Ο καλός γιος

της You-Jeong Jeong

Ο Γιου-τζιν πάσχει από επιληψία και κατά καιρούς βιώνει κενά μνήμης, όπως αυτό τη νύχτα που βρήκε άγρια δολοφονημένη τη μητέρα του στο σαλόνι του σπιτιού τους. Αυτός το έκανε; Αν ναι, γιατί; Αν όχι, ποιος είναι ο ένοχος και πώς θα καταφέρει να τον βρει ένας άνθρωπος που παθαίνει κρίσεις και δεν μπορεί να συγκεντρωθεί για μια τέτοια έρευνα; Πόσο καλός μπορεί να είναι ένας γιος και πόσο αφοσιωμένη σε αυτόν η μητέρα του; Πώς συνδέεται το πτώμα μιας γυναίκας που βρέθηκε στο κοντινό ποτάμι με την όλη υπόθεση; Πώς μπορεί η μυρωδιά του αίματος να ξυπνήσει ένα αρπακτικό που κοιμάται και να το μετατρέψει σε ανθρωπόμορφο τέρας;

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο με πρωτοπρόσωπη αφήγηση και θα το χαρακτήριζα ως «εσωτερικού τύπου», δηλαδή δεν υπάρχει έντονη δράση ή ανθρωποκυνηγητό ή οτιδήποτε άλλο, αντίθετα, πρόκειται για ένα ενδιαφέρον, καλογραμμένο και ανατρεπτικότατο ψυχογράφημα που δείχνει χωρίς να κουράζει το οικογενειακό περιβάλλον του Γιου-τζιν, που ζει με τη μητέρα του και τον υιοθετημένο αδελφό του, με τους οποίους ζει σε νέο μέρος μετά τον θάνατο του πατέρα του και του μικρότερου αδελφού του σε κάποιες οικογενειακές διακοπές. Το κείμενο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, με τις αποκαλύψεις να έρχονται η μία πίσω από την άλλη και να μην αφορούν μόνο τη νύχτα του φόνου της μητέρας αλλά και ολόκληρη τη ζωή του αφηγητή, δημιουργώντας έτσι μια κλιμάκωση που οδηγεί σ’ ένα δυνατό τέλος.

Ο 26χρονος Γιου-τζιν πάσχει από επιληψία αλλά σταματάει κατά καιρούς τα φάρμακα για να παθαίνει κρίσεις που παραδόξως τον ερεθίζουν. Έχει εθιστεί στην ευφορία που του προξενούν τα συμπτώματα της διακοπής της αγωγής και δέχεται με στωικότητα τις συνέπειες, την κρίση καθαυτή δηλαδή. Δε θυμάται τι συμβαίνει κατά τη διάρκειά της, βυθίζεται σε βαρύ ύπνο που τον εξαντλεί ενώ ταυτόχρονα οι αισθήσεις του οξύνονται και επανέρχεται η διαύγεια. Αυτό τον βοηθάει να ερμηνεύει τον κόσμο με τη διαίσθηση και όχι με τη λογική και να ασχολείται με τον πρωταθλητισμό στην κολύμβηση. Ζει σε μια παραθαλάσσια πόλη της Νότιας Κορέας, το Γκουν-ντο, το οποίο επίσης αναλύεται και επεξηγείται από χωροταξικής, κοινωνικής και οικονομικής άποψης, δημιουργώντας ένα περιβάλλον με ελάχιστους κατοίκους κι ακόμη λιγότερους υπόπτους. Ο Γιου-τζιν προσπαθεί να βρει τα πατήματά του, να καταλάβει τον εαυτό του και να συνέλθει από την οικογενειακή τραγωδία που αντισταθμίστηκε με την υιοθεσία του καλύτερού του φίλου, του Χε-τζιν. «Αν η μητέρα και η θεία ήταν τα άτομα που είχαν επιβληθεί στη ζωή μου, τα φάρμακα ήταν τα φίδια που είχαν αμολήσει στον κήπο της ζωής μου» (σελ. 132), λέει χαρακτηριστικά. Η μάνα του είχε χάσει τον μεγαλύτερο γιο της και τον άντρα της πριν 16 χρόνια, οπότε, σε συνδυασμό με την επιληψία του παιδιού της, κρεμάστηκε από αυτό. «Ήταν μια γυναίκα από ατσάλι, αμετακίνητη, αποφασισμένη και σταθερή» (σελ. 141). Πώς και πού όμως σκοτώθηκαν πατέρας και μεγάλος γιος; Γιατί υιοθετήθηκε ο Χε-τζιν; Πώς κατάφερε η μητέρα να συγκεντρώσει τα χρήματα και μετακόμισαν στο καινούργιο τους σπίτι; Γιατί έγραφε ημερολόγιο και πόσο καλά ήξερε τον μικρό της γιο και τα προβλήματα της επιληψίας; Πόσο σημαντική είναι η κολύμβηση για τον Γιου-τζιν και γιατί αναγκάστηκε να σταματήσει την αλματώδη πορεία του προς τον πρωταθλητισμό;

Το μυθιστόρημα είναι άρτια πλεγμένο και απεκδύει τον πρωταγωνιστή από σελίδα σε σελίδα ενώ ταυτόχρονα τονίζεται η αγάπη της μάνας για το παιδί της και η αποφασιστικότητά της να κάνει τα πάντα γι’ αυτό, ακόμη και να κωφεύσει σε συνετές συμβουλές ή να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα που θα βλάψει και τους δύο. Ο στρουθοκαμηλισμός μιας γυναίκας που αγαπάει φανατισμένα το πλάσμα που έφερε στον κόσμο θα βλάψει ανεπανόρθωτα τις ισορροπίες και σύντομα θα έρθει αντιμέτωπη με τις επιλογές της. Η συγγραφέας έχει δουλέψει επίσης πολύ πάνω στα βιώματα ασθενών με επιληψία, την οποία καταγράφει και αποδίδει με απτό και τρομακτικά ρεαλιστικό τρόπο. Σταδιακά και με συνεχή πρωθύστερα που όμως δε με κούρασαν ξεδιπλώνεται η οικογενειακή ιστορία, τα μυστικά του παρελθόντος, η σχέση μεταξύ των μελών της οικογένειας, ακόμη και οι συνήθειες, η στάση ζωής, η συμπεριφορά γενικότερα των Νοτιοκορεατών. Μου έκανε εντύπωση πώς καταφέρνει η συγγραφέας να ενώσει τόσο απρόσμενα το παρελθόν με το παρόν χρησιμοποιώντας μια πρόταση ή ακόμη και μια λέξη! Αντί να χωρίσει τα δύο μέρη σε αντίστοιχα υπο-κεφάλαια τα συνδέει με τέτοιο τρόπο που δεν καταλάβαινες πώς ερχόσουν στο παρόν ή πώς γύριζες στο παρελθόν. Μια λέξη, ένας ήχος, μια κίνηση ξυπνούν τις αναμνήσεις ή ξαναφέρνουν την ιστορία στο παρόν, συνεχίζοντας από κει που σταματήσαμε πριν γυρίσουμε στο χτες.

«Η ηθική είναι να ζωγραφίζει κανείς μια ζωγραφιά που φαίνεται λογική» (σελ. 144). Με αυτό το παιχνίδι των λέξεων ξεδιπλώνεται ένα μυθιστόρημα που με κράτησε ως το τέλος, βυθίζοντάς με όλο και περισσότερο στην ψυχολογία και τη νοοτροπία ενός καλού παιδιού που αγωνίζεται να ανακαλύψει ποιος σκότωσε τη μητέρα του ενώ ταυτόχρονα η θεία του και ο αδελφός του προσπαθούν να κάνουν το ίδιο, δυσχεραίνοντας όμως τη δική του πορεία ερευνών. Ποια είναι η αλήθεια λοιπόν πίσω από τη νύχτα του φόνου και γιατί η επιληψία παίζει καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις; Θα καταφέρει ο Γιου-τζιν να φέρει στο φως την αλήθεια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται; Θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες που ίσως προκύψουν; Ποιος θέλει το καλό του και ποιος το κακό του; Το βιβλίο με ξενύχτησε και μου έδειξε με αληθοφάνεια και ρεαλισμό πόσο μεγάλο κακό μπορεί να φωλιάσει στην ψυχή ενός ανθρώπου και τι αντίκτυπο θα έχει αυτό στο γύρω περιβάλλον όταν ξυπνήσει το καλά κοιμισμένο αρπακτικό. «Ο φόνος είναι μέρος της ανθρώπινης εξέλιξης», διαπιστώνει η συγγραφέας στις σημειώσεις της και καταφέρνει με την ιστορία του Γιου-τζιν να ασχοληθεί εντατικά με τα κίνητρα και την εσωτερική φύση της ψυχοπάθειας και να τα εντάξει  σε ένα μυθιστόρημα γεμάτο αγωνία και εκπλήξεις.

Πάνος Τουρλής