0 Shopping Cart 0.00€
0 προϊόντα - 0.00€ Shopping Cart

Συνέντευξη με τον Ανδρέα Μήτσου

Ο Ανδρέας Μήτσου είναι ένας άνθρωπος που σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Όσο δε, πιο πολύ συζητάς μαζί του, τόσο περισσότερο σε μαγνητίζει και σε γοητεύει. Κάποιες άλλες φορές νιώθεις ότι έχει το χάρισμα να διαβάζει τη σκέψη, εφόσον σου απαντάει σε πράγματα που έχεις μόλις σκεφτεί αλλά δεν έχεις προλάβει να εκφράσεις. Το σίγουρο είναι ότι η συζήτηση μαζί του είναι απολαυστική. Η γραπτή συνέντευξη που ακολουθεί, δυστυχώς μεταδίδει μόνο διατυπωμένες απόψεις και όχι τη χροιά της φωνής, τις χειρονομίες και τις εκφράσεις του προσώπου. Ελπίζω όμως να την απολαύσετε σχεδόν τόσο όσο το απόλαυσα και εγώ όταν συνομιλούσα μαζί του.



CAPTAINBOOK: Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;

Ανδρέας Μήτσου: Από μικρός έγραφα ποιήματα που τα έκρυβα. Ο πατέρας του Καζαντζάκη έλεγε: «Όποιος γράφει ποιήματα είναι ή χαζός ή ευνούχος». Εν πάση περιπτώσει, στην εποχή της δεκαετίας του '50 - '60, το να γράφεις ποιήματα σήμαινε ότι από κάπου μπάζεις. Από πολύ νωρίς δηλαδή διαπίστωσα ότι από κάπου έμπαζα.

CB: Και ποια ήταν αυτή η ανάγκη που σας οδήγησε στην έκδοση των γραπτών σας;

A.M.: H έκδοση συντελείται σε μια οριακή στιγμή, όταν θες να σπάσεις το τσόφλι από τ' αυγό και να βγεις έξω, ν' αφήσεις το πρώτο τιτίβισμα που κάνει το πουλί όταν βγαίνει. Έρχεται μια στιγμή που πρέπει να πεις κι εσύ τον μικρό σου λόγο, μάλλον για να τον ακούσεις ο ίδιος.

CB: Εκτός από συγγραφέας είστε και εκπαιδευτικός. Πόσο εύκολο είναι να συνδυάζετε μια σταθερή δουλειά με τη συγγραφή; Η συγγραφή δηλαδή δεν είναι κάτι το οποίο απαιτεί μία ολοκληρωτική αφοσίωση;

Α.Μ.: Το αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο, γιατί δεν αντιμετωπίζω ως δουλειά την εκπαίδευση. Πρόπερσι που ζήτησα να γίνω σύμβουλος, οι κριτές μου έγραψαν: «Πετάει στα σύννεφα. Είναι παράδοξος». Μάλιστα γράψανε «παράξενος». Άκου παράξενος! Ενώ θα μπορούσε να είναι το πιο κολακευτικό που έχω ακούσει, ένιωσα ότι ήθελαν να με προσβάλουν. Έτσι, κατέφυγα στο τριμελές διοικητικό εφετείο κι έγινα σύμβουλος φιλολόγων στην Αθήνα με δικαστική απόφαση. Θέλω να πω ότι και η διδασκαλία είναι μια ερωτική διαδικασία, ένας παιδαγωγικός έρωτας. Η ίδια ερωτική διαδικασία είναι και η γραφή. Με το στόμα σου, με τις κινήσεις του κορμιού σου και τους μορφασμούς σου προσπαθείς να γοητεύσεις τους μαθητές για να τους μεταδώσεις «την αύρα που περνάει ανάμεσα από τις λέξεις», όπως έλεγε και ο Γουίτμαν. Το ίδιο προσπαθείς να κάνεις και με τη γραφή. Το αντιμετωπίζω το ίδιο, γι αυτό και αγαπάω το να κάνω μάθημα. Είμαι 35 χρόνια στην τάξη και θέλω να το πιστέψω και θέλω να το πω αυτό: πιστεύω ότι αγαπιέμαι από την τάξη.

CB: Οι μαθητές σας πώς αντιμετωπίζουν το γεγονός ότι ο καθηγητής τους είναι και συγγραφέας;

Α.Μ.: Δεν τους νοιάζει γιατί με αγαπάνε όπως είμαι. Συγγραφέας είμαι για τους άλλους.

CB: Δε νιώθετε κάποια διαφορετική αντιμετώπιση;

Α.Μ.: Σε όλες τις σχέσεις πρέπει να βγάζεις τη δική σου μοναδικότητα. Αν αυτή γίνει αποδεκτή, μια χαρά είσαι με τους άλλους. Δεν τους νοιάζει το άλλο, το εξωτερικό προφίλ που έχεις. Εγώ είμαι συμφιλιωμένος. Μόνο αν ήθελα να τους προβάλω κάτι εξουσιαστικό θα τους έλεγα: «Είμαι συγγραφέας, γράφουν οι εφημερίδες, κάνω, ράνω, είμαι κάποιος». Άσε που πιστεύω ότι δεν είναι κανείς συγγραφέας μόνιμα. Όταν γράφεις ένα βιβλίο γίνεσαι συγγραφέας και μετά ξαναγυρίζεις. Δεν είναι μόνιμη ιδιότητα αυτή του συγγραφέα. Εξαρτιέται επίσης από τι βιβλίο βγάζεις. Διότι το βιβλίο μπορεί να είναι άθλιο, ένα κάκιστο δημιούργημα και μπορεί να είναι και καλό. Αυτές οι στατικές αντιλήψεις δεν προϋποθέτουν ότι τα βιβλία είναι καλά, όχι. Άλλα βιβλία είναι σκύβαλα, σκουπίδια -τα περισσότερα δηλαδή στη λογοτεχνία- κι ελάχιστα είναι πολύτιμα. Δίνουν έναν ουσιώδη χρόνο. Ο Μπόρχες έλεγε ότι ένα ανταλλακτικό νόμισμα είναι το βιβλίο, αυτό που προσφέρει ο συγγραφέας με το βιβλίο. Προσφέρει δηλαδή τον ουσιώδη χρόνο του, τη βαθύτερη αλήθεια του, η οποία επειδή είναι βαθύτερη, επειδή είναι στον πυρήνα, είναι κατακαθισμένη, είναι ίζημα, είναι και η ίδια του αλλουνού.

CB: Εκτός από το σχολείο διδάσκετε και σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Άρα πιστεύετε ότι η γραφή είναι κάτι που διδάσκεται.

A.M.: Όλα διδάσκονται και τίποτα δε διδάσκεται. Ένας τσαγκάρης μπορεί να σου δείξει την τσαγκαρική του και να σε γοητεύσει, ενώ ένας άλλος μπορεί να είναι πληκτικός κι αφόρητος και άμα πας να πιάσεις τη φαλτσέτα να σου κοπούν τα δάχτυλα. Όλα είναι θέματα εξειδικευμένα που έχουν να κάνουν με τον φορέα, τον δέκτη και τον πομπό. Έχουν να κάνουν με αυτόν που αγαπάει κι αυτόν που αγαπιέται.

CB: Ο συγγραφέας, δηλαδή, δε γεννιέται; Γίνεται;

A.M.: Πιστεύω ότι ο καθένας μας μπορεί να γίνει συγγραφέας, ο καθένας μπορεί να γράψει το πιο υπέροχο βιβλίο εάν κατορθώσει να «συναντήσει» τον αυθεντικό εαυτό του και να αναγνωρίσει τη βαθύτερη αλήθεια του. Η διαδικασία της γραφής είναι μια εσωτερική διαδρομή κι αυτής της διαδρομής αποτύπωση είναι το βιβλίο.

CB: Πόσο εύκολο είναι σήμερα για έναν νέο συγγραφέα να αναδειχθεί στον χώρο των γραμμάτων;

A.M.: Νομίζω ότι ήταν πάντα δύσκολο να αναδειχθεί κανείς σε οποιοδήποτε επίπεδο. Όσο πιο πολύ σε νοιάζει όμως τόσο πιο πολύ θα το καταφέρεις. Άμα καταθέτεις αγάπη, η αγάπη θα σου γυρίσει πίσω. Επίτρεψέ μου να... το φτηνύνω λίγο: εγώ δουλεύω από οχτώ χρονών. Λαϊκής καταγωγής δηλαδή, έξω από κλίκες, κυκλώματα και τα συναφή, σε έναν χώρο όπου δεν είμαι ενταγμένος γιατί το βλέπω «αλλιώς». Κατόρθωσα και έχω πάρει και Κρατικό Βραβείο, και Βραβείο Γραμμάτων και Βραβείο Αναγνωστών ενώ οι περισσότεροι έχουνε δώσει την ψυχή τους και το κορμάκι τους γι' αυτό. Άρα υπάρχει μια δικαιοσύνη, μια ανταπόδοση. Εάν δεν το δούμε αυτό το πράμα, αν δεν δεχτούμε τη νομοτέλεια του δίκαιου των πραγμάτων σε αυτή τη ζωή πρέπει να την «κάνουμε». Είμαι αθεράπευτα αισιόδοξος και θετικός απέναντι στη δικαιοσύνη των πραγμάτων.

CB: Απλά είμαστε σε μια αγορά που κατά κάποιον τρόπο είναι κορεσμένη. Βγαίνουνε δεκάδες τίτλοι κάθε μήνα.

A.M.: Ναι, όσο πάει το πράμα χυδαιοποιείται γιατί απομακρυνθήκαμε από την ανθρωπιστική παιδεία και επειδή τα καινούρια πρότυπα είναι τα πρότυπα ενός άγριου καταναλωτισμού. Είναι αφόρητη η πραγματικότητα. Εκεί μέσα όμως θα υπάρχουν πάντα γοητευτικές μέλισσες που θα βγάζουν το σπάνιο μέλι. Υπάρχει βέβαια και η ατομική ευθύνη, η ευθύνη του αναγνώστη. Δεν μπορεί να λες «μου σερβίρουν σκύβαλα, μου προβάλλουν σκύβαλα κι εγώ δεν έχω ευθύνη που τα εισπράττω. Βέβαια, οφείλεις να καλλιεργείς την ποιότητά σου για να δεις τι είναι καλό και τι κακό. Το καλό θα το βρεις. Δεν πιστεύω ότι ο νέος συγγραφέας είναι αποκλεισμένος. Το ζήτημα είναι απλώς ότι η πραγματικότητα τον ωθεί σε μια ευκολία. Γράψε, σου λέει, κι όλοι ετοιμάζονται να γράψουνε. Όχι, για να γράψεις πρέπει να διαθέσεις χρόνο. Το πρώτο μου βιβλίο το έβγαλα το '82. Έγινε αποδεκτό με ενθουσιασμό - από τύχη, κι επιμένω στην έννοια της τυχαιότητας. Ο Μερακλής από τους καλύτερους κριτικούς μας, σοφός άνθρωπος, που ήταν τότε πρύτανης του πανεπιστημίου, έγραψε: «Ο νέος Ρεμπώ!» Είναι το κάτι άλλο. Η Έλλη Παπά -σπουδαία κριτικός τότε- έγραψε: «Έξοχη εμφάνιση στην λογοτεχνία» κι άλλα πράγματα τέτοια. Πήρα δηλαδή μια επιβεβαίωση απροσδόκητη. Ε, το επόμενο βιβλίο το έγραψα το '87. Μου πήρε πέντε χρόνια δουλεύοντας σκληρά. Δεν με τρέλανε. Βεβαίως, το πώς καταμετράει κανείς τον χρόνο του είναι θέμα του ιδίου. Πάντων πραγμάτων μέτρον άνθρωπος. Ο ίδιος καταμετράει τον χρόνο, δεν είναι αντικειμενική η διάσταση. Όχι, εγώ είμαι αισιόδοξος. Έχω δει άτομα στη δημιουργική γραφή που μου έχουν δώσει πάρα πολύ ωραία κείμενα. Καλύτερα από τα δικά μου μερικοί. Συγκριτικά σου μιλάω τώρα. Όχι πως το δικό μου ήταν ο κανόνας. Άτομα τα οποία ήταν χωρίς πείρα κι όμως βγάζανε πιο αυθεντικό συναίσθημα. Το ζητούμενο είναι πόσο θα σκύψεις εσύ μέσα σου κι αυτό το πράγμα θα το λιμάρεις λίγο, θα το γλύψεις, ώσπου να γίνει πιο κατεργασμένο. Τι υπομονή έχεις. Θα σου πάει η ζωή καλά; Θα πάνε καλά οι ανάγκες της ψυχής και του κορμιού σου; Θα μπορέσεις να είσαι τυχερός; Όλα αυτά παίζουν έναν τεράστιο ρόλο. Είναι πολλοί παράγοντες. Πάντως δεν είναι απαγορευτική η πραγματικότητα. Είναι εύκολη αυτή η ρήση ότι δε μπορείς να επιβιώσεις.

CB: Ποιο είναι αυτό που πιστεύετε ότι έχει ασκήσει τη μεγαλύτερη επιρροή στα γραπτά σας;

A.M.: Ένα περίσσευμα αγάπης που μου βγαίνει και που δεν ξέρω σε ποιον το χρωστάω. Ίσως στην οικογένειά μου, ίσως στον τόπο μου, στην Ελλάδα ή ευρύτερα, ίσως στη γλώσσα μου, πολύ πιθανό.

CB: Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες που σας εμπνέουν να γράφετε;

A.M.: Γράφω πρωινές ώρες, όποτε μου 'ρθει και θέλω να είμαι σε απόλυτη ησυχία. Θέλω να μη με ενοχλεί η εξωτερική πραγματικότητα, όσο γίνεται. Αλλά δεν γράφω μόνιμα επαγγελματικά, π.χ. «σηκώνομαι σήμερα και γράφω», όπως λένε μερικοί. Αυτό θα 'ταν μια ανωμαλία. Σα να σου λέει: «Σηκώνομαι κάθε μέρα και κάνω έρωτα». Αν είναι δυνατόν! Προϋπόθεση είναι η αγάπη. Μακάρι δηλαδή, να γινότανε, μην παρεξηγηθώ κιόλα.

CB: Τι είναι για σας η έμπνευση, πώς έρχεται και πώς φεύγει;

A.M.: Η έμπνευση είναι μια ακινητοποίηση, ένα πάγωμα του χρόνου, μια ευλογημένη διαύγεια και η στιγμή που συμφιλιώνεσαι με τον εαυτό σου και τον αναγνωρίζεις.

CB: Πώς προέκυψε το τελευταίο σας μυθιστόρημα, Ο αγαπημένος των μελισσών;

A.M.: Έχω φτάσει στα 60 και σκέφτηκα -με τυπικούς και αντικειμενικούς όρους και λογική συμβατική ή τυπική έστω- ότι από δω και πέρα δεν θα είναι τα χρόνια λαμπερά και ένδοξα αλλά πιο ζόρικα μάλλον. Σκέφτηκα λοιπόν ότι δεν πρέπει να μεγαλώσω άλλο. Αλλά, άμα δεν μεγαλώσεις άλλο, πρέπει να πεθάνεις. Οπότε σκέφτηκα να μείνω και να γυρίσω πίσω. Κατά σύμπτωση είδα έναν νέο άντρα που τον ζήλεψα, επειδή ήταν πιο χαρωπός από μένα. Γιατί εγώ παρόλα όσα λέω είμαι συχνά εμποτισμένος και από μια λύπη, μια μελαγχολία. Αυτό είναι ύβρις βέβαια. Εν πάση περιπτώσει. Τότε συνειδητοποίησα ότι ήθελα να ξαναζήσω σαν αυτόν. Και μετά σκέφτηκα ότι μου μοιάζει πάρα πολύ, ότι θα μπορούσα να 'μουνα σαν αυτόν. Ότι ήμουν ίδιος. Και μετά σκέφτηκα, αφού είμαι εγώ αυτός, άρα ένας από τους δύο λείπει. Και σκέφτηκα να τον σκοτώσω. Δηλαδή είναι παιχνιδίσματα του μυαλού και της ψυχής προκειμένου να διασκεδάσουμε το ανελέητο του χρόνου.

CB: Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε: «Ένα μυθιστόρημα για τους ακραίους τρόπους που μπορεί να μηχανευτεί όποιος πέσει στον πανικό της ηλικίας και του χρόνου. Όποιος δε θέλει να μεγαλώσει άλλο». Πήρατε έναν από τους μεγαλύτερους φόβους του ανθρώπου και τον κάνατε μυθιστόρημα. Γιατρευτήκατε έπειτα απ' αυτόν τον φόβο;

A.M.: Προσωρινά. Εν πάση περιπτώσει, το διευθέτησα το πράγμα. Όλα προσωρινά είναι.

CB: Γιατί οι μέλισσες;

Α.Μ.: Καμιά φορά χρησιμοποιούμε συμβατικούς όρους. Βέβαια η μέλισσα τσιμπάει, έχει μέλι, έχει γλύκα. Ο συγγραφές είναι ένας επιπλέον ερμηνευτής -καταφεύγω σε θεωρία λογοτεχνίας τώρα- του έργου του. Δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να σου απαντήσω βαθύτερα. Σε μια προηγούμενη συλλογή διηγημάτων μου με τίτλο Οι σφήκες ξεκίναγα ως εξής: «Όλοι αγαπούν τις μέλισσες, εγώ αγαπώ τις σφήκες». Τώρα φαίνεται ότι προσπαθώ να εξευμενίσω τις μέλισσες. Το τσίμπημα του χρόνου προσπαθούμε να γλιτώσουμε. Με περιτριγυρίζει, έτοιμος.

CB: Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, Βραβείο Ουράνη και Βραβείο Αναγνωστών. Υπάρχουν κάποια πράγματα που έχετε κερδίσει και κάποια που έχετε χάσει λόγω αυτών των βραβείων;

A.M.: Βεβαίως. Έχω χάσει την αθωότητά μου, εκ των πραγμάτων, και έχω, θα γελάσεις, πάρει μια επιβεβαίωση από έναν μικρόκοσμο κοντινό μου, συντηρητικό, που ζει μέσα στη σύμβαση και την τυπικότητα. Με κοιτάνε κατάπληκτοι με ανοικτό το στόμα και μ' ένα ύφος: «Άτσα θεωρία ο σακάτης!»

CB: Ο συγγραφέας διαμορφώνει τους χαρακτήρες των βιβλίων του ή τα βιβλία του διαμορφώνουν τον χαρακτήρα του συγγραφέα;

A.M.: Τι ωραία παρατήρηση αυτή! Νομίζω ότι είναι αμοιβαίο το παιχνίδι. Νομίζω ότι οι χαρακτήρες είναι εγκαταστημένοι μέσα μας και θέλουν να πάρουν φόρμα και η φόρμα βρίσκεται στο βιβλίο, δηλαδή όλα τα φαντασιώματα και οι σκέψεις και τα διανοήματα είναι πολλαπλές εκφάνσεις του εαυτού μας. Ντυνόμαστε με μάσκες διαφορετικές, προκειμένου να μη μας πάρουν χαμπάρι. Και οι λέξεις είναι, όπως λέει και ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ενστικτώδεις κινήσεις προφυλάξεως κάποιου τρομαγμένου ζαρκαδιού.

CB: Πώς νομίζετε ότι επηρεάζει η τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα την καθημερινότητά μας;

A.M.: Έχει πέσει μια λύπη, μια μελαγχολία γιατί είναι απροσδόκητη. Όλο αυτό το αποτρόπαιο πρόσωπο του καπιταλισμού σα να 'βγαλε τη μάσκα, μια μάσκα ανεκτή και από μέσα είναι σκελετός, είναι σκελετός τόσων χρόνων, και μάλιστα ο σκελετός του χρηματιστηριακού καπιταλισμού, που είναι η πιο χυδαία μορφή καπιταλισμού, δηλαδή ενός βρικόλακα. Και μας φτάνει πάλι στα όρια, μας λέει να ξαναβγάλουμε τα μαχαίρια, μας λέει να πολεμήσουμε βίαια για να μπορέσουμε ν' ανασάνουμε. Απορώ πως διάολο το δέσιμο με το χρήμα φτάνει σε τέτοια επίπεδα έλλειψης ανθρωπισμού αυτά τα ανθρωποειδή, τα ανθρωπόμορφα τέρατα του καπιταλισμού. Έχω ένα βαθύ μίσος, το οποίο νόμιζα ότι το είχα λειάνει με μια ας το πούμε καλλιέργεια, και μου ξαναβγαίνει ένα βαθύ ταξικό μίσος και νομίζω ότι είναι καθήκον όλων μας να το ανακαλύψουμε απέναντι σε αυτούς οι οποίοι δε μας αναγνωρίζουν το δικαίωμα, όσα χρόνια πρόκειται να ζήσουμε, να τα ζήσουμε σχετικά ανθρώπινα. Ξαναγίνομαι το πολιτικό άτομο και δε με χαλάει αυτό.

CB: Θέλετε να ευχηθείτε κάτι στο CaptainBook;

A.M.: Θέλω να κρατάτε, να κρατάει την υπέρoχη καλοσύνη και ομορφιά της Ελένης που εγώ γνωρίζω και η ίδια να μην απογοητευτεί από αυτό το εγχείρημα, γιατί παίζει κάτω από σκιερά δέντρα, που είναι τα βιβλία και οι συγγραφείς, και αυτή τη σκιά την έχουμε ανάγκη όλοι γιατί η σκιά είναι δροσιά. Όπως το λέει και ο Κατσαρός: «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον έχει πολλή ξηρασία. Χρειαζόμαστε δροσιά και σκιά.

CB: Ευχαριστούμε πολύ.

A.M.: Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ. Όταν μιλάμε από καρδιάς, ακόμα και τα λάθη που κάνουμε μας φωτίζουνε πτυχές του χαρακτήρα μας.