Παιδικά τραγουδάκια

της Μαρίας Ράπτη

Ένα ερημωμένο από καιρό μοναστήρι μετασκευάζεται σε σχολείο και μια νεαρή κοπέλα έρχεται να το οργανώσει και να το λειτουργήσει για τα παιδιά των γύρω χωριών. Θα καταφέρει η Λίζι Φωτίου να κάνει το όνειρο πραγματικότητα; Ποιος είναι ο μυστηριώδης ρασοφόρος που την απειλεί και καταστρέφει τμήματα του πρώην μοναστηριού; Γιατί θεωρεί πως όλα όσα γίνονται στον Οίκο του Θεού είναι μίασμα και παραβαίνουν τις εντολές του Κυρίου; Μήπως πίσω από τον ιερέα κρύβεται κάτι άλλο; Γιατί κανείς απ’ όσους μένανε γύρω δεν αγαπούσε το μοναστήρι; Είχε ρεαλιστική βάση η φοβέρα στα παιδιά «κάτσε ήσυχα γιατί θα σε δώσω σ’ εκείνη» και ποια ήταν Αυτή; Ποιος έγραψε το μυστηριώδες ημερολόγιο που βρίσκει κρυμμένο η Λίζι και τι μυστικό κρύβει;

Τα «Παιδικά τραγουδάκια» της Μαρίας Ράπτη είναι ένα ανατριχιαστικό, ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα που δεν μπορούσα να το διαβάσω νύχτα και αναμιγνύει σωστά τον τρόμο με τον ρεαλισμό. Μας μεταφέρει σ’ ένα απόκοσμο μέρος, ψηλά στα βουνά της Μακεδονίας, μακριά από το κοντινότερο χωριό, σ’ ένα σημείο γεμάτο με μια μυστηριώδη αύρα. Τι είναι οι θόρυβοι που ακούγονται σχεδόν κάθε βράδυ; Γιατί πέφτει το ρεύμα; Τι σημαίνει η λέξη «Τα παιδιά» που είναι γραμμένη με μπογιά στον τοίχο; Ποιος θέλει πάση θυσία να εμποδίσει τη λειτουργία του σχολείου και γιατί; Η νύχτα και η ομίχλη είναι οι χειρότεροι συνοδοιπόροι αλλά παραμένουν εκεί, πεισματικά, εμμονικά, όσο προχωράμε στην ανάγνωση. «Η νύχτα έβραζε, μουρμούριζε, θύμωνε και καταλάγιαζε αλλά η Λίζ, που δε γνώριζε τους μυστικούς της κώδικες, δεν μπορούσε να την καταλάβει» (σελ. 83). Μπορεί στην αρχή να μας υποδέχεται ένας  όμορφος τόπος, με κτήρια που θυμίζουν ζαχαρόσπιτα, «λαχταριστά, ονειρεμένα και κρυφά επικίνδυνα» (σελ. 21) αλλά το κτήριο που θα μετατραπεί σε σχολείο έχει τον δικό του ρόλο στην υπόθεση. «Δω είναι ένα μοναστήρι όπου η προσευχή είναι φόβος και η πίστη τρόμος.. Ένα μοναστήρι όπου δεν έρχεσαι για να σωθείς αλλά για να χαθείς» (σελ. 242). Κι η ανατριχίλα μεγαλώνει: «Τούτο είναι ένα μέρος όπου έρχεσαι για να πεθάνεις. Αν θέλεις να καθυστερήσεις τον δικό σου λάκκο, πρέπει να μεταμορφωθείς σε τέρας» (σελ. 287).

Το μυθιστόρημα ξεκινάει με μια ενδιαφέρουσα πρόταση που θα βελτιώσει τον τρόπο εκμάθησης των παιδιών από τα γύρω χωριά, αφού οι συνθήκες μετάβασης και επιστροφής σε ένα σχολείο, ειδικά τον χειμώνα, με τους μαθητές να διανύουν κάθε μέρα μεγάλες και δύσβατες αποστάσεις, κυρίως με τα πόδια, είναι απαγορευτικές. Τα παιδιά είτε δεν μπορούσαν να φτάσουν είτε δεν μπορούσαν να γυρίσουν κι αυτό κόστιζε σε εργατικά χέρια στους γονείς τους, έτσι λοιπόν ένα ίδρυμα ανέλαβε τη χρηματοδότηση ενός πρότυπου σχολείου για την αναβάθμιση της τοπικής περιφέρειας κι επέλεξε τη Λίζι για να το υλοποιήσει. Τριάντα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, σε χωριστούς κοιτώνες, που αντιμετωπίζουν προβλήματα μετακίνησης, θα έρθουν μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων που πλησιάζουν, οπότε τα κτήρια ανακαινίζονται πυρετωδώς και η νεαρή εκπαιδευτικός έχει πολλή δουλειά. Η Λίζι Φωτίου, ένα κορίτσι με ασυνήθιστο όνομα, σκούρα μαλλιά και μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία, αρχίζει να κάνει τη δουλειά που της ανέθεσαν με αγάπη και λαχτάρα, σύντομα όμως μυστηριώδεις ήχοι, φώτα που αναβοσβήνουν, απειλητικά μηνύματα αρχίζουν να την τρομοκρατούν: «Το μέλλον δεν είναι παρά μια σειρά από ενδεχόμενα και η Λίζι… έτρεχε με ορμή καταπάνω του» (σελ. 11). Κάθε κεφάλαιο ξεκινάει και μ’ ένα ανατριχιαστικό παιδικό τραγουδάκι, κάτι που εντείνει την αγωνία και τον τρόμο: «Γραμμένο είν’ απ’ τσι διαβόλοι, Λίζι, να το δικό σου βόλι», «Τίποτε τότες δε σε σώνει. Νύχτα η βροχούλα σε σκοτώνει», «Τα διαβόλια είναι παιδάκια. Δεν προλάβαν παιχνιδάκια», με ενδιαφέρουσες εναλλαγές σε ρυθμό, καταλήξεις, μέτρο.

Είμαστε στα 1975, σε μια εποχή που πλέον μια γυναίκα μπορεί να σπουδάσει, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και όρια στην «απελευθέρωσή» της. Μπορεί να κάνει ό,τι θέλει αλλά με μέτρο και κυρίως να μην ξεπερνά τις επιτυχίες και τα επιτεύγματα του άντρα, με τον γάμο να αποτελεί πάντα όνειρο και στόχο της. Να όμως που η Λίζι δεν ταιριάζει με αυτό το πρότυπο και ακολουθεί τη δική της πορεία, αποφασισμένη να πετύχει και να ζήσει τα δικά της όνειρα, έχοντας κρυμμένο βαθιά μέσα της ένα μυστικό από τα χρόνια που ζούσε στα Νέα Υόρκη, όπου απέκτησε τραύματα και φοβίες ως αποτέλεσμα σωματικής και ψυχικής κακοποίησης. Το ιστορικό υπόβαθρο είναι εξίσου ενδιαφέρον και επηρεάζει ελάχιστα τις εξελίξεις, παίζει όμως ρόλο στην προσωπικότητα της νεαρής εκπαιδευτικού, αφού η Λίζι τελείωσε το γυμνάσιο λίγους μήνες μετά την επιβολή της Δικτατορίας του 1967 κι ο φόβος της Ασφάλειας, της τρομοκρατίας, της χούντας ακόμη τη στοιχειώνει: «Ήταν ωραίο το να μη φοβάσαι και να σε απασχολεί μόνο η ασφάλεια που γράφεται με μικρό γράμμα» (σελ. 13). Μέσα από της αναμνήσεις της Λίζι και τις σποραδικές αναφορές στα γεγονότα της Δικτατορίας δημιουργείται ανάγλυφα το αίσθημα ανασφάλειας, αβεβαιότητας και τρόμου που ζούσε ο μέσος άνθρωπος εκείνη την περίοδο. Η συγγραφέας επέλεξε τα σκληρά χρόνια της περιόδου 1967-1973 λόγω ενός ευρηματικού παραλληλισμού που θέλει να τονίσει: «Άνθρωποι που είχαν υποφέρει αναίτια, χωρίς να φταίνε για τίποτα και χωρίς να έχει αποδοθεί δικαιοσύνη» είναι όσοι βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν και εκτοπίστηκαν τότε αλλά και όσοι βίωσαν τις φρικαλεότητες και τα μαρτύρια στο μοναστήρι! Γεγονότα που καταγράφει μια αγνώστων στοιχείων αυτόπτης μάρτυρας, εντείνοντας την αγωνία για όσα διαδραματίζονται σήμερα στους ίδιους χώρους με στόχο να τρελάνουν ή να διώξουν τη Λίζι.

Η γραφή είναι στολισμένη με πλούσιο λεξιλόγιο, πολλά συνώνυμα που εντείνουν την παραστατικότητα και πρωτότυπα καλολογικά στοιχεία που ταιριάζουν με τη ροή του κειμένου και τα με τα όσα διαδραματίζονται. Από τη μια υπάρχει μια τρυφερότητα, με τα δάση, τα δέντρα, τα πουλιά και τα ζώα να εμφανίζονται απρόσμενα κάπου στο βάθος ή λίγο πιο πέρα και να σχηματίζουν αξέχαστες βουκολικές εικόνες κι από την άλλη μια ωμότητα στην ατμόσφαιρα τρόμου που τριγυρίζει τη Λίζι: «Το κρύο ήταν οπλισμένο με τα ξυράφια του» (σελ. 121) όσο «Η φύση έσφιγγε πάνω της τα σκεπάσματά της και περίμενε, περίμενε να φύγει ο χειμώνας» (σελ. 267). Πόσο παραστατικά δίνονται και τα χριστουγεννιάτικα έθιμα του χωριού της Λίζι στη Χαλκιδική όταν επισκέπτεται τη γιαγιά της για τις γιορτές! Εκείνο το σαραγλί, πώς ετοιμάστηκε, πώς ψήθηκε, πώς μοιράστηκε, είναι σα να το έχω φάει ο ίδιος! Ο όρθρος, οι ετοιμασίες, τα όργανα στη μοναδική ταβέρνα του χωριού, η γουρουνοχαρά (ποια χαρά, λέμε τώρα…: «σκληρό σκηνικό της θνητότητας, της αιματηρής αναγκαιότητας») και τόσα άλλα χαρίζουν τις νότες ξεγνοιασιάς που χρειαζόμαστε ως ανάπαυλα από το άφθονο σασπένς! Το ορεινό τοπίο με τον χειμωνιάτικο καιρό μπορεί να εμπνεύσει κάποιον πίνακα ζωγραφικής όσο μας περικυκλώνει μια σχεδόν ανάγλυφη ατμόσφαιρα απομόνωσης και απόκοσμης γαλήνης. Συρσίματα, τριξίματα, σκουξίματα έρχονται από το δάσος, αδιαπέραστη η ομίχλη, παχιά και απειλητική κι όμως η Λίζι, στην αρχή τουλάχιστον, καταφέρνει να δουλέψει πάνω στο όραμά της. Μετά; Χμ…. «Το πρωινό φως άργησε να έρθει. Ήρθε με τα πιο αργά βήματα που υπήρχαν, σέρνοντας τα πόδια του και ξεστρατίζοντας συνεχώς στο δρόμο. Ήθελε να δοκιμάσει τις αντοχές της, να δει τα όριά της» (σελ. 224).

«Είχαν οι τόποι άραγε ψυχή; Κι αν ναι, πώς γινόταν η ψυχή ενός μέρους κακή; Πώς ένα μέρος μάζευε τόσο μίσος; Πώς γινόταν; Έφταιγαν οι άνθρωποι άραγε; Μήπως το ξεχνούσαν; Μήπως δεν το αγαπούσαν» (σελ. 226-227); Ένα μοναστήρι θα μετατραπεί σε σχολείο και μια νέα κοπέλα θα αναλάβει τη δύσκολη αυτή δουλειά. Μόνο που σύντομα το όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη, όταν απόκοσμοι θόρυβοι, ανεξήγητα φαινόμενα και μυστηριώδεις σκιές θα κάνουν τα πάντα για να τη διώξουν παίζοντας με το μυαλό και τις αντοχές της. Τα «Παιδικά τραγουδάκια» είναι ένα καλοδουλεμένο μυθιστόρημα τρόμου και αγωνίας, γεμάτο παραστατικές περιγραφές, καλοδουλεμένη ατμόσφαιρα και μια ικανοποιητική εξήγηση για όλα αυτά όταν έφτασα στο τέλος, έχοντας τα φώτα του σπιτιού μου ορθάνοιχτα. Απανωτές ανατροπές, παιχνίδια με το μυαλό του αναγνώστη, μια γερά δομημένη ιστορία με υποβλητική ατμόσφαιρα είναι στοιχεία που με ξενύχτησαν και με κράτησαν ως το τέλος, χαρίζοντάς μου αξέχαστες στιγμές.

Πάνος Τουρλής