Γελωτοασπίδες
Σ’ ένα πολύ όμορφο χωριό, οι κάτοικοι δε γελούσαν ποτέ. Ένα πέπλο μιζέριας και δυστυχίας το σκεπάζει, με την γκρίνια και το παράπονο να έχουν τον πρώτο λόγο στα χείλη των ανθρώπων. Ακόμη και τα παιδιά δε γελούσαν, γιατί δεν άκουσαν ποτέ αυτό τον ήχο, μάλιστα στο σχολείο μάθαιναν, εκτός από γραφή, ανάγνωση και αριθμητική, «τρόπους να γκρινιάζουν και δικαιολογίες για να κλαίγονται»! Επιπλέον, όσες φορές κάποιος γέλασε τυχαία ή αυθόρμητα, μεγάλες συμφορές βρήκαν το χωριό κι έτσι το γέλιο απαγορεύτηκε αυστηρά.
Μια μέρα τα τρία παιδιά του Σαράντου του γανωτή ακούνε από κάτι περαστικούς για το γέλιο κι αρχίζουν να ψάχνουν τι είναι, τι σημαίνει, γιατί δεν υπάρχει στις ζωές τους. Μαζί μ’ έναν ανέλπιστο σύμμαχο αναλαμβάνουν μια σημαντική αποστολή: να πάνε στη Σπηλιά του Γέλωτα και να φέρουν τις γελωτοασπίδες, αρκεί να μην κιοτέψουν, να μη μαλώσουν, να μη χωριστούν. Εμπόδια, αναποδιές, προκλήσεις, κίνδυνοι θα δυσκολέψουν αυτό το μαγικό ταξίδι και τα παιδιά πρέπει να παλέψουν με τον εαυτό τους και με τους πειρασμούς, θα καταφέρουν λοιπόν να φτάσουν ως το τέλος και να παραμείνουν ενωμένα; Ο δυνατός και αδείλιαστος Πυγμαλίωνας, η μικροσκοπική και εύθραυστη Συνετή και ο κλαψιάρης Ευτύχης, με άλλα λόγια η καρδιά, η γροθιά και η ζυγαριά, είναι γραφτό να λύσουν την κατάρα που έχει πέσει στο χωριό. Η λογική, ο δυναμισμός και ο συναισθηματισμός που εκπροσωπούν τα παιδιά της ιστορίας συναποτελούν την προσωπικότητα ενός ηγέτη, σύμφωνα με τη θεωρία του καθηγητή εφαρμοσμένης ψυχολογίας Ντικ Γουόλεν. Φυσικά δεν έχουμε όλοι αυτές τις ιδιότητες στον ίδιο βαθμό και αυτό το αποδεικνύει η ιστορία με τις ανατροπές της, τονίζοντας πως πρέπει να προσπαθήσουμε να δουλέψουμε με τον εαυτό μας ώστε να φτιάξουμε μια ισορροπημένη προσωπικότητα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα αλληγορία για όσα μπορεί να πετύχει μια ηγετική φυσιογνωμία.
Σε γενικές γραμμές, η Φιλιώ Λαζανά έγραψε μια εκπληκτική ιστορία, γραμμένη σαν παραμύθι αλλά για μεγάλα παιδιά, γεμάτη με όλα τα συναρπαστικά γνωρίσματα του είδους: κυνήγι θησαυρού, φυλακτά, κατάρες, φανταστικοί τόποι με μαγικά ονόματα και διαχρονικές πανανθρώπινες αλήθειες. Το κείμενο είναι μια έξυπνη παραβολή για το γέλιο και πώς αυτό μικραίνει όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, αφού οι έγνοιες τον βαραίνουν και τον κάνουν να βουλιάζει. Το γέλιο «έχει την όψη της ευτυχίας, τα χρώματα του ουράνιου τόξου, τη ζεστασιά της αγκαλιάς και τη γλύκα του μελιού. Κι όσο για τον ήχο του, κελαρύζει με τρόπους αμέτρητους, όσες και οι ψυχές των ανθρώπων» (σελ. 31).
Πολύ όμορφες περιγραφές, απολαυστικές επεξηγήσεις και διευκρινίσεις για μερικά από τα περιστατικά της αφήγησης (πώς εδραιώθηκε η κατάρα, γιατί δεν αποκαλύπτεται το όνομα του χωριού, ποιος έφερε τώρα στο φως την ιστορία και με ποιον τρόπο, πώς ζούσε η οικογένεια των τριών παιδιών, πώς συμπεριφερόταν ο δάσκαλος κ. π. ά.), πλούσιο λεξιλόγιο, ενδιαφέρουσες παρομοιώσεις, τρυφερά καλολογικά στοιχεία, άφθονα μικρά περιστατικά που πλαισιώνουν ταιριαστά την κεντρική ιδέα, όλα αυτά δημιουργούν ένα κράμα φανταστικής ιστορίας και αυθεντικών λαογραφικών παραδόσεων.
Η εικονογράφηση της Δήμητρας Παπαδημητρίου είναι ταιριαστή με το περιεχόμενο του κειμένου και ζωντανεύει με ενάργεια, αδρές γραμμές, υπέροχα χρώματα και καλοδουλεμένη μίξη ρεαλισμού με φαντασία ένα συναρπαστικό και γεμάτο νοήματα κείμενο. Χρησιμοποιεί ποικίλα χρώματα ταιριαστά με το σημείο που κειμένου που αναπαριστά, δημιουργεί εικόνες-πίνακες γεμάτους ομορφιά και στήνει ένα παραμυθένιο και ταυτόχρονα ρεαλιστικό τοπίο.
Πάνος Τουρλής