Τα πτώματα δεν πληρώνουν

του Δημήτρη Μαμαλούκα

Μια καλά σχεδιασμένη απαγωγή με στόχο τα χρήματα αρχίζει να πηγαίνει στραβά από μια σειρά απρόσμενων συμπτώσεων. Ποιος είναι ο αρχηγός και γιατί έχει βάλει στο στόχαστρο τον πατέρα του παιδιού; Πώς παρεμβαίνουν στην ιστορία δύο χασισέμποροι και αλλάζουν για πάντα τις εξελίξεις; Πώς θα βγάλει άκρη ο Νετούνο από το κουβάρι που τον καλούν να ξετυλίξει;

Το μυθιστόρημα είναι η πρώτη περιπέτεια του «ντετέκτιβ» Νετούνο και είναι γεμάτο σκοτωμούς, παγίδες, αίματα και εκπλήξεις ενώ η αγωνία κορυφώνεται από σελίδα σε σελίδα κι ειδικά όσο πλησιάζουμε στο τέλος, όπου πλέον τίποτα δεν πάει κατ’ ευχήν. Δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα βιβλίο μυστηρίου, μιας και ξέρουμε από την αρχή τους ενόχους, τους μπράβους, τα εκτελεστικά όργανα και τους θύτες αλλά για μια κούρσα ενάντια στον χρόνο ώσπου να βρεθούν τα χρήματα που απαιτούνται για την απαγωγή και να ζήσει το άτυχο παιδί. Το μυθιστόρημα περιέχει σύντομες, κοφτές φράσεις, ρεαλισμό και καταιγιστικούς ρυθμούς, σασπένς και αγωνία, κάπου κάπου και διακριτικά καλολογικά στοιχεία («ηλιοψημένος δρόμος»), ακόμη και κυνικό χιούμορ: «Η ζέστη έλιωνε τα πάντα, η πόλη έβραζε, ελάχιστοι κυκλοφορούσαν. Ιδανική μέρα να πάθεις αμόκ και να βγεις με μαχαίρι στους δρόμους σφάζοντας όποιον έβλεπες μπροστά σου» (σελ. 72).

Ο Νετούνο ζει στου Παπάγου και ανεβαίνει συχνά στον Υμηττό για άσκηση, μιας κι είναι διακεκριμένος δρομέας με μεγάλες αντοχές «Η μοναξιά του δρομέα, σε συνδυασμό με την ερημιά του βουνού τη νύχτα, τον συνέπαιρνε» (σελ. 18). Για τον κόσμο ιδιωτικός ντετέκτιβ, στην πραγματικότητα όμως ασκεί βιομηχανική κατασκοπεία χακάροντας τα πάντα. Δεν κάνει μεγάλες δουλειές γιατί δε θέλει να συλληφθεί, του αρέσει ο μικρόκοσμός του και η μοναχική του ζωή. Φανατικός του Τεν Τεν και του Hergé, ακούει μουσική (Chet Baker, Paolo Conte, Miles Davies) και συλλέγει σπάνια αυτοκίνητα. Έχει και μια περίεργη ικανότητα: ενώ έχει ξεχάσει ολόκληρες περιόδους από το παρελθόν του ταυτόχρονα τον πιάνουν κρίσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων ανασύρονται εικόνες από το θρυμματισμένο αυτό παρελθόν ή, ακόμη χειρότερα, στιγμιότυπα από το μέλλον!

Ποιος απήγαγε λοιπόν τον γιο του «Κόφτη» και τι του ζητάει; Η Σάντι ή Κυριακή, γυναίκα του και μητέρα του παιδιού, αποφασίζει να καλέσει τον Νετούνο, που αναγκάζεται να δεχτεί κι ας μην είναι στην πραγματικότητα ντετέκτιβ, οπότε η υπόθεση μεταφέρεται στη Λάρισα. Έχουμε ελάχιστη εμβάθυνση σε χαρακτήρες αλλά άφθονο πιστολίδι και καταδιώξεις, κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό, μιας και η καταιγιστική δράση και η καλοσχεδιασμένη πλοκή με αποζημίωσαν. Ο Δημοσθένης ή «Φώρος», εκ του «Αυτοφωράκιας», μιας και, ως ο πιο έμπιστος άνθρωπος, συχνάζει στο αυτόφωρο όποτε η αστυνομία εφαρμόζει τον νόμο στα νυχτερινά κέντρα, ο Μπιλ και ο Χίκοκ, κοντός και μυώδης ο πρώτος, ψηλός, σωστό βουνό ο δεύτερος που δουλεύουν για το Γραφείο, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς λεπτομέρειες, ο Γάλλος στον οποίο τους στέλνει το Γραφείο τους για να κάνουν την απαγωγή, ο Γιάννης με τον συνονόματο ξάδελφό του και λίγα ακόμη πρόσωπα αποτελούν τους πρωταγωνιστές ενός μυθιστορήματος με απρόβλεπτες εξελίξεις και λουτρό αίματος, όλοι τους «Χαμένοι στην ελληνική επαρχία μια ζεστή αυγουστιάτικη νύχτα».

«Τα πτώματα δεν πληρώνουν» κι από αυτά βρίθει η πρώτη περιπέτεια του ντετέκτιβ Νετούνο που είναι γεμάτη από πιστολίδι, ανθρώπους του υποκόσμου και μια αθώα ψυχή που αργοσβήνει μέχρι να πληρωθούν τα λύτρα και να εντοπιστεί η κρυψώνα όπου τον κρατούν. Γρήγοροι ρυθμοί, ανατροπές, ανθρωποκυνηγητό και μια καυτή θεσσαλική γη έτοιμη να δεχτεί με λαχτάρα οτιδήποτε την ξεδιψάσει, ας είναι και αίμα.

Πάνος Τουρλής