0 Shopping Cart 0.00€
0 προϊόντα - 0.00€ Shopping Cart

Στις στάχτες της Σαλονίκης

της Άννας Φωτίου

Στις στάχτες της Θεσσαλονίκης του 1917 γεννιέται ένας φλογερός έρωτας ανάμεσα σε μια γυναίκα και δύο άντρες που τη διεκδικούν. Ο ένας είναι ο φτωχός Μάρκος Ελευθερόγλου και ο άλλος είναι ο λοχαγός του αγγλικού στρατού Τομ Μπλάιθ. Ο καθένας θα ζητήσει την προσοχή της Έλλης Μακρή και θα κάνει τα πάντα για να κερδίσει σε αυτό το παιχνίδι. Ποιον θα επιλέξει τελικά η Έλλη και τι συνέπειες θα έχει αυτή της η απόφαση; Πώς θα ορθοποδήσει η Θεσσαλονίκη μετά το μεγάλο αυτό κακό και πώς θα πορευτεί μες στο χρόνο μαζί με τους ήρωες του βιβλίου ως τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά;

Το μυθιστόρημα είναι ένα καλό δείγμα του είδους, με την τρυφερότητα και τον ρομαντισμό που απαιτούνται σε αυτές τις ιστορίες ενώ τα ιστορικά γεγονότα χτίζουν την απαραίτητη τοιχογραφία που θα επηρεάσει τις πράξεις και το μέλλον των χαρακτήρων. Η εξέλιξη της πλοκής είναι ενδιαφέρουσα, χωρίς όμως να ξεφεύγει από τα στερεότυπα ενώ οι ήρωες του βιβλίου δεν αλλάζουν παρά ελάχιστα. Διάλογοι απαραίτητοι και όχι περιττοί, λυρικές νότες διάσπαρτες στο μυθιστόρημα και μια σειρά από εκπλήξεις τραβούν άνετα το ενδιαφέρον. Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο βιβλίο να ξεχωρίζει είναι το «κλείσιμο του ματιού» στον αναγνώστη, μιας και η Έλλη Μακρή μπαίνει με αναπάντεχο τρόπο στην καρδιά των γεγονότων, που υπό άλλες συνθήκες θα μου φαινόταν αρκετά φαιδρό. Το στυλ όμως της συγγραφέως, ο προσεκτικός χειρισμός της ψυχοσύνθεσης της Έλλης και ένα ιδιαίτερο φινάλε που δεν εξηγεί πολλά αλλά μπλέκει αρμονικά την πραγματικότητα με τον θρύλο μου έδειξαν πως η κυρία Άννα Φωτίου συγκεντρώνει αρκετά πλεονεκτήματα ως συγγραφέας. Το φινάλε μαλάκωσε την τραχιά αίσθηση του παράδοξου με το οποίο ξεκίνησε η ιστορία και με βοήθησε ν’ αποδεχτώ τη γλύκα των μύθων. Κατάλαβα πως δε χρειάζεται να τα ψάχνουμε ή να τα διερευνούμε όλα, το μυθιστόρημα είναι ένα ταξίδι στη φαντασία και αυτό θα κρατήσω, γιατί πέρασα καλά.

Η Έλλη Μακρή αρχικά χρησιμεύει ως διερμηνέας με τις αγγλικές στρατιωτικές δυνάμεις που προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά και στη συνέχεια να τακτοποιήσουν τους ξεσπιτωμένους κατοίκους. Μέσα από τα δεινά και τις κακουχίες, βρίσκεται άθελά της μπλεγμένη ανάμεσα στον γοητευτικό Μάρκο και τον τραχύ Τομ! Η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της σύντομα κάμπτεται από το κάλεσμα του έρωτα κι έτσι οι αρχικές της αποφάσεις σύντομα εξανεμίζονται, ειδικά όταν μπαίνει στη ζωή της η Εβραία Ραχήλ. Μερικές φορές η στάση της με ενοχλούσε ως προς την υπομονή, την ανεκτικότητα και τον αλτρουισμό της, έτσι όμως έδειχνε πιο ολοκληρωμένα την προσωπικότητά της. Το παιχνίδι της μοίρας ανάμεσα στους τρεις αυτούς ανθρώπους παίζεται καλά, η τελική απόφαση θα αργήσει να έρθει αλλά και πάλι το τέλος δεν είναι αυτό που περιμένεις.

Παρατήρησα μια προσεκτική μελέτη της πόλης της Θεσσαλονίκης, της οποίας οι περιοχές καταγράφονται με συνέπεια, καθώς σε πολλά σημεία αναφέρονται οι διαφορές τους με σήμερα. Περιγραφές της πυρκαγιάς και των ερειπίων ζωντανεύουν τις δύσκολες εκείνες στιγμές της πόλης. «Ωστόσο, αυτό που κράτησε μέσα της ήταν η εικόνα της ψυχής της πόλης. Οι κάτοικοι προσπαθούσαν να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους, να ζήσουν και να προχωρήσουν μπροστά, προσπαθώντας για το καλύτερο για τους ίδιους και για τις οικογένειές τους» (σελ. 101). Πώς σταμάτησε η φωτιά, πώς συγκροτήθηκε και από ποιους η Επιτροπή Νέου Σχεδίου, πόσο σημαντική ήταν η Θεσσαλονίκη λίγο πριν το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και την κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας, πώς δέχτηκε ο κόσμος τη μετεγκατάσταση στη μακρινή τότε Τούμπα, πώς ήταν η παραμυθένια ζωή στις Εξοχές είναι λεπτομέρειες που ζωντανεύουν με αφορμή τις ιστορίες της Έλλης, του Μάρκου και του Τομ, καθώς και των οικογενειών και των φίλων τους. Τα ιστορικά γεγονότα επηρεάζουν τους χαρακτήρες και την πορεία της ζωής τους χωρίς ν’ αναλύονται διεξοδικά παρά μόνο σε περιληπτικές υποσημειώσεις.

Μέσα από την ιδιαίτερη αυτή ρομαντική ιστορία ξεπηδούν σημαντικά ερωτήματα, όπως πόσο καλό κάνει στη ζωή μια ιδεώδης και όχι μια ρεαλιστική σχέση, πόσο μεγάλο λάθος είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας και πόσο μεγάλη τροχοπέδη είναι στην πορεία της πραγματικής ζωής κλπ. Πάνω απ’ όλα το κείμενο τονίζει τη δύναμη της θέλησης και υποστηρίζει την προστακτική «Ζήσε», δηλαδή κάνε αυτό που θέλεις και νιώθεις, κι ας έρθει ο κόσμος ανάποδα. Έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου την απορία για το πώς θα καταφέρει η συγγραφέας να επεξηγήσει την κεντρική ιδέα, ξαφνιάστηκα με κάποιες αλλαγές στην ήρεμη ως τότε πορεία του κειμένου και συνεπώς στην καθόλου κλισέ εξέλιξη. Παρ’ όλ’ αυτά, πιστεύω πως δε χρειαζόταν να φτάσουμε ως το 1936, γιατί ήταν αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, εφόσον βασικά παρακολουθούμε τις εξελίξεις γύρω από τρεις ανθρώπους και αυτή η λεπτομέρεια αδυνατίζει αρκετά την αληθοφάνεια γύρω από τους λόγους που η Έλλη μένει στη Θεσσαλονίκη ενώ θα έπρεπε να είχε γυρίσει πολύ νωρίτερα εκεί που έπρεπε. Ήμουν πάντα με την ίδια σκέψη «τι άλλο την κρατάει»;

«Στις στάχτες της Σαλονίκης» γεννιέται ένας έρωτας γεμάτος ορμή και ένταση, αγνοώντας κοινωνικά στερεότυπα και λογική. Θα αντέξει τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές ή θα παραδοθεί στα «πρέπει»; Μαζί με την πόλη καίγονται και τρεις καρδιές, γεμίζοντας τις ψυχές αποκαΐδια και μυρωδιά καμένου. Ποιος θα κερδίσει την καρδιά της Έλλης και με τι τίμημα;

Πάνος Τουρλής