Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό

της Agatha Christie

Ο κακότροπος και ηλικιωμένος εκατομμυριούχος Σίμεον Λι καλεί εν όψει των Χριστουγέννων τα παιδιά του να περάσουν μαζί εκείνη την ημέρα. Ποια είναι όμως τα πραγματικά του κίνητρα; Γιατί δεν τον συμπαθεί κανένας; Τι κακό έχει κάνει στη γυναίκα του και στους γιους του; Ποιος τον θέλει νεκρό και γιατί; Γιατί ο Χάρι Λι και η Πιλάρ Εστραβάδος δεν είναι καλοδεχούμενοι από την υπόλοιπη οικογένεια;

Πρόκειται για μυθιστόρημα «κλειστού δωματίου» με όλα τα μέλη της οικογένειας να έχουν ο καθένας το δικό του λόγο να μισεί τον τυραννικό Σίμεον Λι («Θα μπορούσε να πει κανείς, μάλιστα, πως ήταν το είδος του ανθρώπου που όχι μόνο πούλησε την ψυχή του στον διάβολο αλλά ευχαριστήθηκε και τη συμφωνία», σελ. 188): ο πρωτότοκος Άλφρεντ με τη σύζυγό του, Λίντια («Θεωρώ πως είναι ένας κακόψυχος, τυραννικός γέρος»), ο βουλευτής Τζορτζ Λι με την κατά πολύ νεότερή του σύζυγο, Μάγκνταλεν, ο τρίτος γιος, Ντέιβιντ, με τη σύζυγό του, Χίλντα και ο τελευταίος Λι, ο Χάρι, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Υπάρχει φυσικά και η σαγηνευτική εγγονή Πιλάρ, κόρη της Τζένιφερ που πέθανε πολλά χρόνια πριν. Η υπόθεση ξετυλίγεται μέσα από μια σειρά ανακρίσεων αλλά και εξομολογήσεων στον Πουαρό των συζύγων για τους άντρες τους. Έχουμε και πάλι ποικίλες οπτικές γωνίες, ένα τραυματικό παρελθόν, μια χούφτα άκοπα διαμάντια και μια οικογένεια με σχεδόν ανύπαρκτους δεσμούς ενώ η υπόθεση οδεύει στο τέλος της μέσα από μια σειρά στοιχείων που ακολουθεί ο Πουαρό και συζητήσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας και των υπηρετών.

Ο διευθυντής της κομητειακής αστυνομίας όπου διαπράττεται το έγκλημα, συνταγματάρχης Τζόνσον, που γνωρίσαμε στην «Τραγωδία σε τρεις πράξεις», φιλοξενεί τον Πουαρό και η δολοφονία διακόπτει τη συζήτησή τους γι’ αυτήν ακριβώς την υπόθεση. Ο ντετέκτιβ αναπτύσσει μια αρκετά πρωτότυπη θεωρία του για την ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, σύμφωνα με την οποία η ψευδής αίσθηση οικογενειακής γαλήνης που αναγκάζει όσους όλο το χρόνο ζούσαν χώρια να ανταμώσουν ξανά ενέχει τον κίνδυνο να εξεγείρει πάθη και να οδηγήσει κάποιους στα άκρα, ακόμη και για ασήμαντο λόγο. Επιπλέον, το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε μεσούσης του ισπανικού εμφυλίου που ξεκίνησε το 1936 και διήρκεσε ως το 1939 κι έτσι η συγγραφέας εκφράζει το ενδιαφέρον της για τα γεγονότα μέσα από μια συζήτηση της Πιλάρ Εστραβάδος με έναν συνεπιβάτη του τρένου που τη μεταφέρει στο σπίτι του παππού της, Σίμεον Λι: «-Τι γίνεται με αυτόν τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει στα μέρη σας; -Τρομερή κατάσταση, ναι… Πολύ θλιβερή…» (σελ. 23).

Εντύπωση μου έκανε η σκηνή της δολοφονίας: άφθονο αίμα χυμένο παντού, κάτι που η συγγραφέας γενικώς αποφεύγει να δώσει, μιας και προτιμά τους ήσυχους σχετικά θανάτους από δηλητήριο. Σπασμένα έπιπλα, κραυγή αγωνίας και το δωμάτιο να θυμίζει τόπο θυσίας. Η δε διάπραξη του εγκλήματος και η όλη ενορχήστρωση είναι άκρως υποδειγματική και μου άρεσε πολύ ως ιδέα, γιατί προβλημάτισε αρκετά τους χαρακτήρες κι εμένα ενώ ήταν τόσο ευφυώς απλή! Η Agatha Christie θα έχει πάντα τους δικούς της κανόνες γραφής!

Το μυθιστόρημα είναι η εικοστή περιπέτεια του Ηρακλή Πουαρό και κυκλοφόρησε στην Αγγλία το 1938 και στην Αμερική το 1939. Στα ελληνικά υπήρξαν πολλές εκδόσεις ώσπου κυκλοφόρησε από το Λυχνάρι με τον τίτλο «Εφιαλτικά Χριστούγεννα» και σήμερα (2019) επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μεγαλύτερο σχήμα, με προλογικό σημείωμα και με νέα μετάφραση (του Χρήστου Καψάλη). Ως προς το εξώφυλλο ακολουθούν την έκδοση Harper Collins (1993) ενώ έχουν ανακοινώσει πως στόχος τους είναι να κυκλοφορήσουν στα ελληνικά όλα τα αστυνομικά έργα της Agatha Christie.

Πάνος Τουρλής