Ο λιμός

του Πάνου Αμυρά

Ένας Γερμανός λοχαγός των Ες Ες δολοφονήθηκε στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» στην Αθήνα. Ήταν απεσταλμένος του Γιόζεφ Γκέμπελς και κρατούσε μια τσάντα με πολύτιμα έγγραφα που εξαφανίστηκαν. Η ελληνική κυβέρνηση και οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής αναθέτουν την υπόθεση στον υπαστυνόμο Νίκο Αγραφιώτη. Ταυτόχρονα, ο ναυτικός αποκλεισμός της Αθήνας και η δήμευση των τροφίμων από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους δημιουργούν πρωτοφανείς συνθήκες λιμού και άγριας πείνας στον κατεχόμενο λαό, κάτι που πρέπει να γίνει ευρύτερα γνωστό στους Συμμάχους και να κινητοποιηθούν για ενίσχυση σε σιτάρι και άλλες πρώτες ύλες. Ποιος και με ποιον τρόπο θα αναλάβει κάτι τέτοιο και πόσο εύκολο είναι να υπάρξει επικοινωνία με την Αμερική και την Αγγλία;

Το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα του κυρίου Πάνου Αμυρά είναι μια συναρπαστική και τεκμηριωμένη τοιχογραφία της κατοχικής Αθήνας του 1941 και ταυτόχρονα μια καλογραμμένη και γεμάτη δράση και ανατροπές αστυνομική περιπέτεια. Η υπόθεση που καλείται να εξιχνιάσει ο Αγραφιώτης τον οδηγεί σε κυκλώματα λαθρεμπορίου τροφίμων και μαύρης αγοράς, στα οποία εμπλέκονται τρανταχτά ονόματα των δυνάμεων κατοχής αλλά και της ελληνικής κυβέρνησης. Σε κάθε του βήμα μπαίνει όλο και πιο βαθιά σ’ έναν βούρκο που αναγκάζεται να διασχίσει και πρέπει να σχεδιάζει με μεγάλη προσοχή το επόμενό του βήμα. Οι έρευνες και οι ανακρίσεις είναι καλογραμμένες και η υπόθεση έχει ενδιαφέρουσες εξελίξεις, ώσπου ενώνεται με την ομάδα των ανθρώπων που προετοιμάζουν την ενημέρωση της συμμαχικής κοινής γνώμης πάνω στο θέμα του λιμού. Από κει και πέρα η ένταση ανεβαίνει κατακόρυφα, οι εκπλήξεις είναι απανωτές και η ιστορία με τράβηξε ως το λυτρωτικό και ανακουφιστικό τέλος, αφήνοντάς με γεμάτο από ιστορικές πληροφορίες και συναισθήματα.

Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν η ζωντάνια και η απεικόνιση της τοπογραφίας της Αθήνας εκείνης της εποχής, που στηρίχτηκε σε κοπιώδη και προσεγμένη μελέτη των σχετικών πηγών και της βιβλιογραφίας. Περπάτησα από το Βατραχονήσι και τον αφρισμένο Ιλισό απέναντι από το Καλλιμάρμαρο ως τη «Μεγάλη Βρετανία» και τα προσφυγικά του Παγκρατίου, από το Γκαζοχώρι ως το Μπαρουτάδικο κι από τα Πατήσια ως τον Πειραιά. Οδοί και λεωφόροι, συνοικίες και νοσοκομεία, εμβληματικά κτήρια και πολυκατοικίες αποκαλύπτουν τα μυστικά τους, τον τρόπο επίταξης και χρήσης από τις δυνάμεις του εχθρού, κάνοντάς με να τρέχω σε αναζήτηση περαιτέρω πληροφοριών, συνεπαρμένος από το αναπάντεχο κυνήγι γνώσης στο οποίο με έριξε το βιβλίο. Κομαντατούρ, Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση (που στρατολογούσε Έλληνες για να πολεμήσουν με τους Ναζί), Γερμανική Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία, Γκεστάπο, το Αρχηγείο της αστυνομίας στη γωνία Στουρνάρη και Πατησίων, ζαχαροπλαστεία, ξενοδοχεία, ακόμη και καζίνο συγκροτούν μια συναρπαστική και μελετημένη εικόνα μιας πόλης και μιας εποχής κατά τις οποίες ένας «τελευταίος τροχός αμάξης» αγωνίζεται να διαλευκάνει μια υπόθεση από την οποία δε θα βγει κερδισμένος.

Δεν είναι όμως μόνο τα κτήρια αλλά και οι άνθρωποι, μιας και σημαντικά ιστορικά πρόσωπα αναμιγνύονται με τη φαντασία του συγγραφέα. Ο Νίκος Αγραφιώτης στην καθημερινότητά του και υπό συγκεκριμένες συνθήκες συναντάει ανθρώπους όπως ο Άγγελος Έβερτ, ο Αριστοτέλης Κουτσουμάρης, ο Άγγελος Σικλιανός, ο Νίκος Παπαδημητρίου, ο Γεώργιος Τσολάκογλου, η Λιλίκα Νάκου (που με την «Κόλαση των παιδιών» ζωντάνεψε τις κακουχίες των αθώων ψυχών από την πείνα), η Μαρία Ιορδανίδου και η Ιωάννα Τσάτσου, η Γερμανίδα ηθοποιός Κίρστεν Χάιμπεργκ και άλλοι ενώ Πατριάρχης Αθηναγόρας, Ουίνστον Τσόρτσιλ, Σπύρος Σκούρας και πολλοί άλλοι δίνουν τον δικό τους αγώνα γύρω από τον λιμό της Αθήνας. Ο συγγραφέας μάλιστα φρόντισε να υπάρχει ένα παράρτημα στις τελευταίες σελίδες με όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τα ιστορικά πρόσωπα που σκιαγραφούνται στο έργο του.

Ήταν πραγματικά δύσκολος και σκληρός ο χειμώνας του 1941 για όλους, σε αστικά κέντρα και χωριά. Πείνα, κρύο, εξαθλίωση, πληθωρισμός, μαύρη αγορά, αβιταμίνωση: «Όλων των Ελληνόπουλων τα μάτια είχαν μεγαλώσει τους τελευταίους μήνες. Όχι μόνο γι’ αυτά που έβλεπαν αλλά κυρίως γι’ αυτά που δεν έτρωγαν» (σελ. 55). Οι περιγραφές είναι ωμές και σκληρές, δημιουργούν την ατμόσφαιρα της εξαθλίωσης που υπήρχε και ο συγγραφέας δε διστάζει δίπλα στα σάρκινα κουβάρια που ζεσταίνονταν στις σχάρες της Ομόνοιας πάνω από το τρένο, που ζητιάνευαν στις γωνίες, που πέθαιναν στον δρόμο και πετιόνταν σε ομαδικούς τάφους να τοποθετήσει τους μαυραγορίτες, τους καταδότες, τους κατασκόπους και όλους όσοι είχαν πλουτίσει από αυτήν την κατάσταση να ζουν μια τρυφηλή ζωή, γεμάτη ανέσεις και πολυτέλειες.

Το σύστημα της μαύρης αγοράς σε ευσύνοπτη και γεμάτη πολλές πληροφορίες εξιστόρηση με βοήθησε να κατανοήσω πολλά και να γελάσω με τη σκηνή που δημιούργησε ο Αγραφιώτης μ’ έναν μαυραγορίτη σαν άλλος Ιησούς έξω από τον Οίκο του Κυρίου. Ακόμη και ο τρόπος που καταγράφεται το κύκλωμα ήταν τόσο απλός και συναρπαστικός που με βοήθησε να καταλάβω πολλά και να τρομάξω με τον τρόπο που λειτουργούσε η τοκογλυφία και πώς ξεγελιούνταν άνθρωποι που ξεπουλούσαν λεφτά, κοσμήματα, ακόμη και σπίτια ή μαγαζιά από γυπαετούς που δρούσαν απάνθρωπα σε μια εποχή που η δραχμή κατρακυλούσε στην υποτίμηση με φρενήρη ταχύτητα! Εξίσου συγκινητικές και συχνές είναι και οι αναφορές του συγγραφέα στις ένδοξες στιγμές της εποποιίας του 1940, τις οποίες αντιπαραβάλλει με τις εικόνες των ανθρώπινων ρακών που ζητιανεύουν τώρα στους δρόμους για ένα ξεροκόμματο. Τον ενοχλεί τον Αγραφιώτη το πώς άλλαξε μέσα σ’ ένα χρόνο η κατάσταση και κυρίως πόσο απάνθρωπη είναι η μπότα που καταπατάει κάθε ανθρώπινο δικαίωμα και αξιοπρέπεια. Εξοργιστικές είναι οι αναφορές από «ανθρωπάρια» της δοτής κυβέρνησης για τον λόγο του λιμού και πώς έριχνε ο ένας κατακτητής στον άλλον την ευθύνη, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια. Όλα αυτά όμως ωχριούν όταν βγαίνει στο προσκήνιο ο Αριστοτέλης Κουτσουμάρης, ένας άνθρωπος τον οποίο ο Νίκος Αγραφιώτης θαυμάζει και ο συγγραφέας φροντίζει να ζωντανέψει με τα καλύτερα λόγια ως προς το ήθος και την καριέρα του  που σπιλώθηκε από φανατικούς εχθρούς στο Κίνημα του 1935.

Εξαιρετικό το πρώτο κεφάλαιο με το οποίο στήνεται η αρχή της συναρπαστικής υπόθεσης, όπου ο λουστράκος Στέλιος Ιωσηφίδης πηγαίνει στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» για να βρει φαγητό. Είναι το πρώτο δείγμα μιας στρωτής γραφής που ξέρει να ζωντανεύει παράλληλες ιστορίες, μπολιάζοντάς τες με συναρπαστικά πραγματολογικά και περιγραφικά στοιχεία. Έτσι και στο υπόλοιπο κείμενο: «Ο ήλιος είχε βάλει τα δυνατά του να κοροϊδέψει τον χιονιά από τις πρώτες κιόλας ώρες της ημερήσιας τροχιάς του, πριν παραδεχτεί οριστικά τη συντριβή του από το ψύχος του Δεκεμβρίου» (σελ. 31). Ρεαλιστική γραφή, εναλλαγές σκηνών, μετρημένα βήματα, ένα άρτιο σχέδιο που αποκαλύπτεται σταδιακά κι όλα αυτά μ’ ένα διακριτικό χιούμορ που κάποιες φορές βγαίνει στο προσκήνιο: «-Δεν έχεις διαβάσει βιβλία του Στέφαν Τσβάιχ; -Σε ποια λογοτεχνική σχολή ανήκει; -Εάν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε, στην καλοψημένη. Βλέπεις, τα βιβλία του Τσβάιχ είναι μεταξύ αυτών που έκαιγαν οι Ναζί το 1933 για να πετύχουν την εθνοκάθαρση στα μυαλά τους» (σελ. 134). Σε κάποια σημεία η ταχύτητα αφήγησης αποτυπώνεται στον γραπτό λόγο με ελλειπτικές προτάσεις, που δε με ενόχλησαν καθόλου, αντίθετα, δημιούργησαν τον ρυθμό που χρειάζεται για να ενταχθώ στο κείμενο και να παρακολουθήσω από κοντά τις περιπέτειες του Αγραφιώτη.

Αυτό που μου έλειψε αρκετά στο κείμενο ήταν μια βαθύτερη ψυχογραφία των χαρακτήρων, μιας κι ένιωθα, με εξαίρεση τον Κουτσουμάρη για τον οποίο έμαθα πολλά, πως δεν σκιαγραφούνται επαρκώς οι ήρωες. Ο υπαστυνόμος Νικόλαος Αγραφιώτης, ετών 30, υπάγεται στο Β΄ Τμήμα Αστυνομίας Πόλεων με έδρα την Πλάκα και τέθηκε σε διαθεσιμότητα τον Μάιο του ίδιου έτους που διαδραματίζεται η ιστορία μας μετά το περιστατικό στην Ακρόπολη με τη γερμανική σημαία. Σπούδασε Εγκληματολογία στη Χαϊδελβέργη το 1937 όπου είδε μαζικές ωμότητες του ναζισμού και τις σιχάθηκε. Είχε μια ερωτική απογοήτευση, πίνει πολύ κρασί για να ξεχάσει την πείνα του και, σχεδόν ξαφνικά ερωτεύεται. Ένιωσα πως δεν υπήρξε επαρκής φωτισμός της νοοτροπίας του, πλην των αυτονόητων: μίσος για την κυβέρνηση-ανδρείκελο, απέχθεια προς τους κατακτητές, αγάπη για την πατρίδα, αυταπάρνηση κλπ. Ίσως το βάρος που δόθηκε στα ιστορικά γεγονότα, η συναρπαστική λεπτομέρεια του σκηνικού και κάποια παρένθετα γεγονότα να μην άφησαν χώρο για την περαιτέρω ανάπτυξη του πρωταγωνιστή, χωρίς όμως αυτή η παρατήρηση να μειώνει σε κύρος και αξία το σύνολο του μυθιστορήματος. Από την άλλη οι υπόλοιποι χαρακτήρες επίσης δεν αποδόθηκαν με βαθύτερη ματιά, μιας και τοποθετήθηκαν για να εξυπηρετούν τις ανάγκες της πλοκής, δίνοντας όμως όλοι τους ένα απαραίτητο κομμάτι στο συνολικό παζλ. Τέλος, το πολύπλοκο των γερμανικών δυνάμεων, με υπηρεσίας αντικατασκοπίας, αστυνόμευσης και ανακρίσεων καταγράφεται εξίσου κατανοητά και με βοήθησε και σε αυτόν τον τομέα να ξεδιαλύνω διάφορες απορίες.

Λιμός λοιπόν. Πείνα και αβιταμίνωση. Τα τρόφιμα του «Κουρτουλούς» δε φτάνουν, ο λαός χρειάζεται σιτάρι. Σκληρό λαθρεμπόριο γύρω από το εμπόριο τροφίμων, σπιούνοι και απατεωνίσκοι που εκμεταλλεύονται την κατάσταση, παιδιά με πρησμένες από την αβιταμίνωση κοιλιές, δελτία που δε φτάνουν για να χορτάσουν ούτε ένα δευτερόλεπτο πείνας. Και μέσα σε αυτό το κλίμα ένας αστυνόμος αγωνίζεται να βγάλει άκρη σε κάτι που του αναθέτουν και στο οποίο δεν μπορεί να αρνηθεί, κάτι που ξεκινάει ως τυπική έρευνα και καταλήγει σε κάτι αναπάντεχο, με πλοκάμια που απλώνονται σε απρόσμενα μονοπάτια! Ρεαλισμός και ατμόσφαιρα συντροφεύουν μια καλή ιδέα: αστυνομικό μυθιστόρημα τον καιρό της Κατοχής!

Πάνος Τουρλής