Το παράθυρο της Νεφέλης

του Σπύρου Πετρουλάκη

Το ξωκλήσι της ελληνικής λογοτεχνίας! Όπως στέκουν κι αυτά σιωπηλά, χωμένα μες στα βράχια ή σε απόμερους δρόμους και περιμένουν να τα ανακαλύψουν τυχαία οι περαστικοί διαβάτες για να τους χαρίσουν έντονα συναισθήματα, έτσι κι αυτό το βιβλίο. Είναι εκεί, χωμένο μες στην τρέχουσα εκδοτική βιβλιοπαραγωγή, ταπεινό και αθόρυβο, όμως γεμάτο πρόσωπα και χαρακτήρες και μια ατμόσφαιρα που θα αλλάξει για πάντα την ψυχολογία του αναγνώστη, όπως τα ξωκλήσια είναι γεμάτα αγιογραφίες και μια γαλήνη που τη χαρίζουν απλόχερα στους περαστικούς. Μην αγνοήσετε αυτό το βιβλίο και μην το ξεκινήσετε αν έχετε κάτι να κάνετε αργότερα, γιατί δε θα το αφήσετε από τα χέρια σας! Ένα από τα καλύτερα σύγχρονα ελληνικά κοινωνικά μυθιστορήματα που θα το θυμάστε για καιρό και θα φωτίζει για πάντα το μονοπάτι της ελπίδας που πρέπει να χαράζει ο καθένας στη ζωή του.

Στο βιβλίο διαβάζουμε για τη ζωή της Νεφέλης, ενός κοριτσιού που απήχθη ξεφνικά από τη Λευκάδα όπου περνούσε τις διακοπές της, για χρόνια ζούσε έγκλειστη σε ένα σπίτι με μια τρελή «μάνα» κι έναν μέθυσο «πατέρα», όμως κατάφερε να ξεφύγει από αυτόν τον κλοιό και να ζήσει μια ζωή γεμάτη αγώνα, θυσίες, στερήσεις για ένα παράθυρο στον ήλιο! Έντονες σκηνές, καθημερινοί διάλογοι, άψογος χειρισμός της πλοκής, δυνατά και αντιφατικά συναισθήματα για όλους ανεξαιρέτως τους χαρακτήρες, ανατροπές, συγκίνηση, ανθρωπιά, ένταση, αγωνία, ένα καταπληκτικό και αδιάσπαστο σύνολο που θα αγαπήσει και ο πιο δύσκολος αναγνώστης!

Η Νεφέλη, ή Ιωάννα Ιωάννου, είναι η μία από τις δύο κόρες του μεγαλογιατρού Κώστα Ιωάννου και της Ελένης. Όταν το 1996 θα πάνε για διακοπές στη Λευκάδα, η ζωή τους θ' αλλάξει για πάντα. Οι Λευκαδιώτες Γιάννης και Ματίνα Λογοθέτη αγωνίζονται να αποκτήσουν παιδί αλλά η τύχη δεν τους χαμογελά. Η Ματίνα αγγίζει την τρέλα και απάγει την Ιωάννα, την οποία βαφτίζει Νεφέλη, λόγω του επίκαιρου τότε τραγουδιού της Χαρούλας Αλεξίου. Ο συγγραφέας δε διστάζει να περιγράψει με πειστική αληθοφάνεια τις δύσκολες στιγμές του αθώου κοριτσιού σε αυτήν την οικογένεια, που το έσκασε και κρύφτηκε στην Αθήνα. Καβγάδες, γκρίνια, ανεργία, μιζέρια, κι ο φόβος της φυλακής οδηγούσαν σε ομηρικούς καβγάδες και ασταμάτητο ξύλο του παιδιού. Όταν η Ματίνα μένει έγκυος στον Αναστάση παρατά τη Νεφέλη να μεγαλώνει μόνη της μες στο σπίτι. Κι όμως, αυτό το κοριτσάκι βρίσκει διέξοδο και γεμίζει αισιοδοξία, δύναμη και ελπίδα ζωγραφίζοντας! Γεμίζει το δωμάτιό της χρώματα και σκηνές αξεπεέραστης κομψότητας, κάτι που τραβά το ενδιαφέρον της καθηγήτριάς της των καλλιτεχνικών, της Αντιγόνης. Κι αυτή είναι μόνο η αρχή!

Οι πρώτες σελίδες με την παιδική κακοποίηση ίσως φτάσουν στα όριά τους τους αναγνώστες λόγω των καταστάσεων που περιγράφονται, όμως αυτό με πείσμωσε να συνεχίσω την ανάγνωση, περιμένοντας ότι αυτό το κοριτσάκι θα μεγαλώσει και κάποια στιγμή θα γνωρίσει και τους αληθινούς της γονείς και μπλα, μπλα, μπλα. Κι όμως, ο συγγραφέας προσπερνά έξυπνα τον σκόπελο του λαϊκού μελοδράματος, κάτι που ήδη έχει κάνει από την αρχή, με τις μετατοπίσεις από το παρόν στο παρελθόν, κάτι που κορυφώνει την αγωνία για το πώς φτάνει η πλοκή σε αυτήν την κορύφωση. Ο στιβαρός λόγος, η πλαστικότητα των ηρώων, η μεστή επιδεξιότητα στον χειρισμό της ιστορίας, στοιχεία που διέπουν το ταλέντο του συγγραφέα, παρασέρνουν το μυθιστόρημα μακριά από τυπικότητες, ανοησίες, μελό και το ανεβάζουν ένα σκαλί πιο πάνω! Και μου κάνει ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση που αυτή η ευαισθησία για την παιδική κακοποίηση, η αγάπη για τη μικρή Νεφέλη πηγάζει από αντρική ψυχή! Σπάνια έχω δει άντρα να καταφέρνει τόσο ικανοποιητικά να αποδώσει στο χαρτί συναισθήματα που πηγάζουν κυρίως από τη γυναικεία καρδιά! Διπλά συγχαρητήρια και γι' αυτό!

Όταν άρχισα να διαβάζω την ιστορία της Νεφέλης από την εφηβεία και μετά, που άνοιξε τα φτερά της μακριά από το κολαστήριο που ζούσε, αναρωτιόμουν πού το πήγαινε ο κύριος Πετρουλάκης. Όταν έχεις γεμίσει τόσες σκέψεις, τόσες εικόνες και τρέμουν τα χέρια σου όταν γυρνάς τις σελίδες, πώς γίνεται το μυθιστόρημα να μετατρέπεται σε ρομάντσο και η Νεφέλη να αρχίζει να γνωρίζει έρωτες και άντρες; Κι όμως, βιάστηκα να κατακρίνω την εξέλιξη της πλοκής! Αν και μακρηγορεί αρκετά ως σύνολο, το κείμενο είναι τόσο καλογραμμένο που δεν αγανάκτησα, γιατί καμία πρόταση και κανένα κεφάλαιο δεν ήταν περιττό! Δοκίμασα να προσπεράσω μερικές σελίδες όμως έχασα τη ροή κι αναγκάστηκα να γυρίσω πίσω! Αθήνα, Αίγινα, Ρόδος, Κάσος, Φλωρεντία είναι οι τόποι όπου ο συγγραφέας τοποθετεί τους ήρωές του και ταξιδεύει τους αναγνώστες.

Θα βρει η Ματίνα τους πραγματικούς της γονείς; Πόσο πολύ θα τη στηρίξουν η δασκάλα της, Αντιγόνη, η αδερφή της, Μελιτίνη, και η φίλη της αδερφής της, Αρετή; Πόσο σημαντικά θα είναι τα εφόδια της αισιοδοξίας και της ψυχικής δύναμης που συγκεντρώνει όλα αυτά τα χρόνια η Νεφέλη όταν θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον εφιάλτη της λευχαιμίας; Τι απέγιναν οι άνθρωποι που την άρπαξαν από τους γονείς της και ο αυτιστικός Αναστάσης, που ηρεμεί μόνο με το νανούρισμά της; Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα, πολυπρόσωπο και πολυεπίπεδο, με το πιο συγκλονιστικό και ολοκληρωμένο τέλος που έχω διαβάσει! Άραγε, θα καταφέρει ο συγγραφέας σε επόμενο έργο του να ξεπερεράσει τον ίδιο του τον εαυτό; Αυτό εγώ το υποστηρίζω σθεναρά και ανυπομονώ για το επόμενο δημιούργημά του!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Κοίταξε την Αντιγόνη στα μάτια με μια χαρά που, αν μπορούσε να τη μοιραστεί, θα γινόταν ευτυχισμένη όλη η πλάση» (σελ. 106).

«...ενώ από το σκυμμένο κεφάλι τα δάκρυα έσταζαν κάτω στη γη, στο προαύλιο του σχολείου...Δάκρυα που γύρευαν να εισδύσουν στο σκληρό τσιμέντο και να το διαλύσουν μεμιάς. Κι έπειτα να περάσουν στο χώμα, να το μουσκέψουν, να το ποτίσουν, ώσπου να φυτρώσει ένα δέντρο τόσο μεγάλο, που θα μπορούσε να σκεπάσει όλο τον κόσμο. Και τον ουρανό με τ' αστέρια του. Κι από τα κλαδιά του δε θα έβγαιναν άνθη και φύλλα παρά μόνο παιδικοί αναστεναγμοί. Αναστεναγμοί και θλίψη. Θλίψη και πόνος. Όλος ο πόνος που έκρυβε μέσα τη αυτή η τοσηδά ψυχόυλα» (σελ. 116).

«Τα κοχύλια άστραψαν για μια στιγμή στο φως, σαν τα άστρα του νυχτερινού ουρανού, πριν πέσουν. Ενός ουρανού που το άστρο της Νεφέλης έλειπε από πανω του» (σελ. 152).

«Η φλόγα του κεριού έχει απίστευτη δύναμη. Καίει εξαφανίζοντας το ίδιο το σώμα που την κρατά ζωντανή. Μα μόλις τα καταφέρει, δεν έχει χρόνο να θριαμβολογήσει. Τελειώνει κι εκείνη. Σβήνει. Κι έτσι το ταπεινό κεράκι αποκτά την ίδια απαράμιλλη δύναμη με τη φωτιά» (σελ. 339).

Πάνος Τουρλής