Τρικυμίες παθών

της Αργυρώς Μαντόγλου

Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) είναι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού με πλούσιο συγγραφικό, εκδοτικό και στοχαστικό έργο. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης κι έμαθε πολλές ξένες γλώσσες. Το 1771, ακολουθώντας την επιθυμία του πατέρα του, επιτυχημένου εμπόρου μεταξιού, να ασχοληθεί κι εκείνος με το αντικείμενο, ταξίδεψε στο Άμστερνταμ για να δουλέψει στις οικογενειακές επιχειρήσεις και για να εμπλουτίσει ακόμη περισσότερο τη μόρφωσή του. Δυστυχώς, μόλις έξι χρόνια αργότερα, αποτυγχάνει κι αναγκάζεται να γυρίσει πίσω, μόνο που δε θέλει να πάει στη Σμύρνη και στην καταπιεστική Οθωμανική Αυτοκρατορία κι έτσι παρατείνει το ταξίδι του, μένοντας στη Λειψία, στη Βιέννη και στη Βενετία.

Την περίοδο της ζωής του σημαντικού αυτού πνευματικού ανθρώπου στην πρωτεύουσα της Ολλανδίας παρακολουθεί η Αργυρώ Μαντόγλου, παρακινημένη από τη σεβάσμια μορφή που όλοι έχουμε υπ’ όψιν όταν αναφερόμαστε στον Κοραή και την αντίφαση που παρουσιάζεται με τα πρώτα του άσοφα και γεμάτα νεανικές τρέλες χρόνια του. Είμαστε λίγο πριν τη Γαλλική Επανάσταση, σε μια πόλη που αποτελεί ευρωπαϊκό κέντρο εμπορίου και διακρίνεται από χαλάρωση ηθών και νεωτεριστικές ιδέες. Μέλημα της συγγραφέως είναι η απόδοση της ατμόσφαιρας της εποχής και των ιδιαιτεροτήτων των χαρακτήρων, ειδικά του πολυδιάστατου Κοραή, κάτι που καταφέρνει ικανοποιητικά. Ο Διαμαντής, όπως ονομάζεται  στο βιβλίο, δέχεται την απόφαση του πατέρα του, έχει όμως τα δικά του, κρυφά σχέδια: «Η μανιώδης αποστροφή του για την Τουρκιά και ο πόθος του για γνώση δεν του επέτρεπαν ν’ αλλάξει γνώμη» (σελ. 21). Θέλει να πάει στη Δύση, «εκεί που γράφτηκαν τα έργα που μελετούσε, εκεί που μιλιούνται οι γλώσσες που μαθαίνει. Λαχταρούσε να πάει στη Δύση να φωτιστεί» (σελ. 24). Ο Διαμαντής καρτεράει με λαχτάρα τη συνάντησή του με τον Βύρτον, φίλο του ιερέα Βερνάρδου Κεύνου στη Σμύρνη που έγραψε συστατική επιστολή ώστε να τον βοηθήσει ο Βύρτον κατά την παραμονή του εκεί με τους κύκλους της πόλης και για να τον φέρει σε επαφή με τη γλώσσα και τα κείμενα των προγόνων του.

Το μυθιστόρημα είναι συμπυκνωμένο και εξισορροπεί μεταξύ βιογραφίας και μυθιστορήματος, χωρίς να με κουράσει στιγμή και χωρίς να είναι βαρυφορτωμένο με περιττές ιστορικές ή άλλες λεπτομέρειες. Φωτίζεται σωστά ο χαρακτήρας του λογίου, η λαχτάρα του να μορφωθεί, η αγάπη του για την ελληνική γλώσσα, οι απόψεις του για τον υπόδουλο ελληνισμό και πώς αυτός θα ελευθερωθεί αν αποκοπεί το ατομικό συμφέρον από το συλλογικό, αν αρχίσει να μιλάει με τις δικές του λέξεις που περιέχουν αιώνες σοφίας, αν τηρήσουν τις δικές τους παραδόσεις κ. ά. Οι οικονομικές του ατασθαλίες δεν είναι προϊόν κομπασμού και ελαφρότητας αλλά αποτέλεσμα της ευπιστίας του, των παράτολμων σχεδίων που συλλαμβάνει για βελτίωση των οικονομικών της επιχείρησης σε καιρούς δύσκολους και με προϋποθέσεις ασύμφορες. Επιπλέον, καταγράφονται οι αντιθέσεις της καθημερινότητας στη Σμύρνη με αυτήν στο Άμστερνταμ, με την Όπερα να είναι «…υποχρεωτική, πιο σημαντική ακόμα και από την εκκλησία» (σελ. 109) και τον κώδικα της βεντάλιας που χρησιμοποιούν ανύπαντρες και έγγαμες γυναίκες να είναι τα μυστικά σημάδια επικοινωνίας μεταξύ ενδιαφερομένων. Οι εντυπώσεις του Διαμαντή από αυτόν τον τόσο διαφορετικό κόσμο, οι προσπάθειες ενσωμάτωσής του σε αυτό το σύμπαν, ακόμη και ο έρωτας είναι πτυχές της προσωπικότητάς του που φωτίζονται χωρίς ίχνος σκανδαλοθηρίας.

Ο Κοραής ίσως παρασύρεται από τον κοσμοπολιτισμό, τα γράμματα όμως δεν τα ξεχνάει, γι’ αυτό στις βαρετές, πληκτικές βραδιές με πλούσιους συνδαιτυμόνες, ματαιόδοξους και ρηχούς συνομιλητές, το χαμόγελό του πλαταίνει με τη σκέψη στο τελευταίο βιβλίο του Βολταίρου που του ταχυδρομήθηκε. Το εντυπωσιακό είναι πως έχει καταλάβει από νωρίς πόσο διαφέρει η ελληνική κοινότητα: «…αυτή η μικρή κοινότητα των Γραικών, των πνευματοκτόνων Γραικών, αμάθητοι έμποροι και παραγιοί…» (σελ. 109) από αυτήν που άφησε πίσω του ή, ακόμη χειρότερα, από τους υπόλοιπους πλουσίους. Σταδιακά οδηγείται σε κάμψη, μέχρι να φτάσουμε όμως εκεί υπάρχουν άφθονα κωμικοτραγικά περιστατικά, γραμμένα με τρόπο που η ανάγνωση κυλάει αβίαστα, συνδυάζοντας αυθεντικές φράσεις του Κοραή με μυθιστορηματικά δοσμένες εξελίξεις. Αποσπάσματα από κείμενά του στεφανώνουν την αρχή κάθε κεφαλαίου ενώ η αντίθεσή του με τον Σταμάτη Πέτρου, υπάλληλο του πατέρα του που τον συνοδεύει στο ταξίδι γιατί ξέρει καλά την αγορά, τη γλώσσα, τα προϊόντα και τις συνήθειες του τόπου κι είναι πολύτιμος, είναι αξιοπρόσεκτη. Ο Κοραής εκνευρίζεται με την άγνοια και την πανουργία του παραγιού, ο δεύτερος όμως διαβλέπει πράγματα και νιτερέσα που διαφεύγουν του πρώτου. Θα καταφέρει λοιπόν ο σημαντικός λόγιος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού να συνδυάσει την κοσμοπολίτικη ζωή κι αυτήν του εμπόρου με τη σοφία και τη μελέτη των κειμένων;

Οι «Τρικυμίες παθών» είναι μια καλογραμμένη μυθιστορηματική βιογραφία του Αδαμαντίου Κοραή, σχετική με τα χρόνια της παραμονής του στο Άμστερνταμ. Ευσύνοπτα κεφάλαια, ενδιαφέρουσες περιπέτειες, ένας απρόσμενος έρωτας με αναπάντεχο τέλος, διαρκείς  εμπορικές αποτυχίες και ταυτόχρονα επαφή με φιλολογικά και άλλα κείμενα που συγκροτούν την προσωπικότητα και τη νοοτροπία του Κοραή δημιουργούν μια ιστορία που κυλάει αβίαστα και φωτίζει πλέρια και αντικειμενικά τα πρώτα βήματα του διαφωτιστή στην Ευρώπη. Το ευφάνταστο και ευρηματικό τέλος κλείνει το μυθιστόρημα με ελπίδα και προσμονή.

Πάνος Τουρλής