη. Φοίτησε στο Σχολαρχείο του Ηρακλείου. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Θέρισσου ο πατέρας της συνελήφθη και φυλακίστηκε για συνεργασία με τους επαναστάτες. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε η μητέρα της από αποπληξία. Το 1910 αποφοίτησε από το Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Ηρακλείου και ένα χρόνο αργότερα επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, όπου μπήκε στο λογοτεχνικό κύκλο της Δεξαμενής και γνωρίστηκε με λογοτέχνες όπως οι Καρκαβίτσας, Βλαχογιάννης, Θεοτόκης, Τραυλαντώνης, Κονδυλάκης, Αυγέρης, Βάρναλης. Ο τελευταίος τη ζήτησε σε γάμο και ο πατέρας της δέχτηκε με αναβολή τεσσάρων χρόνων. Το 1913 μετά από απόφαση της κρητικής Πολιτείας εξετάστηκε από την Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία και αναγνωρίστηκε ως Διπλωματούχος. Το 1914 διορίστηκε στο Γ΄ Χριστιανικό Γυμνάσιο της Αγίας Παρασκευής στο Ηράκλειο και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στο Πρότυπο Διδασκαλείο της πόλης. Το 1919 έγινε διπλωματούχος του Institut Superieur dʼ Etudes Francaises και διορίστηκε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Ηρακλείου. Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε στη Δεξαμενή με το Βάσο Δασκαλάκη, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1920 στο Παρίσι. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας της από καρκίνο. Το 1925 αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Το 1928 γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. και το 1934 πήρε μέρος στην ίδρυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Δυο χρόνια αργότερα συνελήφθη από την Ειδική Ασφάλεια της δικτατορίας της τετάρτης Αυγούστου και ανακρίθηκε. Το 1938 χώρισε με τον Δασκαλάκη. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έζησε μόνη στην Καλλιθέα και έδρασε στα πλαίσια του Ε.Α.Μ. Το 1945 ταξίδεψε στο Παρίσι με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και γνωρίστηκε με γάλλους λογοτέχνες όπως οι Λουί Αραγκόν και Πωλ Ελυάρ. Το 1948 πήρε μέρος στο πρώτο συνέδριο διανουουμένων του Βρότσλαβ και διορίστηκε εκπαιδευτική σύμβουλος από την Επιτροπή Βοηθείας Παιδιού και ένα χρόνο αργότερα στο πρώτο συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι. Το 1949 αυτοεξορίστηκε στη Ρουμανία και πήρε μέρος στο δεύτερο συνέδριο ειρήνης. Συμμετείχε επίσης στη Συνδιάσκεψη για την Εκπαίδευση στη Βιέννη (1952), στο πρώτο παγκόσμιο συνέδριο δημοκρατικών γυναικών στην Κοπεγχάγη (1953), στη Λογοτεχνική Συνδιάσκεψη του Βερολίνου (1957). Το 1952 επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση μετά από πρόσκληση της κυβερνήσεως και το 1961 πήρε μέρος στις γιορτές για τον ουκρανό ποιητή Ταράς Γ. Σεφτσένκο στην ίδια χώρα. Από το 1962 συγκατοίκησε με τον Μάρκο Αυγέρη στην Αθήνα. Το 1965 επανέκτησε την ελληνική ιθαγένεια και το 1966 συνελήφθη για παραπεμπτικό βούλευμα που είχε εκδοθεί εναντίον της το 1952. Αθωώθηκε πανηγυρικά. Συνέχισε την πολυποίκιλη λογοτεχνική, εκπαιδευτική και πολιτική της δράση κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και μετά τη μεταπολίτευση έδωσε πολλές διαλέξεις σε πολλές ελληνικές πόλεις. Πέθανε στην Αθήνα. Η Έλλη Αλεξίου πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας το 1923 με τη δημοσίευση του διηγήματος Φραντζέσκος στο περιοδικό Φιλική Εταιρεία. Κατά τη διάρκεια της ζωής της ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο, την επιστήμη της Παιδαγωγικής, τη λογοτεχνική μετάφραση, το παιδικό βιβλίο και άλλους τομείς του γραπτού λόγου, αφήνοντας μεγάλο σε έκταση έργο. Η πεζογραφία της αποτυπώνει έμμεσα τον προβληματισμό της για την κοινωνική δικαιοσύνη, όπως αυτός διαμορφώθηκε και μέσα από την πολιτική της ιδεολογία και κινείται στα πλαίσια της ρεαλιστικής γραφής, με έντονη ωστόσο την παρουσία του προσωπικής συναισθηματικής εμπλοκής και του ψυχογραφικού στοιχείου. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Έλλης Αλεξίου, βλ. Παπαγεωργίου Κώστας, «Έλλη Αλεξίου», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Β΄, σ.168-217. Αθήνα, Σοκόλης, 1992, Σιμόπουλος Ηλίας, «Δασκαλάκη Έλλη», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Φωσκαρίνης Θ., «Βιογραφία» (Έλλης Αλεξίου), Έλλη Αλεξίου · Μικρό αφι

Αμπατζόγλου, Πέτρος
ΠΕΤΡΟΣ ΑΜΠΑΤΖΟΓΛΟΥ (1931-2004). Ο Πέτρος Αμπατζόγλου γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από το Κέρκαγατς της Μικράς Ασίας από τον πατέρα του και από την Κωνσταντινούπολη από την μητέρα του. Τα πρώτα οχτώ χρόνια της ζωής του τα πέρασε με την οικογένειά του στο Νέο Ηράκλειο και το 1939 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο κέντρο της Αθήνας, όπου ο πατέρας ασχολήθηκε με διαφόρων ειδών επιχειρήσεις (κέντρο διασκέδασης, θέατρο, αργυροχρυσοχοείο), όλες χωρίς επιτυχία και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής άνοιξε μεταφραστικό και δακτυλογραφικό γραφείο. Ο Αμπατζόγλου κινδύνεψε κατά την περίοδο αυτή να πεθάνει από αβιταμίνωση. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο το 1950 και διορίστηκε μετά από διαγωνισμό στην Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών - Πειραιώς, από όπου συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα λόγω της αδύναμης υγείας του το 1966. Το 1964 παντρεύτηκε την αρχιτέκτονα Καίτη Παπανικολάου. Ασχολήθηκε επίσης με τη σύνταξη κειμένων στη διαφημιστική εταιρεία Έργον και μετά τη συνταξιοδότησή του έφυγε με τη γυναίκα του για το Λονδίνο, όπου πέρασε από τότε μεγάλο μέρος της ζωής του. Το 1969 πήρε χορηγία από το ίδρυμα Φορντ και το 1973 επισκέφτηκε πανεπιστήμια των Η.Π.Α. με υποτροφία του Διεθνούς Προγράμματος Συγγραφέων του Πανεπιστημίου της Αϊόβα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ʼ60 από τις σελίδες της Νέας Εστίας και το 1962 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων "Με το Μινώταυρο" και στράφηκε αποκλειστικά στην πεζογραφία με εξαίρεση κάποιες μεταφραστικές απόπειρες σε περιοδικά. Το 1964 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο για το έργο του "Ισορροπία τρόμου". Ο Πέτρος Αμπατζόγλου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του είναι η απόλυτη κυριαρχία του φαντασιακού στοιχείου και του συνειρμού, σε βαθμό που καταλύει τόσο τις παραδοσιακές αφηγηματικές δομές όσο και την όποια χωροχρονική συνοχή στην εξέλιξη του μύθου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πέτρου Αμπατζόγλου βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Αμπατζόγλου Πέτρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968, και Ζήρας Αλέξης, «Πέτρος Αμπατζόγλου», στο συλλογικό έργο «Η μεταπολεμική πεζογραφία · από τον πόλεμο του ΄40 ως τη δικτατορία του ΄67», Β΄, σ.184-199, Αθήνα, Σοκόλης, 1988. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών γεννημένων από το 19ο αιώνα έως το 1935, Ε.ΚΕ.ΒΙ.). (Φωτό: Μαριλένα Σταφυλίδου)

Αξιώτη, Μέλπω
ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ (1905-1973) Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε στην Αθήνα, κόρη του μυκονιάτη μουσικοσυνθέτη και τεχνοκριτικού Γεωργίου Αξιώτη (που χρημάτισε και Πρόεδρος της Κοινότητας Μυκόνου για έξι μήνες το 1915) και της αριστοκράτισσας Καλλιόπης Βάβαρη. Οι γονείς της χώρισαν το 1908 και η Μέλπω μεγάλωσε στη Μύκονο με τον πατέρα της, ο οποίος τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε την Μαρουλίνα Γρυπάρη, κόρη του πολιτικού Ιωάννη Γρυπάρη, με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, τον Πανάγο και τη Φρόσω. Το 1910 η μητέρα της παντρεύτηκε το Δημήτριο Ποσειδώνα. Στη Μύκονο η Μέλπω μεγάλωσε χωρίς μητέρα στο αυστηρό περιβάλλον της οικογένειας Αξιώτη και τέλειωσε το Σχολαρχείο. Από το 1918 ως το 1922 μπήκε εσωτερική στη Σχολή Ουρσουλίνων της Τήνου. Το 1922 κατέβηκε στην Αθήνα και έζησε μαζί με τη μητέρα της και την ετεροθαλή αδερφή της Χαρούλα. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε ο πατέρας της, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Αθήνα. Το 1925 παντρεύτηκε το θεολόγο και δάσκαλό της Βασίλη Μάρκαρη με τον οποίο έφυγε για τη Μύκονο. Ο γάμος τους κράτησε τέσσερα χρόνια. Μετά το διαζύγιο επέστρεψε στην Αθήνα όπου προσπάθησε να ζήσει ξανά με τη μητέρα της. Οι δυσκολίες στη σχέση τους ωστόσο την οδήγησαν σε συνεχείς μετακομίσεις. Το 1934 άνοιξε οίκο ραπτικής από κοινού με τη Βέτα Τσιτιμάτη. Η επιχείρηση λειτούργησε για ένα χρόνο, ενώ παράλληλα και ως το 1936 η Αξιώτη παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Το 1936 προσχώρησε στο Κ.Κ.Ε., εγκαινιάζοντας τη δια βίου πολιτική της προσχώρηση στην Αριστερά. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με το δικηγόρο Νίκο Αλεξίου με τον οποίο συνδέθηκε ερωτικά. Το 1933 πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη δημοσίευση του διηγήματος Απʼ τα χτες ως τα σήμερα στο περιοδικό Μυκονιάτικα Χρονικά του Γιαννούλη Μπόνη. Ακολούθησαν κι άλλες δημοσιεύσεις στο ίδιο περιοδικό και το 1938 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, που είχε τίτλο Δύσκολες Νύχτες και τιμήθηκε ένα χρόνο αργότερα με το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Κατά την προπολεμική περίοδο ήρθε σε επαφή με τους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους και γνωρίστηκε με το Νίκο Εγγονόπουλο, το Γιώργο Θεοτοκά, το Νίκο Καββαδία, τον Κλέωνα Παράσχο, το Γιώργο Σεφέρη, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη του ΕΑΜ και συνεργάστηκε στον παράνομο Τύπο, μαζί με τις Διδώ Σωτηρίου, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού και άλλες ελληνίδες της αντίστασης. Μετά την απελευθέρωση συνέχισε τη συγγραφική και πολιτική της δραστηριότητα, ενώ παράλληλα συνεργάστηκε με το περιοδικό Χαραυγή (1946). Οι επικείμενες συνέπειες της αριστερής της δράσης την ανάγκασαν να καταφύγει το 1947 στη Γαλλία, από όπου συνέχισε να αγωνίζεται μέσω άρθρων σε περιοδικά και συμμετοχών της σε συνέδρια, λόγους και άλλες εκδηλώσεις του εκεί αριστερού κινήματος. Στη Γαλλία γνωρίστηκε με κορυφαίες μορφές της αριστερής διανόησης (Louis Aragon, Elsa Triolet, Paul Elyard, Andre και Alice Bonnard, Pablo Neruda κ.α.). Από το Παρίσι ξεκίνησε και η πορεία προς την πανευρωπαϊκή της καταξίωση ως λογοτέχνιδας με τη μετάφραση του μυθιστορήματός της Εικοστός αιώνας, αρχικά στα γαλλικά (1949) και στη συνέχεια στα γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά και πολωνικά. Το 1950 διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική προκάλεσε αναχώρηση της Αξιώτη για την Ανατολική Γερμανία, στα πλαίσια ομαδικής απέλασης 90 ατόμων. Από τη Δρέσδη όπου έζησε ως το τέλος του έτους συνέχισε τη δράση της, ενώ συνεχίστηκαν οι δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων της στις ευρωπαϊκές χώρες. Το Νοέμβρη του 1951 εγκαταστάθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου ασχολήθηκε με την αρθρογραφία και τη λογοτεχνική μετάφραση και πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, στα πλαίσια του οποίου γνωρίστηκε με το Ναζίμ Χικμέτ. Το 1952 μετακόμισε στη Βαρσοβία και εργάστηκε σε ελληνική εκπομπή του εκεί ραδιοφωνικού σταθμού μετά από πρόσκληση του Λευτέρη Μαυροειδή. Στη Βαρσοβία έζησε ως το 1955 με μια ενδιάμεση επίσκεψη στη Μόσχα λόγω επιδείνωσης της χρόνια κλονισμένης από βρογχίτιδα υγείας της. Το 1956 επέστρεψε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου έζησε ως την άνοιξη του 1957. Την ίδια χρονιά πέθανε η μητέρα της. Μετά από ολιγόμηνη επ

Αποστολίδης, Ρένος Η.
Ρένος Αποστολίδης (1924-2004). Ο Ρένος Αποστολίδης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του δημοσιογράφου Ηρακλή Αποστολίδη, αρχισυντάκτη σε πολλές αθηναϊκές εφημερίδες, διευθυντή της Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού και διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης (1945-1959), και της Ελπινίκης το γένος Ζαμπέλη. Το 1935 τέλειωσε το δημοτικό σχολείο και το 1941 το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου στις 28 Οκτωβρίου του 1941 οργάνωσε μαθητική αποχή. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής παρέμεινε ανένταχτος. Σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1950). Φοιτητής ακόμη κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου στρατεύτηκε με το βαθμό του οπλίτη στο κρατικό μέτωπο. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του και για έντεκα χρόνια εργάστηκε ως καθηγητής αρχαίων και νέων ελληνικών, ιστορίας και λατινικών σε ιδιωτικά αθηναϊκά γυμνάσια. Υπήρξε συνεργάτης του κρατικού γραφείου Τύπου του εξωτερικού, της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου, της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως και του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Τιμήθηκε με το βραβείο πεζογραφίας του Υπουργείου Παιδείας το 1960 (για το έργο του "Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές"). Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1944 με τη δημοσίευση του δοκιμίου του "Καιρός" στο περιοδικό "Γράμματα" και την έκδοση του έργου του "Τρεις σταθμοί μιας πορείας", ένα χρόνο αργότερα. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά της πρωτεύουσας ως συντάκτης ("Ελευθερία", "Νίκη", "Εικόνες", "Γνώσεις", "Νεώτερον Λεξικόν Ηλίου", "Ανεξάρτητος Τύπος", κ.α.) και ως κριτικός ("Γράμματα", "Φοιτητική Φωνή", "Δελτίον του Βιβλίου", "Κύκλος", "Κοχλίας", "Νέα Εστία", "Νέοι Ρυθμοί", "Νέες Εικόνες", "Έθνος", "Εθνικός Κήρυκας", κ.α.). Από το 1951 ανέλαβε την αρχισυνταξία και την κριτική στήλη στο περιοδικό "Ο Αιώνας μας", και το 1959 ίδρυσε με τον πατέρα του το περιοδικό "Νέα Ελληνικά", από τις σελίδες του οποίου πρόβαλε την κριτική στάση του ενάντια στη λογοτεχνική γενιά του ʼ30. Το 1964 καταδικάστηκε σε κάθειρξη δυόμισι χρόνων -από την οποία εξέτισε τελικά τρεις μήνες- επειδή είχε εισβάλει στη Βουλή ηγούμενος μιας ομάδας ακροδεξιών. Στη δικτατορία του Παπαδόπουλου επέβαλε τη δημοσίευση σε συνέχειες της "Ανθολογίας νεοελληνικού διηγήματος" στις εφημερίδες της εποχής, η οποία όμως διακόπηκε από τη λογοκρισία με αφορμή τη δική του νουβέλα "Ο Α2". Μετά τη δικτατορία συνέχισε να ασκεί κριτική από τις σελίδες του περιοδικού "Τετράμηνα" ως το 1979. Ο Ρένος Αποστολίδης ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Βασικό χαρακτηριστικό του έργου του είναι η κυριαρχία της παρεμβολής του συγγραφέα στη ροή της αφήγησης και η έκφραση της προσωπικής του άποψης και οπτικής του μύθου με τρόπο άμεσο. Βασική πηγή της θεματολογίας του είναι η περίοδος της γερμανικής κατοχής και του ελληνικού εμφυλίου, ιστορικά γεγονότα της οποίας εντάσσει στην αφήγησή του αξιοποιώντας τα και σχολιάζοντάς τα, τόσο για να κρίνει τις αρνητικές τους επιπτώσεις όσο και για να τονίσει το υπαρξιακό αδιέξοδο στο οποίο οδηγούν τους ήρωές του. Στα μεταγενέστερα έργα του στρέφεται προς τη σύγχρονή του πραγματικότητα, διατηρώντας ωστόσο την άποψή του για τον προδρομικό χαρακτήρα του Εμφυλίου στις μεταπολεμικές αλλαγές στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας. Έργα του μεταφράστηκαν στα ολλανδικά, γερμανικά, γαλλικά και άλλες ξένες γλώσσες. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ρένου Αποστολίδη βλ. Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, "Ρένος Αποστολίδης", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του ʼ40 ως τη δικτατορία του ʼ67", τ. β΄, σ. 224-247, Αθήνα: Σοκόλης, 1988, Χατζηφώτης Ι. Μ., "Αποστολίδης Ρένος", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 2, Αθήνα: Χάρη Πάτση, χ.χ., και χ.σ., "Αποστολίδης Ρένος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ.1, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1983. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Βασιλικός, Βασίλης, 1934-
Ο Βασίλης Βασιλικός του Νικολάου γεννήθηκε στην Καβάλα στις 18 Νοεμβρίου 1934. Σπουδές: Λύκειο Καρυωτάκη (Καβάλα), Σχολή Βαλαγιάννη, Αμερικάνικο Κολέγιο Ανατόλια (Θεσσαλονίκη), Νομική Σχολή (ΑΠΘ), Yale University - Drama School, SRT - School of Radio and Television (Νέα Υόρκη) για τηλεσκηνοθεσία. Bοηθός σκηνοθέτη σε ξένες παραγωγές, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, σεναριογράφος, επιμελητής (Dr) σεναρίων, εισηγητής σεναρίων στην Arte (1990-1993), ερασιτέχνης ηθοποιός, δημοσιογράφος, συγγραφέας, Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής στην ΕΡΤ-1 (1981-1984), Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Αθηναίων (1994-1996), Πρέσβης εκ προσωπικοτήτων της Ελλάδας στην Ουνέσκο (1996-2004), Πρόεδρος της Εταιρίας Συγγραφέων (2001-2005). Τιμητικές διακρίσεις: Βραβείο των "12" (1961, για την τριλογία "Το φύλλο. Το πηγάδι. Τ΄ αγγέλιασμα"), Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1980, για το "Τελευταίο Αντίο") το οποίο δεν αποδέχθηκε, Διεθνές βραβείο Meditteraneo (1970). Επίτιμος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πατρών στην έδρα της Φιλολογίας, Ταξιάρχης Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας (1984), Μέλος του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων με έδρα το Στρασβούργο, Μέλος του Δ.Σ. των Γάλλων συγγραφέων (Maison des Ecrivains. Γαλλία, 1990-1993). Είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας συγγραφέας μετά τους Καζαντζάκη, Ρίτσο, Καβάφη. Βιβλία του έχουν εκδοθεί και στην γραφή Μπράιγ. Είναι παντρεμένος με την υψίφωνο Βάσω Παπαντωνίου και έχουν μια κόρη, την Ευρυδίκη.

Βενέζης, Ηλίας
Ηλίας Βενέζης (1904 - 1973). Ο Ηλίας Βενέζης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ηλία Μέλλου) γεννήθηκε στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας, γιος του Μιχαήλ Δ. Μέλλου και της Βασιλικής Γιαννακού Μπιμπέλα. Είχε έξι αδέρφια. Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο πατέρας του και μια αδερφή του αποκλείστηκαν στη Μικρά Ασία και η υπόλοιπη οικογένεια κατέφυγε στη Μυτιλήνη, όπου ο συγγραφέας γράφτηκε στο Γυμνάσιο. Το 1919 επέστρεψαν όλοι στο Αϊβαλί (είχε προηγηθεί η αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία), εκτός από την Άρτεμη, κόρη της οικογένειας, που πέθανε από επιδημία ισπανικής γρίππης στη Μυτιλήνη. Το 1922 ο Βενέζης, που μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο στη γενέτειρά του, αιχμαλωτίστηκε από τους τούρκους και υπηρέτησε στα τάγματα εργασίας στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας για δεκατέσσερις μήνες. Αφέθηκε ελεύθερος το 1923 και επέστρεψε στη Λέσβο για να βρει την οικογένειά του. Εκεί εργάστηκε αρχικά στο Πλωμάρι ως υπάλληλος της Διευθύνσεως Κτημάτων εξ Ανταλλαγής του Υπουργείου Γεωργίας και στη συνέχεια ως υπάλληλος στις τράπεζες Εθνική και Ελλάδος. Μετά από μετάθεσή του στο υποκατάστημα της Τράπεζας Ελλάδος στην Αθήνα, εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα, όπου εργάστηκε ως το 1957. Το 1938 παντρεύτηκε την Σταυρίτσα Μολυβιάτη με καταγωγή από το Αϊβαλί, με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Άννα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συνελήφθη από τα S.S. και κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Απελευθερώθηκε εικοσιτρείς μέρες αργότερα μετά από εκκλήσεις του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και άλλων προσωπικοτήτων της εποχής. Πέθανε στην Αθήνα μετά από πολύχρονη και επώδυνη ασθένεια. Γραμματέας και διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (1950-1952) και διοικητικός διευθυντής και πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του (1964-1967), ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1950), συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1954-1966), πρόεδρος του κινηματογραφικού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1963-1966) και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (1966-1970), ο Ηλίας Βενέζης εκλέχτηκε επίσης μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1957), θέση από την οποία ανέπτυξε έντονη πολιτιστική δραστηριότητα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με δημοσιεύσεις διηγημάτων στο περιοδικό της Κωνσταντινούπολης Ο Λόγος. Το 1927 βραβεύτηκε από το περιοδικό Νέα Εστία για το διήγημά του Ο θάνατος και αργότερα δημοσίευσε σε συνέχειες την πρώτη μορφή του εμπνευσμένου από την εμπειρία του στα τάγματα της Ανατολής έργου του Το νούμερο 31328, που εκδόθηκε το 1931. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Γαλήνη, Αιολική γη, Έξοδος και Ωκεανός, που κινούνται όλα, όπως και το πρώτο του στα πλαίσια του ντοκουμέντου, με σαφείς επιδράσεις από την ανθρωπιστική ιδεολογία του συγγραφέα. Ολοκλήρωσε επίσης διηγήματα, ιστορικές μελέτες, οδοιπορικά και το θεατρικό έργο Μπλοκ C, που πρωτοπαραστάθηκε το 1945 από το θίασο του Πέλου Κατσέλη. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Το 1949 μετά από πρόσκληση του State Department περιόδευσε στις Η.Π.Α., όπου πραγματοποίησε διαλέξεις και συνεντεύξεις. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1940 για τη Γαλήνη). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ηλία Βενέζη βλ. Αθανασόπουλος Βαγγέλης, «Χρονολόγιο Ηλία Βενέζη (1904-1973)», Διαβάζω 337, 8/6/1994, σ.38-44, Αργυρίου Αλεξ., «Βενέζης Ηλίας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, Γιαλουράκης Μανώλης, «Βενέζης Ηλίας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 3. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Στεργιόπουλος Κώστας, «Ηλίας Βενέζης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Β΄, σ.334-376. Αθήνα, Σοκόλης, 1992. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Βιζυηνός, Γεώργιος Μ.
Ο Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896) ποιητής και πεζογράφος γεννήθηκε στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης. Όταν τελείωσε το δημοτικό, δούλεψε αρχικά στην Πόλη για τρία χρόνια περίπου σ΄ ένα ραφτάδικο. Το 1867, με τη βοήθεια του Κύπριου εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη πήγε στην Κύπρο για να γίνει κληρικός και φοίτησε στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας. Το 1872 συνόδεψε τον επίσκοπο Κύπρου Σωφρόνιο στο Φανάρι για εκκλησιαστικούς λόγους και γράφτηκε ως ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Με τη βοήθεια του Φαναριώτη ποιητή Ηλία Τανταλίδη το 1873 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιητικά. Η συλλογή αυτή συνέβαλε στη γνωριμία του με τον πάμπλουτο Έλληνα Γεώργιο Ζαρίφη που του παρείχε τα οικονομικά μέσα για να ταξιδέψει στην Αθήνα και να γραφτεί στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου. Τον ίδιο χρόνο ο ποιητής κέρδισε στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό το πρώτο βραβείο με το ποίημα Κόδρος. Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών αλλά προτίμησε να συνεχίσει τις σπουδές του στη φιλοσοφία στο Γκαίτιγκεν της Γερμανίας. Εξακολούθησε να γράφει ποιήματα και πήρε το πρώτο βραβείο στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με την ποιητική συλλογή "Άραις, Μάραις, Κουκουνάραις" την οποία μετονόμασε σε "Βοσπορίδες Αύραι". Από το Μάιο του 1877 μέχρι τον Αύγουστο του 1878 συνέχισε τις φιλολογικές σπουδές του στη Λιψία, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιστορία της φιλοσοφίας, την αισθητική και την ψυχολογία. Το 1880 άρχισε να γράφει τη διδακτορική του διατριβή με θέμα "Το παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική". Το 1883 πήγε στο Λονδίνο όπου άρχισε να γράφει τα διηγήματά του με πρώτο "Το αμάρτημα της μητρός μου". Τα υπόλοιπα είναι: "Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως" (1883), "Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου" (1883), "Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας" (1884), "Πρωτομαγιά" (1884), "Το μόνον της ζωής του ταξείδιον" (1884), "Διατί η μηλιά δεν έγεινε μηλέα" (1885) και "Ο Μοσκώβ Σελήμ". Στο Λονδίνο έγραψε και την επί υφηγεσία διατριβή του με τίτλο: "Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω" και εξέδωσε και τη νέα ποιητική συλλογή του "Ατθίδες Αύραι". Το 1884 λόγω του θανάτου του Γ. Ζαρίφη επέστρεψε στην Αθήνα και διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο. Το 1885 ανακηρύχτηκε παμψηφεί υφηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή αλλά λόγω ανταγωνισμών δεν πέτυχε η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. Οι φιλολογικοί κύκλοι τον περιφρονούσαν και ξαφνικά χωρίς λόγο απολύθηκε από καθηγητής και για να ζήσει, εργάστηκε ως καθηγητής της Δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών και έγραψε παράλληλα για τον Μπαρτ και τον Χιρστ στο "Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν". Το 1890 άρχισαν τα συμπτώματα μιας ασθένειας των νεύρων και μετέβη για λουτρά στις κεντρικές Άλπεις της Αυστρίας, όμως η κατάστασή του δεν βελτιώθηκε. Επιστρέφοντας στην Αθήνα γράφει διαρκώς: μια μελέτη για την Ιστορία της Φιλοσοφίας του Zeller και μεταφράσεις γνωστών ευρωπαϊκών μπαλλαντών (βαλλίσματα). Ο συγγραφέας σε ηλικία 40 ετών ερωτεύθηκε σφοδρά ένα δεκατετράχρονο κορίτσι, το οποίο ζήτησε σε γάμο αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε από τη μητέρα της. Ακολούθησαν θλιβερά επεισόδια που κατέληξαν στον εγκλεισμό του Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο, όπου και πέθανε τον Απρίλιο του 1896.

Βικέλας, Δημήτριος, 1835-1908
Δημήτριος Βικέλας (1835-1908). Ο Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1835, καταγόμενος από μεγάλη εμπορική οικογένεια με καταβολές στη Βέροια και αρχικό όνομα Μπεκέλα ή Μπικέλα. Πατέρας του ήταν ο έμπορος Εμμανουήλ Βικέλας και μητέρα του η Σμαράγδα, κόρη του εμπόρου Γεωργίου Μελά και αδελφή του Λέοντος Μελά. Σε ηλικία τεσσάρων ετών έμεινε για ένα χρόνο στο Ναύπλιο με την οικογένειά του, η οποία ένα χρόνο μετά εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρώτα γράμματα έμαθε κοντά στη μορφωμένη και φιλομαθή μητέρα του, ενώ γενικά η μόρφωσή του δεν υπήρξε συστηματική λόγω των συνεχών μετακινήσεων της οικογένειάς του. Στην Πόλη πέρασε εννιά χρόνια ως το 1849, οπότε επέστρεψε στη Σύρο μαζί με τη μητέρα του και φοίτησε στο Λύκειο του Χ.Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του Εμμανουήλ Ροΐδη, μαζί του εξέδωσε το χειρόγραφο μαθητικό περιοδικό Λυκείου Μέλισσα. Το 1851 σε ηλικία δεκαέξι ετών μετέφρασε το έργο του Ρακίνα Εσθήρ, που ανέβηκε σε σχολική παράσταση και εκδόθηκε στην Ερμούπολη. Τη μετάφραση αυτή απέδωσε ο Βικέλας στον ελβετό Weiss, δάσκαλό του στην Οδησσό. Τον επόμενο χρόνο έφυγε για το Λονδίνο, όπου πέρασε 24 χρόνια της ζωής του, ασχολούμενος με το εμπόριο, εργαζόμενος ως υπάλληλος στο κατάστημα της εταιρείας Ανεψιοί Μαύρου και ως συνέταιρος στον οίκο των αδελφών Μελά. Παράλληλα φοίτησε στο University College, λόγω περιορισμένου χρόνου ωστόσο απέκτησε μόνο Δίπλωμα Βοτανικής. Δεν έπαψε όμως να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία, μελέτησε φιλολογία και ιστορία, ενώ έγραψε στίχους και μεταφράσεις ( από τον Όμηρο, τον Θεόκριτο, τον Goethe, τον Alfieri, κ.α.). Στο Λονδίνο ο Βικέλας έδρασε και υπέρ της διατήρησης του ελληνικού χαρακτήρα της ομογένειας, προωθώντας για παράδειγμα την ίδρυση του εκεί ελληνικού σχολείου. Το 1855 επισκέφτηκε την οικογένειά του στην Kωνσταντινούπολη και πήρε μέρος για πρώτη φορά σε ποιητικό διαγωνισμό (τον Ράλλειο με το ποίημα Αναμνήσεις του Πριγκήπου). Ακολούθησαν δημοσιεύσεις ποιημάτων του, άλλοτε στην καθαρεύουσα και άλλοτε στη δημοτική στην Πανδώρα και άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ το 1862 δημοσίευσε στο Λονδίνο την ποιητική συλλογή Στίχοι. Το 1859 γνωρίστηκε με τον Αλέξανδρο Δουμά, κατά τη διάρκεια ταξιδιού του με ατμόπλοιο προς την Αγγλία. Στην Αγγλία παντρεύτηκε την Καλλιόπη Γεραλοπούλου, καταγόμενη επίσης από οικογένεια μεγαλοεμπόρων. Μαζί της ταξίδεψε στην Ευρώπη μέχρι το 1876, οπότε λόγω της πανευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης της περιόδου εκείνης διαλύθηκε η συνεργασία του με την εταιρεία των αδελφών Μελά, και το ζευγάρι επιχείρησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Τον επόμενο χρόνο όμως η επιδείνωση της ήδη διαταραγμένης ψυχικής υγείας της Καλλιόπης, τους ανάγκασε να επιστρέψουν στο Παρίσι. Εκεί ο Βικέλας ασχολήθηκε ξανά με τη μετάφραση (μεταφράσεις του από έργα του Σαίξπηρ ανέβηκαν στην Αθήνα), με διαλέξεις και αρθρογραφία, ενώ έγραψε επίσης το έργο Λουκής Λάρας που τον καθιέρωσε στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Λουκής Λάρας πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εστία το 1879 και τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε αυτοτελώς, ενώ σύντομα μεταφράστηκε σε πολλές σλαβικές και ευρωπαϊκές γλώσσες. Ως το 1897 ταξίδευε διαρκώς από το Παρίσι προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη και αντιστρόφως, ενώ η σύζυγός του ήταν έγκλειστη στο ψυχιατρείο του Ivry. Το 1886 χρονολογούνται τα διηγήματά του Φίλιππος Μάρθας, Άσχημη αδελφή, Ανάμνησις και Παππα-Νάρκισσος. Το 1893 εξέδωσε τον τόμο Διαλέξεις και Αναμνήσεις, με 23 δοκίμιά του της περιόδου 1860 - 1893, και υπήρξε ηγετικό μέλος της επιτροπής για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896. Από το 1897 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ως το τέλος της ζωής του προσανατολίστηκε κυρίως προς κοινωφελή έργα, με προεξέχον την ίδρυση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, σε συνεργασία με τον Γεώργιο Δροσίνη. Στα πλαίσια του Συλλόγου εκδόθηκαν πάνω από εκατό τίτλοι βιβλίων ποικίλης θεματολογίας, ιδρύθηκε το Σχολικό Μουσείο, η Σχολική Βιβλιοθήκη, η Συλλογή πινάκων εποπτικής διδασκαλίας, ενώ το 1907 κυκλοφόρησε και το περιοδικό Μελέτη. Το 1904 με πρωτοβουλία του Βικέλα και του πολιτιστικού συλλόγου Παρνασσός συνήλθε στην Αθήνα το Α΄ Ελληνικό Εκπαιδευτικό Συνέδριο, με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και ιδρυμάτων από την Ελλάδα και την Ευρώπη. Την τελευταία περίοδο της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του με τίτλο Η ζωή μου. Παιδικαί αναμνήσεις, που εκδόθηκαν το 1908, χρονιά του θανάτου του. Πέθανε από καρκίνο του ήπατος στην Κηφισιά, έχοντας προλάβει να τοποθετήσει τον θεμέλιο λίθο στη Σεβαστοπούλειο Εργατική Σχολή, το τελευταίο από τη σειρά κοινωφελών έργων που πραγματοποιήθηκαν με τη μέριμνά του. Ο Βικέλας διέθετε πλουσιότατη βιβλιοθήκη, την οποία κληροδότησε στο δήμο Ηρακλείου Κρήτης (πρόκειται για τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη). Η λογοτεχνική παραγωγή του Δημητρίου Βικέλα είναι περιορισμένη σε σύγκριση προς το μέγεθος του συνόλου του γραπτού έργου του. Η ποιητική του παραγωγή ανέρχεται σε σαράντα ποιήματα, στην παράδοση της ρομαντικής ποίησης της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής, για τα οποία ο ίδιος δε φαίνεται να έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έμμετρες μεταφράσεις του, κυρίως εκείνες των έργων του Σαίξπηρ. Το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του ωστόσο είναι ο Λουκής Λάρας, ιστορικό μυθιστόρημα βασισμένο σε μαρτυρία υπαρκτού προσώπου, με θέμα τη ζωή ενός έλληνα εμπόρου στις φλόγες της ελληνικής επανάστασης του 1821 και με ιδιαίτερη έμφαση στο επεισόδιο της καταστροφής της Χίου. Η κριτική τοποθέτησε στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ώριμη φάση της ρομαντικής πεζογραφίας της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής και στις απαρχές της ηθογραφικής και ρεαλιστικής πεζογραφικής παραγωγής της γενιάς του 1880, ενώ παράλληλα επισήμανε τις επιρροές του συγγραφέα από τη σύγχρονή του ευρωπαϊκή παραγωγή. Ενδεικτικά των παραπάνω στοιχεία θεωρούνται η επιλογή ενός αντι - ήρωα για τη θέση της κεντρικής φιγούρας του έργου και η γλωσσική έκφραση του Βικέλα, που σταδιακά οδηγείται από την απλή καθαρεύουσα σε μια γλώσσα που προσεγγίζει την καθομιλουμένη της εποχής (το έργο δημοσιεύτηκε αρχικά σε δέκα συνέχειες στο περιοδικό Εστία, και αν και είχε ολοκληρωθεί πριν τη δημοσίευση της πρώτης συνέχειας, ο συγγραφέας επενέβαινε με διορθώσεις και βελτιώσεις). Πολλά έργα του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά Χρυσαλλίς, Πανδώρα, Κλειώ (Τεργέστης) και σε άλλα της Ελλάδας και του εξωτερικού. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημητρίου Βικέλα βλ. Δήτσα Μαριάννα, «Δημήτριος Βικέλας», Η παλαιότερη πεζογραφία μας Ε΄ · 1830-1880, σ.382-409. Αθήνα, Σοκόλης, 1996, Σπεράντζας Σ.Γ. «Βικέλας Δημήτριος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Ζ΄. Αθήνα, Πυρσός, 1929, Τερδήμου Μαρία, Χρονολόγιο Δημητρίου Βικέλα. Ηράκλειο, 1991, Φουριώτης Άγγελος, «Βικέλας Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 3. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Χατζηγεωργίου - Χασιώτη Βικτωρία, «Βικέλας Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Βουτυράς, Δημοσθένης
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ (1872-1958) Ο Δημοσθένης Βουτυράς, γιος του συμβολαιογράφου Νικολάου Βουτυρά και της Θεώνης το γένος Παπαδή γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια και ο πατέρας του εργαζόταν ως δάσκαλος. Μετά από μερικά χρόνια εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ο πατέρας του διορίστηκε ως συμβολαιογράφος. Εκεί τέλειωσε το Δημοτικό και ξεκίνησε τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο, την οποία όμως διέκοψε, καθώς παρουσίασε κρίσεις επιληψίας. Η ιδιαιτερότητά του προκάλεσε την υπερπροστατευτικότητα των γονιών του και έτσι πέρασε τα εφηβικά χρόνια χωρίς στερήσεις. Παρακολούθησε μαθήματα μουσικής, ξιφασκίας, γράφτηκε στη Σχολή Μαχαιριάδη, τα διέκοψε όλα όμως λόγω της ιδιοσυγκρασίας του. Το 1900 πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων δημοσιεύοντας ένα άρθρο στην καθαρεύουσα στο περιοδικό του Πειραιά Χρονογράφος και ένα στο Περιοδικόν μας του Γεράσιμου Βώκου (με τον οποίο ακολούθησε σταθερή συνεργασία). Γύρω στο 1902 ο πατέρας του εγκατέλειψε την εργασία του και ασχολήθηκε με οικοδομικές επιχειρήσεις. Στο εργοστάσιο σιδηρουργίας που έχτισε εργάστηκε αρχικά και ο Δημοσθένης. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται η δημοσίευση του διηγήματος Ο Λαγκάς που έγινε δεκτό με επαινετικά σχόλια από τον Παλαμά και τον Ξενόπουλο (1903). Ακολούθησαν νέες δημοσιεύσεις έργων του σε λογοτεχνικά περιοδικά, μεταξύ άλλων και στα Παναθήναια. Γύρω στο 1904 παντρεύτηκε τη Μπετίνα Φέξη, με την οποία απέκτησε μερικά χρόνια αργότερα δυο κόρες. Η ζωή του άλλαξε δραματικά μετά την οικονομική καταστροφή και την αυτοκτονία του πατέρα του το 1905. Προσπάθησε να αναλάβει τη συνέχιση της επιχείρησης, απέτυχε όμως και την οδήγησε στην ολοκληρωτική πτώχευση. Δυο χρόνια αργότερα μετακόμισε με τη σύζυγό του στο Κουκάκι και στράφηκε στην επαγγελματική πεζογραφία, πουλώντας διηγήματα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Η καταξίωσή του ως πεζογράφου προήλθε αρχικά από τον ελληνισμό της Διασποράς, συγκεκριμένα από την Αλεξάνδρεια. Μετά το 1920 άρχισε να γίνεται γνωστός και στην Αθήνα. Η πορεία του ήταν ανοδική και μέχρι το 1923, οπότε τιμήθηκε με το Αριστείο των γραμμάτων και των Τεχνών, είχαν τυπωθεί ήδη δέκα βιβλία του. Λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής του ανέχειας ασχολήθηκε επίσης με τη συγγραφή σχολικών συγγραμμάτων σε συνεργασία με τον Μ.Παπαμιχαήλ, η προσπάθεια όμως ναυάγησε καθώς το αναγνωστικό της τρίτης δημοτικού που ολοκλήρωσαν καταργήθηκε από τη δικτατορία του Παγκάλου. Συνέχισε να ζει από τη συγγραφή και το 1931 τιμήθηκε με το Αριστείο του Δήμου Πειραιώς. Λίγους μήνες πριν την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία πρόλαβε να γιορτάσει τα σαράντα χρόνια της λογοτεχνικής του δράσης στην ταβέρνα Μπογράκου στην Κυψέλη, όπου σύχναζε. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τάχθηκε υπέρ της Αντίστασης. Μετά το τέλος του Εμφυλίου, σε ηλικία 80 χρόνων δημοσίευσε το Αργό Ξημέρωμα. Ως το θάνατό του έζησε κατάκοιτος, φτωχός και παραγνωρισμένος από την κρατική εξουσία (η Ακαδημία Αθηνών αρνήθηκε την πρόταση για υποψηφιότητά του σε δυο συνεχείς εκλογές). Πέθανε το 1954. Το πεζογραφικό έργο του Βουτυρά, σχεδόν αποκλειστικά διηγηματικό, εντάσσεται στο πλαίσιο του κοινωνικού ρεαλισμού και οριοθετεί το πέρασμα από την ηθογραφία στην αστική πεζογραφία. Ως μόνιμο θέμα του κυριαρχεί η ζωή των περιθωριακών (λούμπεν) ομάδων της Αθήνας και του Πειραιά. Έχοντας ζήσει κοντά τους ο Βουτυράς περιέγραψε τη ζωή και την ψυχοσύνθεσή τους με έντονα ζοφερά χρώματα και καταθλιπτικό ύφος, παρουσιάζοντας ωστόσο και μια τάση προς την ουτοπία. Παράλληλα απεικόνισε την άρνηση των ομάδων αυτών να ενταχτούν στην οργανωμένη κοινωνία, άρνηση η οποία αποτυπώθηκε και στην άναρχη δομή των έργων του, σε κάποια από τα οποία συναντούμε επίσης στοιχεία μεταφυσικής και επιστημονικής φαντασίας, τα οποία λειτουργούν συμβολικά. Για αναλυτικότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημοσθένη Βουτυρά βλ. Βασαρδάνη Βέρα, «Δημοσθένης Βουτυράς», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ι΄ (1900-1914), σ.280-322. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Ζήρας Αλέξ., «Βουτυράς Δημοσθένης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, Πολιτάρ

Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος (1896-1981). Ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Αγησίλαου Γιαννόπουλου από την Ήπειρο και της Μαρίας - Ευρυδίκης το γένος Σπηλιάδη. Ο πατέρας του ήταν οικονομολόγος και διευθυντής της εφημερίδας του Δημητρίου Κορομηλά Εφημερίς. Στο χώρο των γραμμάτων ήταν γνωστός κυρίως για την εισαγωγή - μανιφέστο του νατουραλισμού, που έγραψε για την πρώτη ελληνική μετάφραση της Νανά του Ζολά (από τον Καμπούρογλου). Μετά το θάνατο του πατέρα του ο Αλκιβιάδης με τη μητέρα του και τα έξι αδέρφια του έφυγαν αρχικά για τη Μασσαλία και στη συνέχεια για το Μιλάνο. Εκεί τέλειωσε ιταλικό σχολείο και κράτησε επαφή με τα ελληνικά χάρη στην αδερφή του Ιωάννα. Το 1915 γράφτηκε στο φυσικομαθηματικό τμήμα του Πολυτεχνείου στο Μιλάνο και ήρθε σε επαφή με το ρεύμα του φουτουρισμού, από το οποίο ήταν επηρεασμένα τα πρώτα πεζογραφήματά του στα ιταλικά. Διατήρησε αλληλογραφία με τον Marinetti και υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Frecia Futurista. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1917 για να υπηρετήσει στο στρατό, και εγκαταστάθηκε οριστικά το 1920 μετά το θάνατο της μητέρας του και δυο αδελφών του (μεσολάβησε επιστροφή του στο Μιλάνο το 1919, οπότε διέκοψε τις σπουδές του και εργάστηκε στην τράπεζα Credito Italiano. Τότε ξεκίνησε η συνεργασία του στην έκδοση του βραχύβιου περιοδικού Zibaldone). Προσλήφθηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος και ζήτησε να εργαστεί στο παράρτημα της Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με το περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες, όπου δημοσίευσε το ποίημα Σονέττο με απώτερο σκοπό και το πρώτο του ελληνόφωνο πεζό με τίτλο Κεφάλια στη σειρά (1932). Η λογοτεχνική του παραγωγή της περιόδου της Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή με θετικά σχόλια από την κριτική. Το 1938 μετατέθηκε στον Πειραιά, όπου βίωσε τον πόνο του θανάτου της αδερφής του Ιωάννας, με την οποία ζούσε. Το 1942 παντρεύτηκε τη ζωγράφο Γεωργία Τερλίδου. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος μαζί με τη σύζυγό του στην Εθνική Αντίσταση και αγωνίστηκε επίσης μέσα από τα γραπτά του. Το 1953 παραιτήθηκε από τη θέση του στην Τράπεζα και στη συνέχεια εργάστηκε στη Διεύθυνση Μελετών του Υφυπουργείου Τύπου, όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη σύνταξη Ελληνικής Βιβλιογραφίας (1958-1968) σε τρεις γλώσσες. Από τη θέση αυτή απολύθηκε από το δικτατορικό καθεστώς του Παπαδόπουλου. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1963 για τη συλλογή Η τυφλόμυγα και 1974 για τα Επτά αστάθμητα διηγήματα). Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (από το 1948) και πρόεδρός της (1976 ως το θάνατό του). Πέθανε σε ηλικία ογδονταπέντε χρόνων στην Αθήνα. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε το 1932 με την πρώτη δημοσίευση του διηγήματός του Κεφάλια στη σειρά στο περιοδικό Μακεδονικά Γράμματα. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως με το διήγημα αυτό ξεκινά στην ουσία η δεύτερη περίοδος της λογοτεχνικής του πορείας, καθώς είχε προηγηθεί η ιταλόφωνη παραγωγή του, από την οποία διατήρησε πολλά στοιχεία. Το έργο του εντάσσεται στο χώρο της νεωτερικής λογοτεχνίας της γενιάς του Τριάντα και χαρακτηρίζεται κυρίως από αντιρεαλιστική γραφή, ανατροπή της πλοκής, διάκριση φυσικού και ψυχολογικού χρόνου, ονειρικό στοιχείο, η υπαρξιστική αγωνία. Σημειώνουμε ενδεικτικά το Δάσος με τους πιθήκους και το μοναδικό του μυθιστόρημα με τίτλο Η σαλαμάντρα. Ασχολήθηκε επίσης με τη θεατρική γραφή, την κριτική, τη μελέτη, το δοκίμιο, τη λογοτεχνική μετάφραση. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Γιαννόπουλος Αλκιβιάδης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 5. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Κεχαγιά - Λυπουρλή Α., «Γιαννόπουλος Αλκιβιάδης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Κεχαγιά - Λυπουρλή Αγλαϊα, «Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Γ΄, σ.92-159. Αθήνα, Σοκόλης, 1992. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Γκρίτση - Μιλλιέξ, Τατιάνα
Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ (1920-2005). Η Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα (στο Θησείο), κόρη του Μιχάλη Γκρίτση και της Ελένης Σάλαρη. Τέλειωσε το Γυμνάσιο με μαθήματα κατʼ οίκον, ενώ ασχολήθηκε για λίγο και με το χορό. Το 1942 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά από σύντομο διάστημα παρακολούθησης μαθημάτων εγκατέλειψε τις σπουδές της και στράφηκε στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών) και στη φωνητική (Ελληνικό Ωδείο). Το 1939 παντρεύτηκε το Γάλλο λόγιο και φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ (τον γνώρισε στο Γαλλικό Ινστιτούτο), με τον οποίο απέκτησε αργότερα δυο παιδιά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και ως εθελόντρια στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό. Από το 1945 ως το 1975 ταξίδεψε -με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα- στη Γαλλία, την Κύπρο και την Ιταλία. Στη Γαλλία (1945-1946) οι Μιλλιέξ συνέχισαν τη δράση τους υπέρ της Ελλάδας και η Τατιάνα παρακολούθησε παράλληλα μαθήματα ιστορίας τέχνης και αισθητικής στο Λούβρο. Την ίδια περίοδο πήρε μέρος στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο Γυναικών στο Παρίσι με θέμα της την αντιστασιακή δράση των ελληνίδων. Μετά την ανάληψη από τον Μιλλιέξ της διεύθυνσης σπουδών του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών (1947) επέστρεψαν στην Αθήνα, όπου παρέμειναν ως το 1959. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εργάστηκε στο κέντρο Μικρασιατικών Μελετών, πήρε μέρος σε διάφορες εκθέσεις ζωγραφικής ανά την Ελλάδα και εντατικοποίησε τη συγγραφική της δραστηριότητα. Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος παραμονής του ζευγαριού στην Κύπρο (1959-1971), όπου ο Ροζέ εργάστηκε στο εκεί Γαλλικό Μορφωτικό Κέντρο και η Τατιάνα στράφηκε σε προσπάθειες για την πολιτιστική αναβάθμιση του τόπου. Στη συνέχεια έφυγαν για τη Γένοβα της Ιταλίας. Εκεί έδρασαν υπέρ της ίδρυσης έδρας νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο και ενάντια στη δικτατορία του Παπαδόπουλου, που είχε στο μεταξύ αφαιρέσει από την Τατιάνα την ελληνική υπηκοότητα. Μετά τη μεταπολίτευση επέστρεψαν στην Ελλάδα και η Μιλλιέξ εργάστηκε στο ΕΙΡ (1974-1975, 1983-1984) και την ΕΡΤ2 (1984-1985) ως υπεύθυνη εκπομπών. Ως δημοσιογράφος και κριτικός συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες ["Ανεξάρτητος Τύπος" (1957-1959), "Ανένδοτος" (1964-1965), "Αυγή" (1974-1977), "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" (1976-1984), "Τα Νέα" (Κύπρου - 1964-1970), "Δημοκρατική" (Κύπρου) κ.α.] και με πάρα πολλά περιοδικά. Ήταν μέλος της Ακαδημίας Racine του Παρισιού, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Πεν Κλαμπ, του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, της Εταιρείας Κριτικών και Εικαστικών Τεχνών και της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων (πρόεδρος από το 1981 ως το 1986). Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος, το βραβείο των Δώδεκα, το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα τα ξημερώματα της Κυριακής 13.2.2005, σε ηλικία 85 ετών. Την πρώτη της επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1945 με δημοσιεύσεις διηγημάτων της στο περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα". Κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε παράνομα κυκλοφορήσει μια μετάφραση του έργου του Βερκόρ (Ζαν Μπριλέ) "Η σιωπή της θάλασσας", ενώ ασχολήθηκε επίσης με θεατρικές μεταφράσεις που ανέβηκαν από τους θιάσους Βουτέρη, Κατράκη και άλλων. Το πρώτο της βιβλίο "Πλατεία Θησείου" εκδόθηκε το 1947 και από τότε, κάθε δυο τρία χρόνια κυκλοφορούσε ένα νέο βιβλίο. Σημειώνεται επίσης η έκδοση από τον Κέδρο το 1973 (με τίτλο "Σπαράγματα") μέρους του αρχείου της που σώθηκε από την κατάσχεση της απριλιανής δικτατορίας. Βασικά χαρακτηριστικά του πεζογραφικού έργου της είναι η έμφαση στην απεικόνιση ψυχολογικών διεργασιών με συνακόλουθη χαλάρωση της δομής και της συνοχής των κειμένων της. Έντονη είναι επίσης στη γραφή της η ποιητική διάσταση του λόγου, η παρουσία των στοιχείων της φαντασίας, της μνήμης, βιωματικής και διακειμενικής, και του εσωτερικού χρόνου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ βλ. Γιαλουράκης, Μανώλης, "Μιλλιέξ - Γκρίτση Τατιάνα", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Φαρίνου-Μαλαματάρη Γεωργία, "Τατιάνα

Γλέζος, Πέτρος
Πέτρος Γλέζος (1902-1996). Ο Πέτρος Γλέζος γεννήθηκε στην Απείρανθο της Νάξου, γιος του κτηματία Δημήτρη Γλέζου, ο οποίος πέθανε όταν ο συγγραφέας ήταν εννιά ετών, και της Καλλιόπης Ζευγώλη. Είχε εφτά αδέρφια. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη χώρα της Νάξου και -μετά το θάνατο του πατέρα του- στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέρφια του. Τέλειωσε το Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού και στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργάστηκε ως αντιγραφέας σε δικηγορικό γραφείο, ως διορθωτής στην Καθημερινή του Γεωργίου Βλάχου και τα Χρονικά του Κώστα Κοτζιά και ως υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως δικηγόρος και ως υπάλληλος του Υπουργείου Γεωργίας και της Αγροτικής Τράπεζας. Συνεργάστηκε ως αρθρογράφος με πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Αθήνας και της επαρχίας, κυρίως με τη Νέα Εστία, το Βήμα και την Ελευθερία. Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1977 για τη συλλογή διηγημάτων Τα θαμπά μάτια) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1986 για τη συλλογή διηγημάτων Τα απομνημονεύματα ενός κυρίου). Από το 1980 και για σειρά ετών διετέλεσε πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά και δανέζικα. Πέθανε στην Αθήνα το 1996, την ίδια χρονιά με τη σύζυγο και δια βίου σύντροφό του, την ποιήτρια Διαλεχτή Ζευγώλη. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε γύρω στο 1920 με τη δημοσίευση του ποιήματος Απριλιάτικη νύχτα στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ. Την ίδια περίοδο έδωσε μια διάλεξη με τίτλο Ελληνικό Φως, για την οποία βραβεύτηκε από την Περιηγητική Λέσχη και το 1936 δημοσίευσε το διήγημα Οικογένεια στο περιοδικό Νέα Εστία και με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλμάς, το οποίο διατήρησε ως το 1949. Παρά το μακρόχρονο της ζωής του και τον πλούτο των εμπειριών του, ο Πέτρος Γλέζος, που βίωσε τα ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν τον ελλαδικό χώρο, από τη μικρασιατική καταστροφή ως τη δικτατορία του ʼ67 και τη μεταπολίτευση, σπάνια και μόνο υπαινικτικά αναφέρεται στον ιστορικό και κοινωνικό περίγυρο τον ηρώων των έργων του. Εκείνο που κυρίως τον απασχολεί είναι να μεταδώσει την υπαρξιακή τους αγωνία, όπως αυτή διαμορφώνεται υπό την πίεση των εξωτερικών γεγονότων και στην οποία υποτάσσονται σιωπηλά, με κάποια πικρία ίσως αλλά χωρίς να προβάλουν αντίσταση. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από χαμηλών τόνων ευαισθησία, έμφαση στη σκιαγράφηση της ψυχολογίας των προσώπων και νοσταλγία για το παρελθόν που χάνεται. Γενικότερα το έργο του Πέτρου Γλέζου αν και στο μεγαλύτερο μέρος του τοποθετείται χρονικά στη μεταπολεμική περίοδο της ελληνικής πεζογραφίας, συνεχίζει μάλλον την παράδοση της ελληνικής ψυχογραφικής ηθογραφίας που ξεκίνησε ήδη από τον προηγούμενο αιώνα με κορυφαίους εκπροσώπους τον Γεώργιο Βιζυηνό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και συνεχίστηκε με συγγραφείς όπως ο Παύλος Νιρβάνας ή ο Ιωάννης Κονδυλάκης. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πέτρου Γλέζου βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Γλέζος Πέτρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 5. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μενδράκος Τάκης, «Πέτρος Γλέζος», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Γ΄, σ.160-174. Αθήνα, Σοκόλης, 1992 και .χ.σ., «Γλέζος Πέτρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Γρηγόρης, Γεράσιμος
Γεράσιμος Γρηγόρης (1907-1985). Ο Γεράσιμος Γρηγόρης γεννήθηκε στο Σπανοχώρι Σφακιωτών της Λευκάδας, γιος του Δημητρίου Γρηγόρη και μεγάλωσε σε αγροτικό περιβάλλον. Στην πόλη της Λευκάδας τέλειωσε το Γυμνάσιο και στη συνέχεια σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα πήρε μαθήματα ζωγραφικής και χαρακτικής. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο και πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση, ενταγμένος στο ΕΑΜ από το 1943 και ως το 1946. Παντρεύτηκε την Αικατερίνη Πολίτου με την οποία απέκτησε δυο γιους. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία και υπήρξε μέλος της Ενώσεως Συντακτών Περιοδικού Τύπου, της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (αντιπρόεδρος το 1979) και της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών. Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας (1959 για τη συλλογή διηγημάτων Η Πολιτεία ξέσκεπη) και το πρώτο κρατικό βραβείο διηγήματος (1964 για τη συλλογή διηγημάτων Πέρα από την όχθη), καθώς επίσης με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τη μελέτη του Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1977). Ασχολήθηκε επίσης με μεταφράσεις αρχαίου δράματος, με τη λαογραφία, τη σκιτσογραφία, τη φιλολογική μελέτη. Έργα του μεταφράστηκαν στα γερμανικά, τα ρουμανικά, τα σουηδικά, τα ουγγρικά, τα ρωσικά και τα βουλγαρικά. Πέθανε στην Αθήνα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων στην Αθήνα με δημοσιεύσεις ποιημάτων σε περιοδικά και το 1929 δημοσίευσε το διήγημα Το άλογό μου στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα. Το 1939 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Πορεία μέσα στη νύχτα. Το έργο του Γεράσιμου Γρηγόρη χρονικά μόνο μπορεί να τοποθετηθεί στην ελληνική λογοτεχνία του μεσοπολέμου. Ο Γρηγόρης βρέθηκε στον αντίποδα της ανανέωσης τόσο της ποίησης, όσο και της πεζογραφίας από τη λεγόμενη γενιά του τριάντα και συνέχισε την παράδοση των αρχών του εικοστού αιώνα, αλλά και της ελληνικής διηγηματογραφίας της γενιάς του 1880. Η πεζογραφία του κινείται στα πλαίσια του κοινωνικού ρεαλισμού συγγραφέων όπως οι Κώστας Παρορίτης, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Δημοσθένης Βουτυράς κ.α., χωρίς ωστόσο έμφαση στην κοινωνική καταγγελία και την κοινωνιολογική οπτική. Η γραφή του αναφέρεται συχνά σε προσωπικά βιώματα και καλύπτει τις θεματολογικές περιοχές της αστικής και αγροτικής ζωής (με έμφαση στην περιγραφή της φύσης ως αρχετυπικής δύναμης) και της ιστορικής περιόδου του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και της κατοχής. Επισημαίνονται επίσης οι απόπειρές του στο χώρο της υποβλητικής ατμόσφαιρας, του ονείρου και της επιστημονικής φαντασίας. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γεράσιμου Γρηγόρη βλ. Δόξας Τάκης, «Γρηγόρης Δ.Γεράσιμος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Κοκκίνης Σπύρος, «Μνήμη Γεράσιμου Γρηγόρη», Περίπλους 28-29 (Ζάκυνθος), 1-6/1991, σ.13-14, Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Γεράσιμος Γρηγόρης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Γ΄, σ.196-214. Αθήνα, Σοκόλης, 1992 και χ.σ., «Γρηγόρης Γεράσιμος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Δημητρίου, Σωτήρης Φ.,
Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν΄ ακούω καλά τ΄ όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ΄ το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.) Εργογραφία: - "Ψηλαφήσεις", ποιήματα, Δωδώνη, 1985, - "Ντιάλιθ΄ ιμ, Χριστάκη", διηγήματα, Ύψιλον, 1987· 2η έκδ. Κέδρος, 1990, 4η έκδ. 1998, - "Ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη", διηγήματα, Κέδρος, 1989, 4η έκδ. 1998, - "Ν΄ ακούω καλά τ΄ όνομά σου", μυθιστόρημα, Κέδρος, 1993, 9η έκδ. 1998, - "Η φλέβα του λαιμού", διηγήματα, 1998, 4η έκδ. 1999· βραβείο διηγήματος περιοδικού "Διαβάζω" 1999, - "Η βραδυπορία του καλού", διηγήματα, Πατάκης, 2001· βραβείο διηγήματος περιοδικού "Διαβάζω" 2002, - "Τους τα λέει ο Θεός", μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, 2002, - "Τα οπωροφόρα της Αθήνας", αφήγημα, Πατάκης, 2005, - "Σαν το λίγο το νερό", μυθιστόρημα, Ελληνικά Γράμματα, 2007, - "Τα ζύγια του προσώπου", διηγήματα, Πατάκης, 2009, - "Η σιωπή του ξερόχορτου", νουβέλα, Πατάκης, 2011. Μεταφράσεις: Στα Αγγλικά: - "Woof, Woof Dear Lord and Other Stories", [tr.by]: Leo Marshall, Athens: Kedros, 1995. - "May Your Name Be Blessed", [tr.by]: Leo Marshall. University of Birmingham: Centre For Byzantine, Ottoman & Modern Greek Studies, 2000. Στα Γερμανικά: "Lass es dir gut gehen", [tr.by]: Birgit Hildebrand. Koln: Romiosini, 1998. Στα Ολλανδικά "Het ga je goed, Dimitris" [tr.by]: Hero Hokwerda. Eironingen, Styx Reblications 2000

Στρατής Δούκας (1895-1983). Ο Στρατής Δούκας γεννήθηκε στα Μοσχονήσια του Αδραμυτινού Κόλπου της Μικράς Ασίας, γιος του Κωσταντή Δούκα και της Αιμιλίας το γένος Χατζηαποστολή. Είχε ένα μεγαλύτερο αδερφό τον Αλέκο. Τέλειωσε το σχολαρχείο στη γενέτειρά του και το γυμνάσιο στο Αϊβαλί. Το 1912 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγκατοίκησε με το Φώτη Κόντογλου, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά από τα γυμνασιακά χρόνια. Διέκοψε τις σπουδές του μετά το ξέσπασμα του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και επισκέφτηκε τη Λέσβο και το Άγιο Όρος. Το 1913 οργάνωσε λαογραφικές μελέτες στη Μυτιλήνη από κοινού με τον Αντώνη Πρωτοπάτση και τρία χρόνια αργότερα κατατάχτηκε εθελοντικά στην Εθνική Άμυνα. Πολέμησε στη Μακεδονία και τη Μικρασία και τραυματίστηκε. Αποστρατεύτηκε το 1923 και στράφηκε στην προσπάθεια διάδοσης της μικρασιατικής λαϊκής τέχνης και βιοτεχνίας (αγγειοπλαστική και ταπητουργία) στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα οργάνωσε εκθέσεις ζωγραφικής με έργα των Φώτη Κόντογλου και Σπύρου Παπαλουκά. Με τους δυο τελευταίους υπήρξε επίσης συνιδρυτής του Συλλόγου Μουσικών Τεχνών της Μυτιλήνης (μαζί με τον Στρατή Μυριβήλη) και της Εταιρείας Διακοσμητικής Τέχνης της Αθήνας. Υπήρξε επίσης βασικό στέλεχος των περιοδικών Φιλική Εταιτρεία και Φραγγέλιο και καλλιτεχνικός διευθυντής της Εταιρείας Αγγειοπλαστικής της Κιουτάχειας. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες "Μακεδονία" και "Εφημερίς των Βαλκανίων" (Θεσσαλονίκη) και "Ελεύθερος Λόγος" (Μυτιλήνη). Μετά από μια σοβαρή ασθένεια το 1927 και ανάρρωσή του στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και περιόδευσε δύο φορές ανά τη μακεδονική επαρχία, εμπειρία που του έδωσε υλικό για δημοσιογραφική έρευνα που δημοσίευσε στην εφημερίδα "Πρωία" (Ορεινή Ελλάδα), για κάποια εικαστικά έργα του, καθώς επίσης για το αφήγημα "Η ιστορία ενός αιχμαλώτου". Από το 1929 άρχισε να συνεργάζεται με τις αθηναϊκές εφημερίδες "Πρωία", "Πολιτεία" και "Νέος Κόσμος" ως δημοσιογράφος και παράλληλα δημοσίευσε λυρικά κείμενα στο περιοδικό "Κύκλος". Το 1931 ξεκίνησε η ενασχόλησή του με το έργο του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και γνωρίστηκε με το Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Το 1934 πήρε μέρος στην ίδρυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Συνεργάστηκε επίσης στην ίδρυση και την κυκλοφορία του περιοδικού "Το τρίτο μάτι" μαζί με τους Πικιώνη, Παπαλουκά, Χατζηκυριάκο-Γκίκα και Καραντινό 1935-1937) και το περιοδικό "Νεολαία" (1939-1940). Από το 1937 ως το 1939 εργάστηκε ως γραμματέας της τουριστικής επιτροπής Θεσσαλονίκης και κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου υπηρέτησε ως αξιωματικός. Το 1942 επέστρεψε στην Αθήνα και παντρεύτηκε τη Δήμητρα Δούκα που ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνία. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ και εντάχτηκε στο ΚΚΕ. Κακοποιήθηκε από τους γερμανούς κατακτητές για τη δράση του. Μετά την απελευθέρωση υπηρέτησε στα ιατρεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Ελεύθερα Γράμματα" (1949-1950 διευθυντής), "Ο αιώνας μας", "Ποιητική Τέχνη" και "Ζυγός". Υπήρξε σύμβουλος (1949-1953) και γενικός γραμματέας (1953-1960) της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Το 1962 έφυγε για να υποβληθεί σε εγχείρηση προστάτη στη Μόσχα. Η εγχείρηση δεν έγινε τελικά και ο Δούκας πέρασε την υπόλοιπη ζωή του κατάκοιτος στο σπίτι του στην Αθήνα. Συνεργάστηκε τότε με το περιοδικό "Διαγώνιος" της Θεσσαλονίκης και ολοκλήρωσε τα λογοτεχνικά του έργα "Οδοιπόρος" και "Ενώτια", καθώς και τα κείμενά του για τον Χαλεπά. Διώχθηκε από το δικτατορικό καθεστώς του Παπαδόπουλου και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε γηροκομεία. Τη χρονιά του θανάτου του πρόλαβε να αναγορευτεί επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, επίτιμο μέλος του Pen - Club και επίτιμος δημότης Ζωγράφου. Ο Δήμος Ζωγράφου δημιούργησε ένα μικρό μουσείο με χειρόγραφα και σχέδια του Στρατή Δούκα στο πνευματικό του κέντρο. Το συγγραφικό έργο του Στρατή Δούκα τοποθετείται χρονικά στην ελληνική πεζογραφία του μεσοπολέμου και εκτείνεται χρονικά ως τη μεταπολεμική πεζογραφία μας. Χαρακτηριστικό της γραφής του είναι η παράλληλη στήριξή του τόσο στην παράδοση, όσο και στα ανανεωτικά ρεύματα του καιρού του, η αξιοποίηση

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.