Β6

της Μαργαρίτας Αλευρίδη

Η Μαργαρίτα Αλευρίδη, μετά το δυνατό «Τζόκερ», επιστρέφει με μια συλλογή έξι διηγημάτων που ξεφεύγει αρκετά από τις συλλογές του είδους, γιατί ελάχιστες φορές ως τώρα διάβασα τόσο ζωντανές, διψασμένες για αυθυπαρξία σε εκτενέστερο μυθιστόρημα ιστορίες, τόσο πυκνογραμμένες, μεστές και με ποικίλα αφηγηματικά μέσα. Κάθε κείμενο της συλλογής με βύθισε και σ’ ένα διαφορετικό σύμπαν χάρη στο οποίο έχανα τον κόσμο και τον χρόνο γύρω μου κι έπαιρνα βαθιά ανάσα πριν προχωρήσω στο επόμενο. Οι συλλογές διηγημάτων γενικά μπορεί να καταγράφουν απλώς ιστορίες, μπορεί να ξεπετάνε μια πλοκή μέσα σε τρεις σελίδες, μπορεί να ολοκληρώνονται σύντομα ή πιο εκτεταμένα, μπορεί να κρατάνε συντροφιά στον αναγνώστη για καιρό ή να ξεχνιούνται σχεδόν αμέσως, στο «Β6» όμως όλα αυτά τα αφήνουμε πίσω μας.

Στο «Σπίτι», η Ασπασία περιτριγυρίζει στο άδειο πατρικό της, ενθυμούμενη την αδελφή της, Αρετή και τη γάτα τους, τη Σουλτάνα. Αξιοσημείωτη είναι η σχέση που έχει αναπτύξει με τους τέσσερις τοίχους: «Το σπίτι φτιάχνει την ιστορία του απ’ τις ιστορίες εκείνων που έζησαν μέσα του κι όταν φεύγουν ένας ένας παλεύει να μοιραστεί τη μνήμη του μ’ εκείνον που μένει πίσω» (σελ. 14). Αναπολεί τις στιγμές που έζησε με την οικογένειά της και το σπίτι λες και αντιδράει στα λόγια της με τον δικό του τρόπο. Οι τελευταίες σελίδες φέρνουν την ιστορία στις πραγματικές της διαστάσεις και συνδυάζουν με ευφάνταστα απρόσμενο τρόπο τις συναρπαστικές λεπτομέρειες του διηγήματος. Στο «Claire Luxury Flower Concepts» η Κική, παρατηρητική, φλύαρη, αφηρημένη, εργάζεται σε ανθοπωλείο που ανήκει στην Κλερ και απευθύνεται σε υψηλά βαλάντια. Η πρωταγωνίστρια είναι παντρεμένη με τον Θωμά αλλά τους χωρίζει η επιθυμία της να κάνει παιδί. «…κατά βάθος την αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του. Αυτό το βάθος όμως ήταν πάντα πρόβλημα για εκείνη που ήταν μαθημένη σε ρηχά νερά και δεν είχε εξοπλισμό για απαιτητικές καταδύσεις» (σελ. 28). Οι δυο τους είναι ένα κλασικό ζευγάρι της εποχής μας: «Ο δικός τους έρωτας ήταν έρωτας κανονικός. Αγχωμένος…που διακόπτεται όταν χτυπάει το κουδούνι για τα κοινόχρηστα και μετά ξεχνάει να συνεχίσει», σελ. 31). Όνειρα και σχέδια φυσικά γίνονται βορά στην καθημερινότητα, πόσο παραστατικά και γλυκόπικρα δίνονται όμως: «…τα ρεσό που φυλούσε αναμμένα παιδιόθεν μέσα στο μυαλό της για αυτήν την περίσταση, λαμπάδιασαν μεμιάς τις διάφανες ροζ κουρτίνες των ονείρων της και βρόμισε ο τόπος καμένο νάιλον» (σελ. 31). Με εκπληκτικό υποδόριο χιούμορ καταγράφονται οι σχέσεις ενός ζευγαριού με διαφορετικές προσδοκίες, έχουμε δηλαδή τα γνωστά στερεότυπα της πεζογραφίας μεν, δοσμένα δε με το προσωπικό στυλ της συγγραφέως που δοκιμάζεται επιτυχημένα στη διακριτική ειρωνεία και το σαρδόνιο χιούμορ. Μεστό, γεμάτο και πολυεπίπεδο διήγημα, του οποίου το τέλος ένιωσα σα να στρίμωξε σε λίγες αράδες το κλείσιμο μιας ιστορίας που είχε ξεδιπλωθεί αβίαστα και σωστά.

Στο «Οριζοντίως και καθέτως», η Ειρήνη αρχίζει να συμπεριφέρεται παράξενα μετά την απώλεια του συζύγου της, ανησυχώντας την οικογένειά της. Είναι μια ιδιόρρυθμη γυναίκα που έμεινε μόνη μετά από σαράντα πέντε χρόνια κοινής ζωής. Αγαπημένη της συνήθεια, να στοιβάζει πράγματα στην αποθήκη και κυρίως κούτες με περιοδικά από λυμένα σταυρόλεξα: «Όταν θα γεράσω πολύ και θ’ αρχίσω να χάνω τις λέξεις που μάζευα μια ζωή, όταν θα έχω πια ξεχάσει τι σημαίνουν όσες θυμάμαι, θα έρχομαι εδώ και θα τις μαθαίνω απ’ την αρχή για να σ’ τις λέω» (σελ. 73). Η γραφή του συγκεκριμένου κειμένου διαφέρει αρκετά, γιατί μπαίνουμε σταδιακά στο σύμπαν της Ειρήνης και δεν τη γνωρίζουμε από την αρχή ενώ ο κεντρικός θεματικός άξονας μεταπηδάει από υπο-πλοκή σε υπο-πλοκή, που όμως όλες τους είναι άρρηκτα δεμένες με την κεντρική ιδέα. Η ιδιαίτερη αφήγηση γύρω από την κηδεία με την οποία ξεκινάει το κείμενο δείχνει στριφνή και ασαφής, σύντομα όμως οι χαρακτήρες αρχίζουν να μας συστήνονται και να ξεδιπλώνουν τη δική του προσωπικότητα ο καθένας. Πρόκειται για ένα ξεχωριστό διήγημα, που προσεγγίζει πολύπλευρα τον πόνο και τον χειρισμό της απώλειας που κατεδαφίζει κάθε συνήθεια («…από κάποιο σημείο και μετά, γίνεται πιο σημαντικό να είσαι συνεπής στην πιστή επανάληψη μιας πράξης παρά η πράξη καθαυτή», σελ. 75), σοκάρει με την ωμότητα που συντροφεύει τη μοναξιά της ζωής και τις αναμνήσεις που ανήκουν για πάντα στο χτες («Πόσο μακριά είναι πλέον τα χρόνια που οι φίλοι χάνονταν από καβγάδες και μόνο;», σελ. 80), καταγράφει με σεβασμό μια παράλληλη, κρυφή σχέση, όχι γεμάτη ερωτισμό και έλξη, απλώς μια κοινή πορεία που δε διασταυρώθηκε ποτέ με την κανονική του εραστή της («…κάποιες φορές δύο άνθρωποι γίνονται συνοδοιπόροι χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν πού πηγαίνουν. Πως γίνονται συνοδοιπόροι επειδή ακριβώς έπαψε να τους ενδιαφέρει πού πηγαίνουν», σελ. 96) και χτίζει μια απόλυτα ανατρεπτική ιστορία που τελειώνει χαρίζοντάς μου ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.

Στο «Μάνα, μητέρα, μαμά» πρωταγωνιστεί η Μαρίνα Καλαφάτη, που δε γέννησε ποτέ παιδιά, μεγάλωσε όμως τέσσερα: την Ξενούλα, τον Τάκη, την Κατερίνα και την Ιφιγένεια. Ήρθε από το χωριό για να βοηθάει μια θεία της με το μεροκάματο και καθαρίζει πολυκατοικίες στο Κολωνάκι ώσπου η τύχη τα φέρνει να δουλέψει εσωτερική στης Χουρμουζιάδη κι έτσι ξεδιπλώνεται μισ οικογενειακή ιστορία με την οπτική και το λεξιλόγιο της Μαρίνας, μιας γυναίκας που δεν τελείωσε το δημοτικό κι άρχισε τα μεροκάματα από νωρίς αλλά: «Εγώ που με βλέπεις, όταν πρόκειται για χαρακτήρα, τονε πιάνουνε οι κεραίες μου απ’ το πρώτο ζύγι» (σελ. 151). Γνωρίζει απανωτά ανθρώπους, ονειρεύεται, κουράζεται, προσδοκά, απογοητεύεται κι όλα πάντα γύρω από παιδιά, που νιώθει πως τα φέρνει στη ζωή της η αγία που έχει το όνομά της! Πόσο βαθυστόχαστες είναι οι παρατηρήσεις της και πόσο διεισδυτικές οι απόψεις της: «…κι εκατό χρονώ να φτάσει ο άνθρωπος, η ψυχή του θα ξεγυμνώνεται πάντα όταν τονε τυλίγουνε χέρια αγαπημένα. Χέρια εμπιστοσύνης, να πούμε, σα σπιτικό και σαν πατρίδα» (σελ. 162). Κι όσο κλάμα συγκράτησα στα προηγούμενα κείμενα, όλο ξεχύθηκε με το τρυφερό τέλος.

Στο διήγημα με τίτλο «Ο συγγράφων», η Υβόννη Δειλινού κάνει εκδοτικό πάταγο ως πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας, ο Γιάννης απολύεται από τη δουλειά του, χωρίς να πάψει στον ελεύθερο χρόνο του να γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα, ξεφεύγοντας έτσι από την πραγματικότητα και η Δανάη Στεργίου, με λαμπρές σπουδές, αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη της στον εκδοτικό χώρο, μακριά από την οικογενειακή επιχείρηση που την περιμένει έτοιμη και στρωμένη, οπότε το δυσοίωνο μέλλον του εκδοτικού οίκου «Διαδρομές» είναι μια μεγάλη πρόκληση για κείνη. Πώς συνδέονται μεταξύ τους αυτοί οι άνθρωποι και πώς θα καταλήξει η ιστορία τους; Τι συνέπειες θα έχουν ορισμένες επιλογές και πώς θα χειριστούν το μέλλον τους; Στο κείμενο στηλιτεύονται τα κακώς κείμενα της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής, μου έκανε εντύπως όμως που η συγγραφέας χειρίστηκε το θέμα της όχι με την πίκρα κάποιου που δεν εκδίδεται ή που τα αντίτυπά του δεν πωλούνται αλλά με την εμπειρία κάποιου που βλέπει τι γίνεται και δεν του αρέσει η αδικία. Κρίμα που δεν είχε κάποιο ανατρεπτικό ή σαφέστερο τέλος. Το «Β6», με το οποίο κλείνει η συλλογή, είναι ένα ενδιαφέρον σύντομο διήγημα για μια φιλία έξι γυναικών που κρατάει πολλά χρόνια ως την εποχή του κορονοϊού και της άδειας υπ’ αριθμόν Β6 για άσκηση. Η ματιά και η κατάθεση της συγγραφέως για τις δύσκολες εποχές της πανδημίας που ζούμε στριμώχνονται σ’ ένα μικρό κείμενο γεμάτο από «σφηνάκια γνωριμίας» με τις υφολογικές και αφηγηματικές δυνατότητες της Μαργαρίτας Αλευρίδη.

«Β6» λοιπόν, είτε Β για τη δεύτερη εμφάνιση της συγγραφέως και 6 για τον αριθμό των διηγημάτων, είτε άδεια κυκλοφορίας στον εσωτερικό κόσμο της συγγραφέως όπως στέλναμε κωδικό Β6 κατά τη διάρκεια της πανδημίας είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, η νέα συγγραφική της απόπειρα είναι δυνατή, καλοσχεδιασμένη και γεμάτη μηνύματα, ιδέες και ανατροπές.

Πάνος Τουρλής