0 Shopping Cart 0.00€
0 προϊόντα - 0.00€ Shopping Cart

Το μυστικό του Λεονάρντο

του Αυγούστου Κορτώ

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452-1519) ήταν Ιταλός επιστήμονας και εφευρέτης, πολυμαθής και πολυτάλαντος. Ασχολήθηκε με τις εφευρέσεις, τη γλυπτική, την αρχιτεκτονική, τη μουσική, τα μαθηματικά, τη μηχανική, τη λογοτεχνία, την ανατομία, την αστρονομία κ. ά. Γεννήθηκε στο Βίντσι, γιος του νοτάριου Πιέρο ντα Βίντσι και μιας Κατερίνας αγνώστων λοιπών στοιχείων, οι οποίοι δεν παντρεύτηκαν ποτέ, αντίθετα ακολούθησαν χωριστές διαδρομές ως το τέλος της ζωής τους. Ο πατέρας του τον πήρε υπό την προστασία του και τον έστειλε μαθητευόμενο στο εργαστήριο του φλωρεντινού ζωγράφου και αρχιτέκτονα Αντρέα ντελ Βερρόκκιο κι αυτό ήταν η καλύτερη αρχή για την ξεχωριστή ζωή του μεγάλου αυτού επιστήμονα.

Ο Αύγουστος Κορτώ ζωντανεύει συμπυκνωμένα αυτήν την προσωπικότητα με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, μέσω του ημερολογίου που κρατάει ο ηλικιωμένος πια ντα Βίντσι, ο οποίος αναπολεί τη ζωή του και παραδέχεται πως κουβαλάει ένα φορτίο ασήκωτο, ένα έγκλημα που πρέπει κάποια στιγμή να το ομολογήσει. «Υπήρξα αλλόκοτος τεχνίτης» παραδέχεται και σημειώνει μάλιστα «σε κατοπτρική γραφή»! Παραδέχεται πως το μυστικό του είναι βαρύ και δε θέλει να το αντιμετωπίσει, γι’ αυτό αναπολεί και περιγράφει τα νιάτα του.Τι συνέβη λοιπόν και νιώθει ο ντα Βίντσι τύψεις; Ποιες ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε το πορτρέτο της Μόνα Λίζα; Πώς αντιμετώπισε τη σεξουαλικότητά του σε μια εποχή απαγορεύσεων και παρανομίας; Ποιες συνθήκες και ποιες συγκυρίες τον βοήθησαν να καλλιεργήσει το ανήσυχο πνεύμα του και το πολυδιάστατο ταλέντο του;

Το μυθιστόρημα με παρέσυρε στα μεσαιωνικά χρόνια της Ιταλίας και απέδωσε παραστατικά τον τόπο, τις συνήθειες και τις αντιλήψεις των ανθρώπων της εποχής, των πλουσίων και των φτωχών. Με ένα ξεχωριστό λεξιλόγιο, ιδιαίτερο και προσεγμένο, όμορφες και σπάνιες αλλά όχι «δύσκολες» ή «βαριές» λέξεις, ένιωσα σα να διάβαζα ένα πραγματικό ημερολόγιο του ντα Βίντσι. Ξεχωριστές και τρυφερές παρομοιώσεις και μεταφορές, πανέξυπνα επίθετα που δίνουν μια άλλη διάσταση στα αντικείμενα και στις καταστάσεις που περιγράφονται δημιούργησαν την ιδανική ατμόσφαιρα για να βυθιστώ στον κόσμο του ντα Βίντσι, ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από τα χαμόσπιτα του Ανκιάνο κι έφτασε ως το κάστρο του Βίντσι κι από κει στη Φλωρεντία, στην μποτέγκα του παιδαγωγού καλλιτεχνών Αντρέα ντελ Βερρόκιο, στο Μιλάνο και σε άλλα σημεία της ιταλικής και γαλλικής ενδοχώρας.

Ο συγγραφέας έχει φροντίσει να αναφέρει όλες τις λεπτομέρειες που συγκροτούν την ταυτότητα του επιστήμονα ευσύνοπτα και περιορισμένα. Ο τρόπος σκέψης του Λεονάρντο, ο χαρακτήρας του, η προσωπικότητά του καταγράφονται πολύ σωστά και ρεαλιστικά, αλλάζει, μεταστρέφεται, μετανιώνει, δημιουργεί, ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του, ζει παθιασμένα, καταγράφει, παρατηρεί, μιλάει, κρύβεται, πεινάει κι όλα αυτά μέσα από μια σειρά από επιλεγμένα γεγονότα της ζωής του. Τονίζεται ακόμη και η αριστεροχειρία του, παρ’ όλο που χρησιμοποιούσε εξίσου επιδέξια και τα δύο άκρα του. Παραδέχεται την ομοφυλοφιλία του, την οποία όμως επαινεί: «…νιώθω την ισόβια, ακαταμάχητη έλξη της σκανταλιάς, της παραβατικότητας, που υπήρξε από τότε η κινητήρια δύναμή μου. Μα ξέρω καλά την ηδονή που ‘χει χαρίσει στο μυαλό και στο κορμί μου» και στη συνέχεια: «Και με παρόμοια επιμονή, δείχνοντας σε απρόθυμος συντρόφους την προθυμία που οι ίδιοι πάσχιζαν να πνίξουν… κατάφερα πολλές φορές ν’ ανακουφίσω το κορμί μου με αγγίγματα που, αν γίνονταν γνωστά, θα μου στοίχιζαν όχι μόνο την υπόληψη, μα ίσως και την ίδια τη ζωή μου. Κι αυτή η απειθαρχία μου στάθηκε πιο πολύτιμη απ’ τη γνώση, χωρίς αυτήν, όσα κι αν είχα διδαχτεί, όσα κι αν είχα κάνει, δεν θα ‘χα μάθει τίποτα. Δεν θα ‘χα ζήσει τίποτα» (σελ. 70 και 71). Όταν μάλιστα γνωρίζει κι έναν μεγάλο έρωτα, τον οποίο παραδέχεται πως αποτύπωσε στον πίνακα του για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, που βλέπουμε στο εξώφυλλο του βιβλίου, αναφωνεί: «Δεν ξέρω αν είναι αιώνιος ο παράδεισος, όμως χωράει σε μια στιγμή» (σελ. 126).

Πόση αγάπη πήρε από τη μητριά του, την Αλμπιέρα, όταν στα πέντε του χρόνια ο πατέρας του τον κάλεσε κοντά του και του άλλαξε για πάντα τη ζωή, κι όλη αυτήν τη ζεστασιά την περνούσε πάντοτε στα χαρακτηριστικά των αγγέλων που ζωγράφιζε. Δεν είναι αχάριστος: «…μια ζαριά με χώρισε» απ’ το πεπρωμένο ενός αδαούς, νόθου παιδιού που θα μπορούσε να γίνει, αν τελικά δεν τον καλούσε κοντά του ο πατέρας του. «Όταν είσαι μικρός, ο κόσμος ορίζεται περισσότερο απ’ αυτά που αγνοείς παρά απ’ τα λίγα, τα ελάχιστα που ξέρεις. Γι’ αυτό και αποκομίζοντας γνώση, συγχρόνως απομακρύνεσαι απ’ την παιδική άγνοια κι επιστρέφεις σ’ αυτήν τυραννικά, καθώς συνειδητοποιείς ότι ο κόσμος κρύβει τόση γνώση που μπρος της ο ανθρώπινος νους είναι ένα νήπιο που δεν θα ψηλώσει ποτέ» (σελ. 19-20).

Μέσα από το κείμενο ξεπηδάνε υπέροχα διαχρονικά μηνύματα και καίριες παρατηρήσεις, που ακόμη και σήμερα εγείρουν θέματα συζήτησης και ακονίζουν το μυαλό να παρατηρήσει καλύτερα και να σκεφτεί περισσότερο. «Γιατί, σε αντίθεση με τη λέξη, που εμπεριέχει το νόημα, τη γνώση κι όσα υπήρξαν, η εικόνα είναι η επαλήθευση του βιώματος και η αναπαραγωγή του, η αποτύπωση της αίσθησης και ταυτόχρονα η εκ νέου δημιουργία της. Αν η λέξη σημαίνει Διάβασα, έμαθα, σκέφτηκα, η εικόνα σημαίνει: Είδα, έπραξα, έζησα» (σελ. 76). Ο ντα Βίντσι σέβεται τη φύση, αναγνωρίζει το μεγαλείο της: «Καμιά εικόνα καμωμένη από ανθρώπινο χέρι δεν ήταν ολοκληρωμένη, άρτια, άξια επαίνου, αν δεν είχε έστω και λίγη από την υπεράνθρωπη ωραιότητα του φυσικού κόσμου» (σελ. 95).

Είναι πολύ συγκινητικός ο διπλός άξονας αναφοράς: από τη μια έχουμε ένα παιδί με ελπίδες, όνειρα και την ανατροπή των πάντων όταν τελικά ο πλούσιος συμβολαιογράφος πατέρας του τον παίρνει κοντά του, μακριά από τη χαμοζωή κι από την άλλη έχουμε έναν ετοιμοθάνατο γέρο που ξαναπερνάει με έμπειρο βλέμμα όλα αυτά τα γεγονότα. Πόση ντροπή νιώθει που πια το σώμα του δεν τον υπακούει κι αφήνεται να τον καθαρίζουν άλλοι… Η ταπείνωση που νιώθει δεν προέρχεται από τουπέ (κοιτάξτε ποιος ήμουν και τι έκανα) αλλά από ντροπή για την κατάντια του ανθρώπου όταν περνάει ο χρόνος από πάνω του κι αυτό είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας προσωπικότητας προσγειωμένης στα πόδια της. «Όταν είσαι μικρός, ο χρόνος κυλάει σπασμωδικά κι αλλόκοτα, πότε σαν αστραπή και πότε σέρνοντας το βήμα, ώσπου, ίδιος με καρδιοχτύπι που ηρεμεί, καταλαγιάζει πια στον χρόνο της ωριμότητας, στη μονοτονία της μέρας που γεννά την άλλη μέρα κι όλες μαζί συνθέτουν τη ζωή» (σελ. 50).

Η συναρπαστική αυτή ζωή, από μόνη της υπερπλήρης σε γεγονότα, ξεδιπλώνεται σ’ ένα ιστορικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που ο συγγραφέας αποφεύγει να εκτείνει κι έτσι του αφιερώνει σχεδόν ολόκληρη τη σελίδα 107 καθώς κι ελάχιστα δείγματα τήδε κακείσε, κάτι αρκετά ευρηματικό, μιας κι ο αναγνώστης κουράζεται εύκολα ενώ ο κίνδυνος της υπερπληθώρας πληροφοριών πάντα καραδοκεί. Έτσι, μέσα σε ελάχιστες παραγράφους, κατάλαβα ποια εποχή και στιγμή άνθισε το ταλέντο του ντα Βίντσι και ποιες συγκυρίες βοήθησαν για να γίνει ευρύτερα γνωστός. Η αλήθεια βέβαια είναι πως πραγματικά υπήρχε άφθονο περιθώριο να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο το μυθιστόρημα και να μη νιώσω πως βιαστήκαμε να φτάσουμε στα γεγονότα που οδήγησαν στον πίνακα της Μόνα Λίζα. Ο συγγραφέας έδωσε το βάρος σε αρκετά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητας του επιστήμονα, τα οποία ανέπτυξε περισσότερο από άλλα, χωρίς να μακρηγορεί, επομένως με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης υπάρχει έντονο το αίσθημα της ανισομέρειας.

«Το μυστικό του Λεονάρντο» είναι ένα καλογραμμένο και ρεαλιστικό μυθιστόρημα, με συναρπαστική γραφή και ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή του μεγάλου αυτού ανθρώπου. Το μυστικό είναι ένα καθαρά μυθιστορηματικό εύρημα που όμως εντάσσεται αρμονικά στις εξελίξεις και την προσωπικότητα του ντα Βίντσι και χαρίζει μια αξιόλογη κορύφωση στην ήδη ενδιαφέρουσα αφήγηση. Ρεαλισμός και φαντασία, πραγματολογικά και καλολογικά στοιχεία είναι όλα αρμονικά δεμένα και δημιουργούν ένα ιδιαίτερο κείμενο.

Πάνος Τουρλής