0 Shopping Cart 0.00€
0 προϊόντα - 0.00€ Shopping Cart

Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν

της Τζανίν Ντι Τζιοβάνι

Η Janine di Giovanni, συνεργάτιδα των New York Times και του Guardian, είναι η σημαντικότερη πολεμική ανταποκρίτρια της γενιάς της κι έχει καλύψει πολέμους και ανθρωπιστικές κρίσεις σε Βοσνία, Αφγανιστάν, Τσετσενία κ. α. Στο βιβλίο αυτό παρακολουθεί τον πόλεμο της Συρίας μέσα από τα μάτια όσων τον βιώνουν, αφηγείται τις ιστορίες των στρατιωτών (του κυβερνητικού στρατού αλλά και της αντιπολίτευσης) και των αμάχων και προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες και να αποστασιοποιηθεί ψυχολογικά από τα όσα διαδραματίζονται γύρω της, φυσικά κάτι εντελώς ανέφικτο γιατί δεν παύει να είναι ένα ανθρώπινο πλάσμα και μητέρα.

Ήδη από τον πρόλογο του βιβλίου, όπου αναφέρεται στις εμπειρίες της από τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, δείχνει τη δύναμη και την ακεραιότητα του χαρακτήρα της και διατυπώνει κάτι τραγικό: η μοίρα όλων των εμφυλίων και των πολέμων είναι ο ίδιος, καραβάνια προσφύγων και αίμα αθώων. Μιας και η Μέση Ανατολή την τραβούσε ανέκαθεν, κατέληξε στη Συρία, «τον τελευταίο κρίκο στην αλυσίδα των επαναστάσεων», όπου η επανάσταση ξεκίνησε ειρηνικά, απότοκη της Αραβικής Άνοιξης, αλλά τώρα [το 2016 που γράφτηκε αυτό το βιβλίο] «έχει μεταμορφωθεί σ’ έναν πόλεμο φρικαλέο και βάρβαρο» (σελ. 20).

Η ματιά της είναι διεισδυτική και διερευνητική, παρουσιάζει ακριβοδίκαια κάθε διαφορά πολιτισμών και νοοτροπιών, φωτίζει εξίσου τις δυστυχίες και τη χαρά, πετρώνει στη σφαγή και χαμογελά στις ελάχιστες ώρες αναψυχής. Η Συρία είναι «μια χώρα αλλιώτικη, μια χώρα που παράπαιε στο χείλος του πολέμου» (σελ. 23), ζει δηλαδή μια τραγωδία αναπόφευκτη, που διαφαινόταν ήδη από τον βίαιο διαμελισμό της περιοχής από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις με την εκπνοή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές, μιας και τη μια μέρα η ελίτ εθελοτυφλεί με χλιδάτα πάρτι και την άλλη το ρεύμα έχει κοπεί και οι ελεύθεροι σκοπευτές περιμένουν να βγουν κεφάλια αθώων στο μπαλκόνι του σπιτιού τους για να τους πυροβολήσουν.

Η συγγραφέας ταξίδεψε στη Συρία από το 2012, που η χώρα ήταν ακόμη στα πρόθυρα του πολέμου, πάντα με τις απαραίτητες βίζες, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως ήταν καλοδεχούμενη όπου «τρύπωνε». Με ακεραιότητα και όσο γίνεται καλύτερη διασταύρωση πηγών, με ανωνυμία μαρτύρων, με κίνδυνο της ίδιας της ζωής της (δεν είναι άλλωστε και λίγα τα θύματα μεταξύ των πολεμικών ανταποκριτών) καταγράφει έναν αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο σε μια χώρα-χωνευτήρι εθνοτικών ομάδων: ακτιβιστές και αντάρτες, Σουνίτες και Σιίτες, Αλαουίτες και Εβραίοι, χριστιανοί και Κούρδοι, Μυστική αστυνομία (Μουχαμπαράτ), ISIS (το Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας) που εμφανίστηκε απλώς για να χειροτερέψει τα πράγματα αιματοκυλιούνται όσο ο Πρόεδρος της χώρας αγωνίζεται να κρατήσει την εξουσία του.

Εκτός από το καθαρά ειδησεογραφικό κομμάτι του κειμένου, με τις χιλιάδες εύληπτα γραμμένες πληροφορίες και τη συναρπαστική παραστατικότητα γύρω από την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, παρεμβάλλονται και προσωποποιημένες ιστορίες αθώων ανθρώπων που ζουν ανείπωτη φρίκη, ακόμη και θάνατο κυριολεκτικά από τη μια στιγμή στην άλλη «το πρωί που ήρθαν να τους πάρουν» και όχι μόνο τότε. Έτσι, δε μαθαίνουμε μόνο για τα αίτια και τις εξελίξεις του πολέμου και της επανάστασης στη Συρία αλλά και για τις φριχτές αλλαγές στις ζωές ανθρώπων που αγωνίζονται για μια ελπίδα, για μια δημοκρατία. «Όλοι θυμούνται το τελευταίο τους πρωινό φυσιολογικής ζωής» (σελ. 47).

Δυνατά πανανθρώπινα μηνύματα ξεπηδάνε από το βιβλίο: «Το χαμηλότερο σημείο που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος είναι να βασανίσει ή να βασανιστεί. Σκοπός του βασανιστή είναι να προξενήσει αφόρητο πόνο στο θύμα του και να το αποκτηνώσει. Η πράξη αυτή καταστρέφει όχι μόνο τις ψυχές των δύο αυτών ανθρώπων, του βασανιστή και του βασανιζόμενου, αλλά και τις ίδιες τις σάρκες της κοινωνίας. Υποβάλλοντας έναν άνθρωπο στη βία, τη σεξουαλική κακοποίηση ή σε μαρτύρια ακόμη χειρότερα, τον μετατρέπεις σε κάτι κατώτερο από άνθρωπο. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να επιστρέψει στην ανθρωπότητα όταν έχει αποκτηνωθεί κατ΄ αυτόν τον τρόπο;» (σελ. 50). Και το χειρότερο: «Σε τούτο τον πόλεμο δεν έχουν ακόμα συγκρουστεί μεταξύ τους οι πραγματικοί αντίπαλοι αλλά μόνον αντιπρόσωποί τους» (σελ. 82).

Ανατριχιαστικά εντυπωσιακή είναι η στάση των περισσότερων Σύρων που πιστεύουν πως όλα τα βασανιστήρια, οι σφαγές, οι βιασμοί είναι αποτέλεσμα προπαγάνδας. Κανείς δεν παραδέχεται την εμφύλια διαμάχη που έχει ξεσπάσει στη χώρα. «-Αυτή δεν είναι η Συρία μας», λέει ο ένας, «-Κάποτε είχαμε έναν κοινό εχθρό, το Ισραήλ. Τώρα είμαστε ο ένας εχθρός του άλλου», λέει ο άλλος. Δαμασκός, Χομς, Ζαμπαντάνι, Νταράγια πονάνε και ματώνουν και το μάτι αποστρέφεται όταν φτάνουμε στο πανάρχαιο και σημαντικό πολιτιστικό μνημείο της πόλης του Χαλεπίου: «Σήμερα, ακόμα κι η ιστορία μοιάζει αδιάφορη. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να φυλαχτείς από τις σφαίρες» (σελ. 201).

Η ηρωίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος αρχικά καταγράφει, παρατηρεί, σημειώνει, συμμετέχει, όσο πλησίαζα όμως προς το τέλος του βιβλίου τόσο καταλάβαινα πως η γυναίκα τελικά λύγισε, δάκρυσε, «έσπασε»… Να ‘ταν η κορύφωση των περιπετειών που έζησε, ο θάνατος της ελπίδας, η ματαιότητα ή μήπως το Χαλέπι, που μόλις το 2006 είχε κερδίσει τον τίτλο της Ισλαμικής Πόλης του Πολιτισμού κι ένα ρεύμα ξένων διασήμων ξεκίνησε να το επισκέπτεται με απευθείας πτήσεις και να επενδύει σε αυτό; Τι τραγική ειρωνεία… Μήπως το μεγαλύτερο θύμα ενός πολέμου, τα παιδιά; «Τα βάσανα των παιδιών είναι εξαιρετικά επώδυνα για τον καθένα, αλλά όταν κοιτάω τα μάτια της μάνας που τα παιδιά της πεθαίνουν αβοήθητα, εγώ, ως μάνα, νιώθω ψεύτικη. Που το βλέπω αυτό και που μετά μπορώ να γυρίσω σπίτι μου» (σελ. 213).

Το βιβλίο είναι μια πολύτιμη, ρεαλιστική και τεκμηριωμένη μαρτυρία μιας γυναίκας που ρίσκαρε τη ζωή της για να καταγράψει την αλήθεια κι από τις δυο πλευρές και το ξεκλήρισμα μιας κάποτε λαμπερής και χαρούμενης χώρας που τώρα αγωνιά για το επόμενο δευτερόλεπτο της ίδιας της της ανάσας. Επεξηγηματικές σημειώσεις και χρονολόγιο της Συρίας από την πρώιμη ιστορία ως σήμερα, αναλυτική καταγραφή του εμφυλίου από το 2011 έως το 2016 και ευρετήριο συμπληρώνουν το πλούσιο σε συναίσθημα και πληροφορίες κείμενο που με κλόνισε και μου έφερε δάκρυα στα μάτια, όχι τόσο για τα βάσανα και τα βασανιστήρια των αθώων αλλά κυρίως για τη διαπίστωση πως κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι σε τέτοιες περιπτώσεις είτε λέγεται ΟΗΕ είτε είναι ένας απλός άνθρωπος που αγωνιά για όσους δοκιμάζονται σε μια άλλη χώρα.

Πάνος Τουρλής