0 Shopping Cart 0.00€
0 προϊόντα - 0.00€ Shopping Cart

Τι σου είναι η αγάπη τελικά

Μία συνέντευξη της Αλκυόνης Παπαδάκη

Μια συνέντευξη (γνωριμία μάλλον) με την Αλκυόνη Παπαδάκη.

Από την Κατερίνα Παπαδημητρίου

Συνήθως η γνωριμία από κοντά με έναν δημιουργό αποτελεί εμπειρία απογοητευτική (έως τραυματική!) Το δημιούργημα υπερβαίνει κατά πολύ αυτόν που το έφτιαξε, οι προσδοκίες μας βασίζονται στο δημιούργημα, άρα...

Παρ' όλα αυτά, πηγαίνοντας να συναντήσω την Αλκυόνη Παπαδάκη είχα την πεποίθηση σχεδόν ότι αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να πέσω από τα σύννεφα. Κάτι οι απανωτές τηλεφωνικές μας συνδιαλέξεις (κάπου δυο μήνες τώρα «το παλεύαμε» να βρεθούμε κι όλο κάτι πρόεκυπτε), κάτι ο ήχος της φωνής της, η αμεσότητα και η ζεστασιά που απέπνεε εκείνο το αυθόρμητο «Κατερίνα μου», μ' έκαναν να αισιοδοξώ. Και -ώ, του θαύματος! -επαληθεύτηκα...

Η συνέντευξη που «φιλοδοξούσα» να πάρω, απ' την πρώτη κιόλας στιγμή πήρε τη μορφή φιλικής κουβέντας, για να φτάσει πολύ σύντομα -και να περάσει- στα όρια της εκμυστήρευσης.

Κατά την απομαγνητοφώνηση προσπάθησα να διατηρήσω τις απαντήσεις όσο γινόταν πιο πιστές στον τρόπο που διατυπώθηκαν. Δεν ήταν εύκολο. Κι αυτό γιατί η Αλκυόνη Παπαδάκη είναι ένας «χείμαρρος». Κι ακόμα γιατί, εκτός από το να γράφει λες και ζωγραφίζει ή κεντάει, ο προφορικός της λόγος μοιάζει με τραγούδι. Είναι κι αυτές οι νησιώτικες ρίζες... Ούτε ένα φάλτσο δεν έφτασε στ' αυτιά μου τις δύο ώρες που περάσαμε μαζί ένα βραδάκι της τελευταίας εβδομάδας του Μάη.

Τα πράγματα φάνηκαν να βρίσκονται «σε καλό δρόμο» μιας εξαρχής: με ανοιχτή αγκαλιά και φίλημα σταυρωτό με υποδέχτηκε στο κατώφλι του σπιτιού της. Ένα εξοχικό «του παλιού καλού καιρού» περικυκλωμένο από τρία στρέμματα αγρό, μοσχοβολιστό. Χαμομήλι και γρασίδι, για βαθιές εισπνοές. Και σκόρπιες παπαρούνες για να ευφραίνονται, εκτός από την όσφρηση, και τα μάτια.

«Μη φοβάσαι, δε δαγκώνει», μου είπε δείχνοντας τον Σήφη, τον μαύρο σκύλο που με υποδέχτηκε στο πλευρό της.

Ο χώρος όπου κατοικεί όταν βρίσκεται στην Αθήνα (πηγαινοέρχεται από εδώ στη Σαλαμίνα, όπου βρίσκεται το κυρίως σπιτικό της) με γύρισε πίσω, στα παιδικά μου χρόνια. Σε κάποιες Κυριακές που με τους γονείς και τον αδελφό μου πηγαίναμε επίσκεψη σ' έναν θείο και κάτι ξαδέρφια «ερημίτες» όπως μου φαινόντουσαν τότε, «σοφούς και... μπροστά από την εποχή τους» όπως τους αντιλαμβάνομαι τώρα...

«Έλα μαζί μου να μιλάμε», με προσκάλεσε στην κουζίνα του σπιτιού, όπου σ' ένα μπρίκι (άλλο ταξίδι αυτό, στην κουζίνα της μητέρας μου αυτή τη φορά ), μου 'φτιαξε καφέ. «Μόνο Ελληνικός υπάρχει», μου είχε ανακοινώσει όταν της είπα τι ήθελα για κέρασμα και το βρήκα απολύτως ταιριαστό -και αναμενόμενο.

Το μηχάνημα που κατέγραφε τη «συνέντευξη» λειτούργησε μόλις είκοσι λεπτά. Ωστόσο η συνάντησή μας διήρκεσε δύο ολόκληρες ώρες. «Κάτσε λίγο ακόμα», μου είπε καθώς διέκοπτα την ηχογράφηση και από διακριτικότητα και μόνο ξεστόμισα: «Σας ευχαριστώ πολύ. Και τώρα θα πρέπει να πηγαίνω...»

Δεν χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά. Έμεινα εκεί καθισμένη απέναντί της μέχρι που το «κυρία Παπαδάκη», μετά από προτροπή της, έγινε «Αλκυόνη». Άλλη ευδαίμων στιγμή κι αυτή, όταν ο άνθρωπος που θαυμάζεις σου επιτρέπει να τον πλησιάσεις σαν να είστε παλιοί γνώριμοι, ισότιμοι, φίλοι.

Έφυγα από το σπίτι της, εκείνο το βράδυ, σχεδόν πετώντας, με το καινούργιο βιβλίο της, με ιδιόχειρη αφιέρωση, εννοείται. Φτάνοντας στο δικό μου, αφού ετοιμάστηκα για ύπνο, το πήρα στα χέρια μου κι ετοιμάστηκα να το διαβάσω. Αδύνατον. Η εικόνα, ο ήχος της φωνής της Αλκυόνης, ήταν τόσο νωπά ακόμα μέσα μου... Τόσο γεμάτη ένιωθα την ψυχή μου, πού άλλο τίποτα δεν χωρούσε. «Έσκαγα» από ευδαιμονία. Μου συμβαίνει αυτό κάθε φορά που συναντώ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ με όλα τα γράμματα κεφαλαία.

Το επόμενο πρωί, παρόλο που ο ύπνος δεν ήρθε εύκολα, σηκώθηκα ζωηρή και θαλερή, γεμάτη ενέργεια κι αισιοδοξία. Είχα μια αίσθηση σάμπως να είχα επιστρέψει από διακοπές μιας βδομάδας στο... εξωτερικό! Σαν να είχα επισκεφτεί μουσεία, να είχα θαυμάσει σπάνια έργα Τέχνης, να είχα παρακολουθήσει συναυλίες...

«Τελικά δεν σε ταξιδεύουν μόνο τα βιβλία της», κατέληξα. Ολόκληρη είναι ένας παλλόμενος ζεστός κόσμος. Μια φιλόξενη χώρα που θέλεις να επισκέπτεσαι ξανά και ξανά. Ένας τόπος γεμάτος τοπία και μυρουδιές, ήχους και γεύσεις που έρχονται απ' τα παλιά. Που ποτέ δεν βαριέσαι να επιστρέφεις εκεί, αλλά αντίθετα κάθε φορά κάτι καινούργιο ψυχανεμίζεσαι πως υπάρχει ν' ανακαλύψεις...

«Αλκυόνη», σκέφτομαι - και στο νου μου φτάνουν πετώντας οι χειμωνιάτικες μέρες που φέρουν το αντίστοιχο όνομα, χαρίζοντάς μας φώς κι ελπίδα μέσα στο καταχείμωνο, τότε ακριβώς που περισσότερο από ποτέ το έχουμε ανάγκη, που προσδοκούμε να διακρίνουμε μια αχτίδα ελπίδας στη σκοτεινιά για πάρουμε κουράγιο μέχρι να ξανάρθει η Άνοιξη. (Πόσο διορατική πρέπει να ήταν η «ονειροπόλα» μητέρα σου για να σε ονομάσει έτσι!)

Αλκυόνη, σ' ευχαριστώ που με αυθορμητισμό αλλά και περίσκεψη μου άνοιξες το σπίτι και την καρδιά σου. Εύχομαι, να διατηρήσεις για πάντα τη διάθεση «να δίνεις, να παίρνεις και να χώνεις το κεφάλι σου ακόμα κι εκεί όπου δεν χωράει!» Όπως τότε που ήσουν παιδί. Και να εξακολουθήσεις για πολύ ακόμα να μας αφηγείσαι τις υπέροχες ιστορίες σου, που θα τις «ακούμε» μ' ανοιχτά μάτια κι ανοιχτή καρδιά, όπως τότε που ήμασταν κι εμείς παιδιά...

Κατερίνα Παπαδημητρίου: «Τι σου είναι η αγάπη τελικά», ο τίτλος του νέου σας βιβλίου. Ευκολονόητο ότι η αγάπη είναι το θέμα του. Κάτω από ποιο πρίσμα ωστόσο;

Αλκυόνη Παπαδάκη: Κοίταξε... Περισσότερο έχει να κάνει με την έλλειψη της αγάπης και τις συνέπειες απ' την έλλειψη αυτή. «Παίζει» βέβαια και η αγάπη σαν αποτέλεσμα, αλλά τα δύο κοριτσάκια, που τη ζωή τους περιγράφω σ' αυτό το βιβλίο, έπασχαν από έλλειψη αγάπης.

Κ.Π.: Εννοείτε δηλαδή, ότι χωρίς αγάπη είναι δύσκολα τα πράγματα;

Α.Π.: Πάρα πολύ δύσκολα...

Κ.Π.: Τι αποτέλεσε το «εναρκτήριο λάκτισμα» για να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Α.Π.: Ήταν μια εικόνα που είχα στο μυαλό μου. Το όνειρό μου, όταν ήμουν νέα, ήταν να γίνω δημοσιογράφος. Για την ακρίβεια δεν το έβλεπα σαν δουλειά, αλλά σαν εμπειρία ζωής, πηγή χαράς. Μ' έστειλαν λοιπόν από το έντυπο όπου δούλευα -ήμουν τότε κάπου είκοσι-είκοσι δύο ετών- να κάνω ρεπορτάζ σε κάποια βρεφοκομεία. Σ' ένα τέτοιο ίδρυμα, στον Πειραιά, γνώρισα δυο δίδυμα κοριτσάκια. Αυτό που μου έκανε εντύπωση όταν τα πρωτοαντίκρισα -πέρα απ' την εξωτερική τους ομοιότητα- ήταν το ότι καθόντουσαν απομονωμένα σε μιαν άκρη. Εντύπωση επίσης μου έκαναν τα πληγιασμένα τους ποδαράκια, τα φουστανάκια τους τα μακριά, τα καλτσάκια τους τα πεσμένα. Η εικόνα τους με συγκλόνισε. Τα πλησίασα λοιπόν κι άρχισα να τους μιλάω. «Πώς σε λένε;» ρωτάω το ένα και μου λέει. «Κατειρήνες». «Κι εσένα;» ρωτάω το άλλο. «Κατειρήνες», μου απαντάει κι εκείνο. «Έχετε το ίδιο όνομα;» ξαναρωτάω. Και τότε μου λέει το ένα: «Εγώ είμαι αυτή». Και συνεχίζει το άλλο: «Κι αυτή είμαι εγώ». Κατάλαβα πως ήταν μια ψυχή σε δυο κορμάκια. Κι αυτό μου φάνηκε συγκλονιστικό. Το όνομά τους προέκυψε ως εξής: τη μία τη λέγανε Κατερίνα και τη άλλη Ειρήνη. Όποτε κάποιος φώναζε «Κατερίνα» ερχόταν η Ειρήνη κι όποτε φωνάζανε «Ειρήνη» ερχόταν η Κατερίνα. Τους δώσανε λοιπόν ένα όνομα, «Κατειρήνες», κι ερχόντουσαν και τα δυο. Κάτι άλλο που με συγκλόνισε σ' αυτά τα παιδιά ήταν η μοναχικότητα κι ο πόνος που διάβασα στα μάτια τους. Από τότε η εικόνα τους με κυνηγούσε κι ήθελα κάτι να γράψω γι' αυτές. Πριν από κάποια χρόνια σε μια συλλογή διηγημάτων μου με τίτλο «ΟΙ ΚΑΡΓΙΕΣ» έγραψα ένα διήγημα με τίτλο «ΟΙ ΚΑΤΕΙΡΗΝΕΣ». Πίστεψα τότε ότι είχα τελειώσει μ' αυτή την ιστορία. Έκανα λάθος όμως. Δεν είχα τελειώσει! Έτσι αποφάσισα το διήγημα να το κάνω μυθιστόρημα. Μόνο τον τίτλο άλλαξα, κι αυτό γιατί το «Κατειρήνες» δεν θα έλεγε και πολλά στον υποψήφιο αναγνώστη. Έγραψα αυτό το βιβλίο με τόση θέρμη. Το ζούσα. Ήταν τάμα ζωής για μένα...

Κ.Π.: Τι σημαίνει για σας η λέξη «συγγραφέας»;

Α.Π.: Εμένα κατ' αρχάς δεν αρέσει η λέξη συγγραφέας. Μου φαίνεται πολύ βαρύς τίτλος. Εγώ λογοτεχνία κάνω. Να πώς το αντιλαμβάνομαι: νιώθω σαν να έχω μαζέψει κάποιες εμπειρίες στη ζωή μου, να χω ζήσει και νιώσει κάποια πράγματα και θέλω όλα αυτά να τα μοιραστώ με τους άλλους, εκθέτοντας βέβαια τον εαυτό μου -κάτι που κοστίζει ακριβά.

Δεν το μετανιώνω όμως. Από μικρή βλέπεις μου άρεσε να χώνω το κεφάλι μου ακόμα κι εκεί που δεν χωρούσε. Μ' άρεσε να είμαι μαζί με τους άλλους, να συμπάσχω -ήθελα να δώσω, να πάρω. Μ' άρεσε αυτό το δούναι και λαβείν. Έπειτα βέβαια πρέπει να έχεις και κάποιο ταλέντο. Χωρίς το ταλέντο, που θα σε βοηθήσει να μπορέσεις να πεις αυτά που θέλεις, δεν γίνεται! Κι ακόμα είναι και θέμα δουλειάς: να καλλιεργήσεις αυτό το ταλέντο.

Κ.Π.: Το ταλέντο του συγγραφέα έγκειται περισσότερο στο να περιγράφει πρόσωπα και πράγματα ή να συλλαμβάνει πρωτίστως τους κραδασμούς;

Α.Π.: Ασφαλώς το σπουδαιότερο είναι το να αντιλαμβάνεται τους κραδασμούς και αμέσως μετά χρειάζεται η ικανότητα -που πηγάζει από την εμπειρία - να μπορεί να τους αποτυπώνει.

Κ.Π.: Αν δεν είχατε ανακαλύψει τη διέξοδο τους γραψίματος, με ποιόν άλλο τρόπο θα μπορούσατε ή θα θέλατε να επικοινωνείτε με τον πολύ κόσμο;

Α.Π.: Δεν ξέρω! Η αλήθεια είναι ότι έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να μην γίνω συγγραφέας. Προσπάθησα με πολλούς άλλους τρόπους. Άλλαζα, ας πούμε, δουλειές. Ένιωθα ότι το να γράφεις είναι πολύ ψυχοφθόρο. Κι εγώ ήθελα να κάνω κάτι πιο εύκολο, πιο αλέγκρο. Τελικά δεν τα κατάφερα. Ό,τι και να 'κανα, στο γράψιμο ξαναγύριζα... Αυτό ήξερα να κάνω. Αυτό ήταν το δικό μου μονοπάτι. Μεγάλωσα βλέπεις και κοντά σ' έναν θείο, αδερφό της μητέρας μου, που ήταν ποιητής. Όταν ήμουν παιδί πηγαίναμε περιπάτους, μου διάβαζε ποιήματα -δικά του και άλλων- μου έδειχνε τα ωραία πράγματα. Εκείνος μ' έβαλε σ' αυτό τον κόσμο. Εγώ, επειδή τον αγαπούσα πάρα πολύ, ήθελα να του μοιάσω... Φαντάσου ότι, για να τον ευχαριστήσω, έγραφα κι εγώ ποιηματάκια -ωραία ποιηματάκια- που ύστερα του τα διάβαζα. Έγραφα και ιστορίες.

Κ.Π.: Πότε δηλαδή ξεκινήσατε να γράφετε;

Α.Π.: Από πάρα πολύ μικρή. Από όταν έμαθα να γράφω. Μόλις πήγα σχολείο.

Κ.Π.: Κατά τη διάρκεια της συγγραφής ενός βιβλίου δουλεύετε με συγκεκριμένο ωράριο;

Α.Π.: Όχι, δεν δουλεύω με συγκεκριμένο ωράριο. Θέλω, βλέπεις, να τα κάνω όλα στο σπίτι: ψώνια, δουλειές μαγείρεμα. Δουλεύω λοιπόν τρείς με τέσσερεις ώρες την ημέρα -δεν αντέχω παραπάνω- όποτε βρω ευκαιρία! Συνήθως τέτοια ώρα, απογευματάκι υπάρχει περισσότερη ησυχία...

Κ.Π.: Πόσος χρόνος σας χρειάζεται συνήθως για να ολοκληρώσετε ένα μυθιστόρημα;

Α.Π.: Απ' ό,τι έχω δει, επτά με οκτώ μήνες. Όταν όμως αρχίσω, θέλω να δουλεύω κάθε μέρα γιατί έχω τις εικόνες στο μυαλό μου και βιάζομαι να τις καταγράψω.

Κ.Π.: Κάθε φορά που ξεκινάτε μια ιστορία γνωρίζετε πού θα καταλήξει ή εκπλήσσεστε με την έκβασή της;

Α.Π.: Α, όχι! Γνωρίζω απ' την αρχή όλες τις λεπτομέρειες. Ακόμα και τις ατάκες των ηρώων. Ξέρω και το τέλος! Βέβαια μπορεί ναι γίνουν αλλαγές, πολύ ασήμαντες όμως. Όταν ξεκινήσω λοιπόν ένα καινούργιο βιβλίο, γράφω κάθε μέρα γιατί έχω την αγωνία αυτό που έχω στο μυαλό μου να το αποτυπώσω και στο χαρτί. Για παράδειγμα την έκφραση των ματιών την κίνηση του σώματος. Πώς να τα δώσεις αυτά στον αναγνώστη να τα «δει»; Όταν γράφω έχω την αίσθηση ότι σκαλίζω μια πέτρα, λαξεύω ένα κομμάτι μάρμαρο. Δεν γράφω καθόλου εύκολα. Κάθε μου σελίδα είναι γραμμένη και ξαναγραμμένη τουλάχιστον τρείς φορές. Όσο απρογραμμάτιστη είμαι γενικά, τόσο προγραμματισμένη είμαι όταν γράφω!

Κ.Π.: Προσκαλείτε ή ακόμα «προκαλείτε» την έμπνευση ή της επιτρέπετε να σας επισκέπτεται όποτε εκείνη αποφασίσει;

Α.Π.: Όχι όχι! Δεν πιστεύω πολύ στην έμπνευση. Άμα καθίσω κάτω και στύψω το μυαλό μου, κάτι θα βγει! Δεν περιμένω να μου 'ρθει η έμπνευση κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τη θέα. Μπορώ να γράφω ακόμα κι αντικρίζοντας έναν τοίχο!

Κ.Π.: Σε τι ψυχολογική κατάσταση βρίσκεστε: α) Πριν ξεκινήσετε την συγγραφή ενός βιβλίου; β) κατά την διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας ; γ) όταν γράφετε τη λέξη «ΤΕΛΟΣ»;

Α.Π.: Πριν, έχω άγχος να δω αν θα μπορέσω να τα καταφέρω. Αν θα καταφέρω αυτό που έχω στο μυαλό μου να το μεταφέρω στο χαρτί έτσι ακριβώς όπως το φαντάζομαι. Όπως το θέλω.
Κατά τη διάρκεια της συγγραφής είμαι μέσα στον κόσμο του βιβλίου μου. Αποφεύγω να επικοινωνώ με τους φίλους μου. Απομονώνομαι λίγο...
Στο τέλος... Α, είναι πάρα πολύ μεγάλη η χαρά! Την τελευταία φορά να φανταστείς έγραψα τη λέξη ΤΕΛΟΣ με χρωματιστούς μαρκαδόρους για να το χαρώ! Από κει και πέρα το βλέπω αποστασιοποιημένα. Το δικό μου βιβλίο είναι τα χειρόγραφά μου. Εκεί έχω κάνει εγώ ό,τι ήθελα να κάνω. Αυτό που βλέπω τυπωμένο δεν μου ανήκει -έχει πάρει το δρόμο του.

Κ.Π.: Συνηθίζετε να ξαναδιαβάζετε τα βιβλία σας και, αν ναι, πώς αισθάνεστε;

Α.Π.: Όχι. Ποτέ! Γιατί θα δω ότι κάτι περισσότερο θα μπορούσα να είχα κάνει. Ακούγοντας μάλιστα σε καμιά παρουσίαση να διαβάζουν από βιβλία μου αποσπάσματα που τα έχω ξεχάσει -δεν έχω και καλή μνήμη- δεν τα αναγνωρίζω, αλλά μου αρέσουν πολύ! Λέω τότε: «Εγώ το έγραψα αυτό;» Αλλά για να το ξαναδιαβάσω από την αρχή...

Κ.Π.: Στις εποχές που διανύουμε αισθάνεστε να σας καταβάλει η απαισιοδοξία ή καταφέρνετε να διατηρείτε την αισιοδοξία σας;!

Α.Π.: Κάνω μεγάλες προσπάθειες. Ωστόσο, δεν ήμουνα ποτέ απαισιόδοξη. Παρ' όλο που η ζωή μου ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Δηλαδή για να καταλάβεις, εγώ σηκώνομαι το πρωί, λέω «καλημέρα», και το αισθάνομαι. Ασχέτως αν μέχρι το μεσημέρι έρθουν όλα τούμπα! Η πιο δύσκολή μου ώρα είναι νωρίς το πρωί, λίγο πριν το χάραμα, γιατί τότε ξυπνάω. Όμως δεν σηκώνομαι αμέσως από το κρεβάτι. Κάθομαι ξαπλωμένη και περιμένω να φανεί ο ήλιος. Μέχρι τότε όλα φαίνονται τόσο δύσκολα...

Κ.Π.: Τι γνώμη έχετε για το ηλεκτρονικό βιβλίο, τα περίφημα e-books; Κατά την άποψή σας θα βοηθήσουν να διευρυνθεί το αναγνωστικό κοινό;

Α.Π.: Νομίζω πως ναι. Κάθε πρόοδος κάπου βοηθάει.

Όμως πιστεύω πως το βιβλίο, σαν βιβλίο, δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Να μπορείς τα το πιάσεις στα χέρια σου, να νιώσεις το βάρος του, να το ξεφυλλίσεις, να υπογραμμίσεις με το μολύβι φράσεις που σου κάνουν εντύπωση, να το μυρίσεις. Το βιβλίο όπως το γνωρίζουμε έχει άλλη αίσθηση. Αυτό δεν πρόκειται ν' αλλάξει ποτέ!

Κ.Π.: Ποια είναι η αίσθησή σας για την εποχή που ζούμε;

Α.Π.: Δύσκολη. Πολύ δύσκολη... Το χειρότερο που μας συμβαίνει αυτή την εποχή είναι ο φόβος. Φοβόμαστε... Πρέπει όμως να διαφυλάξουμε το μικρόκοσμό μας. Να διατηρήσουμε το άρωμα της ψυχής μας. Περισσότερο σκέφτομαι τα νεαρά παιδιά που δεν έχουν περιθώριο να ονειρευτούν. Να βάλουν στόχους και να κάνουν όνειρα. Πώς θα είναι η ζωή αυτών των παιδιών; Πώς θα ζήσουν; Πώς θα κάνουν οικογένεια; Μια μαυρίλα. Κάτι πρέπει να γίνει. Είναι απάνθρωπη η εποχή μας. Κόβει τα φτερά των παιδιών. Πού πήγαν οι ανθρώπινες αξίες; Μας βάλανε σ' ένα ρυθμό ζωής όπου όλοι λειτουργούμε σαν ρομποτάκια. Χάσαμε έτσι σπουδαία πράγματα. Η καθημερινή μας ζωή έχει τις ομορφιές της και δεν μας αφήνουν να τις χαρούμε. Όμως κάτι θα γίνει. Προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη. Κάτι πρέπει να γίνει! Κάτι θα γίνει...