Ο Μπεν Λόγκαν φτάνει στο ασήμαντο Φόλσβιλ του Κεντάκι για να κάνει μια νέα αρχή. Πρώην αστυνομικός στη Νέα Υόρκη, βγήκε στη σύνταξη κι αποφάσισε να φύγει μακριά από το άγχος της καθημερινότητας και το βάρος της δουλειάς του. Το Φόλσβιλ φαινόταν η ιδανική επιλογή, μόνο που έφτασε την περίοδο που εξαφανίστηκε μια έφηβη κοπέλα κι έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, μπλέκεται στις έρευνες. Όταν βρίσκουν το πτώμα της, κάποια πράγματα δεν ταιριάζουν με τη λογική και την αλήθεια κι ο Λόγκαν βρίσκεται σε τρομερό δίλημμα: να ακολουθήσει το ένστικτό του ή να συμφωνήσει με την επίσημη ανακοίνωση;

Ο John Kilian ξεκινάει τη σειρά μυθιστορημάτων «Στα άκρα» με μια πολύ ενδιαφέρουσα και ανατρεπτική ιστορία που πραγματικά οδηγεί τον πρωταγωνιστή της στα όριά του. Συναρπαστική πλοκή, γραφή που ρέει, αγωνία, ενδιαφέροντες χαρακτήρες συγκροτούν ένα μυθιστόρημα που δεν μπορούσα να σταματήσω να το διαβάζω. Οι περιγραφές του τόπου και της πόλης, των ανθρώπων και της φύσης είναι άκρως ατμοσφαιρικές και ρεαλιστικές. Ένιωθα να μπαίνω κι εγώ ταυτόχρονα με τον ήρωα στο Φόλσβιλ και στις ζωές των κατοίκων λίγες μέρες απ’ όταν εξαφανίστηκε η Όμπρεϊ Χάρισον. Η βροχή, το σκοτάδι, η μονοτονία και η βαρεμάρα «κλέβουν» μεγάλο μέρος από τα καθαυτά γεγονότα, όμως δεν μπόρεσα ν’ απαγκιστρωθώ από τις λέξεις. Ήθελα να νιώσω στο πετσί μου κάθε δευτερόλεπτο της αφήγησης, κάθε πόντο των αντικειμένων, υποδεχόμουν σχεδόν με αγάπη κάθε παράγραφο, κάθε σελίδα που αφορούσε περιγραφές. Επτά ολόκληρες σελίδες για έναν άντρα που βοήθησε ένα ξεψυχισμένο κογιότ να διασχίσει τον δρόμο και δεν προσπέρασα ούτε μια σειρά, γιατί ήξερα, έβλεπα, ένιωθα πως αυτή είναι μια πρωτότυπη προσέγγιση του χαρακτήρα του Μπεν Λόγκαν. Μάλιστα, είναι τόσο υποβλητική η όλη απλοϊκή κατάσταση (ελάχιστοι δρόμοι, όλα κοντινά, μια εκκλησία όπου πηγαίνουν οι κάτοικοι κάθε Κυριακή, από ένα κατάστημα σε όλο το Φόλσβιλ κλπ.) που ένιωσα να μεταφέρομαι στον προηγούμενο αιώνα, με αποτέλεσμα οι αναφορές σε internet, google, κινητά κλπ. να με ξυπνάνε απότομα και να με μεταφέρουν στη σωστή εποχή που θέλει ο συγγραφέας για τους ήρωές του.

Η οπτική γωνία αφήγησης είναι εντελώς πρωτότυπη. Έχουμε κατά βάση μια έρευνα φόνου αλλά όχι ανακρίσεις ή έρευνες από αυτές που ξέρουμε. Η πόλη είναι αυτή που πρωταγωνιστεί και κάνει κουμάντο, ο Λόγκαν έχει ν’ αντιμετωπίσει μια άυλη και ταυτόχρονα απόλυτα απτή «κοινότητα» που τον κοροϊδεύει, τον εξαπατά, τον οδηγεί εκεί που θέλει κι εκείνος αρχικά θα παρασυρθεί, σύντομα όμως, όταν τα πράγματα γίνουν πολύ προσωπικά και φυσικά επικίνδυνα, θα βγει στο κυνήγι και τα πάντα θα ανατραπούν. Όσο προχωρούσε η ανάγνωση, δεν αναρωτιόμουν ποιος το έκανε και γιατί ούτε απέκλεια υπόπτους, απλώς έβλεπα την υπόθεση να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μου, απόλυτα και σωστά ενορχηστρωμένη από την ίδια την πόλη (καμία σχέση με μεταφυσικό περιεχόμενο, όλα είναι αληθινά και πιθανό να συμβούν στον οποιονδήποτε βρεθεί στη θέση του Λόγκαν). Τα ερωτήματα του πρωταγωνιστή αγγίζουν την πραγματικότητα, οι εξελίξεις όμως δεν είναι στο χέρι του και δυσκολεύουν τη θέση του όλο και περισσότερο: «Το Φόλσβιλ έμοιαζε σαν μια ζωντανή παγίδα -κάτι που δεν μπορούσες να του ξεφύγεις, κάτι που έθετε τους δικούς του κανόνες, και που με τη σειρά σου εσύ όφειλες να τους μάθεις απέξω από την πρώτη κιόλας ημέρα. Ήταν ανυπόφορο αλλά έτσι ήταν» (σελ. 220).

Ο 45άρης Μπεν Λόγκαν ταξίδεψε μέσα από τρεις πολιτείες ξεκινώντας από τη Νέα Υόρκη, κι έφτασε στο Φόλσβιλ για να αρχίσει να προσέχει τον εαυτό του και τη ζωή του. Να ηρεμήσει η καρδιά του και ο ίδιος να πάψει να τρέχει. Να ξεχαστεί και να ξεχάσει. «Ήταν πολλά που είχε να κάνει, ναι. Κυρίως όμως: να ξαναβρεί τον χαμένο του εαυτό. Εκείνο τον εαυτό που δεν είχε προλάβει να γνωρίσει ποτέ του» (σελ. 155). Η ενσυναίσθησή του και η ικανότητά του να συνδέει τα κομμάτια των όσων προηγήθηκαν του φόνου τον έκαναν αρκετά επιτυχημένο στη δουλειά του, από την οποία όμως συνταξιοδοτήθηκε νωρίς για λόγους που αφήνω στον αναγνώστη να ανακαλύψει. Δυστυχώς στο καταφύγιο που επέλεξε έρχεται πάλι ο θάνατος να τον συναντήσει, με ένα κατ’ επίφασιν ατύχημα. Κι είναι πολύ δύσκολο να ταράξεις τα νερά μιας βυθισμένης στη ρουτίνα πόλης, φωνάζοντας «δολοφονία». Κι έτσι βρίσκεται μπροστά σ’ ένα τρομερό ηθικό δίλημμα: «Μήπως είχε έρθει η ώρα να γίνει ένας κανονικός άνθρωπος, και να αφήσει πίσω του τον παλιό του εαυτό, που ήξερε μόνο να ψάχνει κακοποιημένα χτυπημένα, σκοτωμένα παιδιά; Και να ζητά εκδίκηση για λογαριασμό τους; Και να τρελαίνεται, να αρρωσταίνει και να πεθαίνει μαζί τους κάθε φορά; Μήπως έπρεπε να τον θάψει; Να θάψει μια για πάντα τον προηγούμενο εαυτό του» (σελ. 250-251);

Νομίζοντας πως ο Λόγκαν θα πρωταγωνιστεί στα βιβλία συγκράτησα πολλά στοιχεία για τον χαρακτήρα του και τις συνήθειές του, με πιο αξιοζήλευτη τη βιβλιοφιλική πλευρά του, μιας και του αρέσει το διάβασμα αλλά όχι από χόμπι, περισσότερο σαν αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του. Τακτοποιεί τα βιβλία κατά ύψος και όγκο, διαβάζει Φερνάντο Πεσόα («Το βιβλίο της ανησυχίας»), κάποτε προσπάθησε να φτιάξει ένα ράφι αφιερωμένο στους προδρόμους της αστυνομικής λογοτεχνίας, «…ένα σχέδιο που έμεινε ανολοκλήρωτο, όπως ανολοκλήρωτα έμεναν όλα τα σχέδια που κατά καιρούς έκανε…» (σελ. 89). Στο τέλος όμως διαπίστωσα πως η σειρά «Στα άκρα» θα έχουν και διαφορετικό πρωταγωνιστή, με κοινό παρονομαστή τις ακραίες ψυχολογικές συνθήκες που θα βιώνουν. Άλλο ένα πλεονέκτημα λοιπόν για τον John Killian.

Η γραφή είναι γεμάτη απρόσμενες παρομοιώσεις: «Η Μέιν Στρητ γυάλιζε κάτω από τα υπομονετικά φώτα του δρόμου» (σελ. 40), «Η καταιγίδα πλησίαζε βιαστικά στην πόλη, σαν να είχε ξεχάσει ένα από καιρό δοσμένο ραντεβού» (σελ. 336). «Κάτω, το ραδιόφωνο έπαιζε κάτι παλιά σουξέ, χωρίς να νοιάζεται αν τα άκουγαν κάποιοι, αν άρεσαν ακόμη σε κανέναν, ή αν όσοι συγκινήθηκαν με αυτά στον καιρό τους είχαν πια όλοι τους πεθάνει» (σελ. 84) είναι μια φράση που με γέμισε εικόνες και ένταση συναισθημάτων. Η ίδια η πόλη πρωταγωνιστεί: «…δεν υπάκουε σε κάποια ξεκάθαρη ρυμοτομία ή, αν κάποτε το έκανε, έδειχνε να το έχει από καιρό ξεχάσει» (σελ. 61), «Η πόλη κοιτούσε, παρατηρούσε και ήξερε, άλλο που προτιμούσε να παριστάνει την αδιάφορη» (σελ. 209). Η βροχερή, μουντή, σκοτεινή φύση αποδίδεται λυρικότατα: «Και ούτε είχε καταλάβει πότε και από πού είχε έρθει εκείνη η ομίχλη, εκείνη η σαν ζωντανή ομίχλη που ανέπνεε και λαχάνιαζε, ανέπνεε και λαχάνιαζε. Καταλαμβάνοντας κάθε εκατοστό μέσα του και ολόγυρά του και πνίγοντας ολόκληρο το Φόλσβιλ στην αγκαλιά της, ψιθυρίζοντάς του λόγια που κανείς δεν έπρεπε ν’ ακούσει και που όμως όλοι άκουγαν με λαχτάρα» (σελ. 257).

Ο Τζάσπερ και η Κέιτ με το εστιατόριό τους, ο Λίαμ με το μπαρ του, η Σάμερ με το ξενοδοχείο της, ο σερίφης Μοργκ, ο αιδεσιμότατος Ρόμπερτ Πράις, η δήμαρχος Σάρα Σουλτς είναι άνθρωποι φιλόξενοι, ανοιχτόκαρδοι και πρόθυμοι να μοιραστούν και να βοηθήσουν, μήπως όμως τελικά δεν είναι έτσι; Όλα θα έμοιαζαν ιδανικά και παραμυθένια αν δεν υπήρχε το σκούρο σύννεφο της εξαφάνισης της Όμπρεϊ και η άσχημη συμπεριφορά της αλκοολικής χήρας μητέρας της προς την «κοινότητα». Μήπως όμως αυτό δεν είναι παρά η αφορμή για να σηκώσει κανείς το χαλί κάτω από την πόλη και να διαπιστώσει με φρίκη πόσα ξεχασμένα μυστικά υπάρχουν από κάτω; Η «Νεκρή πόλη» είναι ένα δυνατό, διαφορετικό, συγκλονιστικό αστυνομικό και όχι μόνο μυθιστόρημα, γεμάτο ρεαλισμό, ένταση και αναπάντεχες εξελίξεις που οδηγούν «στα άκρα» τους πρωταγωνιστές του βιβλίου.

Πάνος Τουρλής