Οδός Ευμολπιδών

της Αδαμαντίας Κουμιώτου

Η Όλγα Δανέλη ολοκληρώνει την επιτυχημένη πανεπιστημιακή καριέρα της στην Αγγλία κι επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου ένας από τους αγαπημένους της καθηγητές στο Πανεπιστήμιο τη φέρνει σ’ επαφή με έναν άντρα που διακατέχεται από το ίδιο πάθος, της φιλολογίας και του θεάτρου. Πώς θα συνεργαστούν αυτοί οι δύο και τι θα προκύψει από τις απανωτές ιδέες τους; Πώς θα καταφέρουν να ξεπεράσουν το τραυματικό τους παρελθόν και τι ρόλο θα παίξει στη ζωή τους ένα σπίτι στην οδό Ευμολπιδών;

Η λατρεμένη Αδαμαντίνη Κουμιώτου επιστρέφει μ’ ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στην αξία και τις έννοιες της κλασικής ελληνικής φιλολογίας και στη σημασία του έρωτα και της αγάπης στη ζωή μας. Φέρνει σε επαφή δύο άτομα που αγαπούν εξίσου τα ελληνικά γράμματα ενώ έχουν υποστεί βαριές και ανεπανόρθωτες ζημιές στο παρελθόν τους και καταγράφει με οξυδέρκεια και βαθιά παρατηρητικότητα τις μεταβολές στη σχέση τους. Πρόκειται για ένα κείμενο που δεν έχει έντονη δράση αλλά δεν είναι και αργό, στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στην Όλγα και τον Στέφανο χωρίς όμως να αφήνει απ’ έξω ενδιαφέροντες δεύτερους χαρακτήρες που συμπληρώνουν κατάλληλα τις ζωές τους ενώ η αναφορά σε σημαντικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας και οι παραθέσεις εκτεταμένων αλλά και σύντομων αποσπασμάτων τονίζουν την αξία και τη σημασία της πνευματικής καλλιέργειας και της μόρφωσης χωρίς να επικρίνουν την έλλειψη ή τον περιορισμό της. Η συναρπαστική γραφή και η αγάπη της συγγραφέως για τους ήρωές της δε με άφησαν να προσπεράσω ούτε μία παράγραφο, μιας και είτε θα εξελισσόταν η σχέση τους είτε θα παρετίθεντο ενδιαφέρουσες απόψεις και θεωρίες πάνω στην εξέλιξη της φιλολογίας μας. Ακόμη και το παράπονό της για την έκπτωση των ημερών μας καταγράφεται σωστά, χωρίς αιτιάσεις: «[Η εποχή μας αναπνέει] μέσα από μια κακώς εννοούμενη απελευθέρωση κι ελευθερία, που λαβώνει και ρημάζει την ηθική και τις αξίες» (σελ. 149).

Η Όλγα Δανέλη, «νεαρή Ελληνίδα του καημού και της νοσταλγίας», ολοκληρώνει όλες τις σπουδές και την πανεπιστημιακή της καριέρα κι επιστρέφει γεμάτη λαχτάρα στην Ελλάδα, στο αγαπημένο της νησί. «Πίστευε πως ο καιρός στη ζωή της θα το γύριζε σε μπουνάτσα, σε καλοσύνη» (σελ. 107)! Συγκινητικές και τρυφερές οι περιγραφές των αναμνήσεών της και του πόνου αλλά και της αγάπης που της χαρίζουν τώρα που τα φέρνει στο νου της. «Είχε συνηθίσει στην αγάπη την καθαρή, χωρίς ζαρωματιά καμιά, σαν καθαρό καλοσιδερωμένο ρούχο» (σελ. 40). Οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις που συνοδεύουν ηρωίδα και αναγνώστη στη νόστο της, στο ταξίδι της στα πατρογονικά αλλά και στη σύντομη επίσκεψή της στη Φολέγανδρο πριν γνωρίσει τον Στέφανο είναι συγκινητικές και τρυφερές: «Η θάλασσα έβγαινε… στη στεριά, άνοιγε πόρτες σπιτιού και της έστρωνε οικογενειακό τραπέζι. Μπερδεύονταν οι μυρωδιές τότε και το νερό, ποταμίσιο ή θαλασσινό, ανέβαινε στα μάτια της και κυλούσε στο πρόσωπό της» (σελ. 12). Εκτός όμως από αυτά η Όλγα πισωγυρίζει στα λάθη του δικού της παρελθόντος, στις αστοχασιές που πίκραναν τους γονείς και την πολυαγαπημένη της γιαγιά. Με διαρκή πρωθύστερα ξεδιπλώνεται η ιστορία, χαρίζοντάς μου ψήγματα από το χτες που είχε μια συγκεκριμένη πορεία και από το σήμερα που φαίνεται πως ήρθε τούμπα. Τι συνέβη λοιπόν πριν φύγει στο εξωτερικό; Ποια γεγονότα άλλαξαν τα σχέδια και τα όνειρά της;

Από την άλλη ο Στέφανος Σωτηρίου, με τον οποίο φέρνει σε επαφή ο καθηγητής την Όλγα, έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά μ’ εκείνη, απλώς δεν έχει εξίσου εκτεταμένο ρόλο. Έχει επίσης πραγματοποιήσει πλήρεις σπουδές μέχρι μεταδιδακτορικό, έχει διαγράψει διαπρεπή πορεία στον τομέα της φιλολογίας, έχει κάνει καριέρα στο εξωτερικό, δυστυχώς έχει κι αυτός πληγωμένο παρελθόν, και, σαν απαραίτητο συμπλήρωμα, έχει ανοίξει μια πρωτότυπη σχολή Δραματολογίας με θέατρο και αίθουσες ομιλιών, οπότε μαζί με την Όλγα προχωράνε σε αξιόλογες μελέτες για να διδάξουν λογοτεχνία μέσω του θεάτρου. Ενώ την Όλγα τη γνωρίζουμε πριν από την καθαυτή ιστορία, ο Στέφανος μας συστήνεται αργότερα και κυρίως μέσα από τη σχέση με τη γυναίκα που γνώρισε. Επιστρέφουμε και στο δικό του παρελθόν, καταλαβαίνουμε τον πόνο και την πικρία του κι έτσι το σήμερα του χαρίζει μια μεγάλη συγνώμη και ίσως, αν κάνει τις κατάλληλες κινήσεις, καταφέρει να προχωρήσει μπροστά.

Η τέχνη της συγγραφέως, σμιλεμένη από τον χρόνο που έχει περάσει σπουδάζοντας, διαβάζοντας και γράφοντας, είναι άφθαστη και παρουσιάζει τους χαρακτήρες της κομματιαστά μέχρι να συμπληρωθεί η εικόνα που θέλει. Το πατρογονικό νησί δεν κατονομάζεται, δεν έχει και σημασία άλλωστε, ένα κομμάτι γης είναι πάνω σε μια θάλασσα που χαρίζει όμως απλόχερα συναισθήματα, εικόνες, γεύσεις. Οι περιγραφές πάντως αφήνουν διακριτικά υπονοούμενα: «Ακόμα και τα απέναντι παράλια άλλαζαν την ιστορία στα μάτια της. Φιλικά της φαίνονταν, ακίνδυνα, άνευ όρων…» (σελ. 31). Επιπλέον, η Όλγα αφιερώνεται σε κάτι που δεν έχω συναντήσει ως τώρα τόσο εκτεταμένα: έρευνα και μελέτη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και στης Βουλής, καταγράφει μάλιστα τις διαδικασίες, την ατμόσφαιρα και τους ανθρώπους που εργάζονται εκεί. Στη δεύτερη μάλιστα πηγαίνει για να διαβάσει τον «Παπαγάλο» της Σοφίας Τρικούπη, ένα δυσεύρετο σήμερα στα παλαιοβιβλιοπωλεία κείμενο, εξ ου και ο τίτλος του μυθιστορήματος, μιας και το κείμενο αυτό γράφτηκε στο σπίτι της οικογένειας Τρικούπη, στην οδό Ευμολπιδών στο Γκάζι! Μόνο που εκεί η Όλγα θα βρεθεί μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη!

Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Δ. Παπαδίτσας και πολλοί άλλοι, ευρύτερα ή λιγότερο γνωστοί, ποιητές και πεζογράφοι στεφανώνουν με αποσπάσματα από το έργο τους την αρχή κάθε κεφαλαίου αλλά και παρεισφρέουν στο καθαυτό κείμενο σαν καλοί φίλοι που ξέρουν πότε να παρουσιαστούν για να σε στηρίξουν περισσότερο. Ποιητικές εκφράσεις και πρωτότυπη σύνταξη επίσης ανακατεύονται με τη στέρεη και δυνατή πεζογραφική μορφή της αφήγησης. Από την άλλη, όσο αναλυτικά κι εκτεταμένα αναφέρονται αποσπάσματα της ελληνικής γραμματείας, με έμφαση στον «Παπαγάλο», χωρίς όμως να παραπονιούνται ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιώργος Σεφέρης κυρίως, τόσο εξίσου γλαφυρά ζωντανεύουν οι γωνίες της Πλάκας, του Γκαζιού, και γενικότερα όλης της κεντρικής Αθήνας. Τι όμορφες γωνίες ξετρυπώνουν και συστήνονται, τι γοητευτική ατμόσφαιρα αναπηδάει και δημιουργεί το πιο ταιριαστό φόντο για τις σκηνές του μυθιστορήματος!

Μια βόλτα στην Πλάκα και στην ελληνική λογοτεχνία, ένα ταξίδι σε Χίο, Φολέγανδρο και Σάμο, ένα σουλάτσο σε δυο καρδιές που τραυματίστηκαν και τις έφεραν κοντά ένα σπίτι στην Ευμολπιδών κι ένας φλύαρος παπαγάλος, αυτό είναι το νέο μυθιστόρημα της Αδαμαντίνης Κουμιώτου που χαρίζει άλλο ένα ρομαντικό μυθιστόρημα αξιώσεων στη λογοτεχνική μας κονίστρα!

Πάνος Τουρλής