Θανάσιμη κλήση

του Chris Carter

Ένας αιμοσταγής δολοφόνος κοροϊδεύει, εξαπατά και τρέφεται από τον φόβο των θυμάτων του που αναζητά στα κοινωνικά δίκτυα και εκτελεί τα εγκλήματά του σε ζωντανή σύνδεση μέσω βιντεοκλήσης. Ποιος πραγματοποιεί το θανάσιμο τηλεφώνημα; Γιατί υπάρχουν διαφορετικά μοτίβα στις δολοφονίες; Τι κοινό έχουν τα θύματα;

Αυτή είναι η όγδοη υπόθεση που αναλαμβάνει ο Ρόμπερτ Χάντερ, ένας ιδιοφυής και χαρισματικός άνθρωπος, με υψηλό δείκτη ευφυίας και πολύ καλή γνώση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ψυχολογίας. Ο Χάντερ, πτυχιούχος Ψυχολογίας και με διδακτορικό στην Ανάλυση Εγκληματικής Συμπεριφοράς και στη Βιοψυχολογία, είδε τη ζωή του να ανατρέπεται οριστικά όταν ο πατέρας του έπεσε θύμα ληστείας από αγνώστους. Η μανία του για εκδίκηση και η αδυναμία των ερευνών να εντοπιστούν οι ένοχοι τον οδήγησαν να καταταγεί στους κόλπους της Αστυνομίας. Η αλματώδης καριέρα του τον ενσωμάτωσε στη Διεύθυνση Ληστειών και Ανθρωποκτονιών της Αστυνομίας του Λος Άντζελες. Όταν είχε χάσει τη μητέρα του στα επτά του χρόνια έβλεπε τόσο βασανιστικούς εφιάλτες που το μυαλό του, αναπτύσσοντας έναν μηχανισμό αυτοάμυνας, έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κρατάει ξάγρυπνο. Ο ύπνος έγινε πια πολυτέλεια και βασανιστήριο. Μόλις όλο αυτό μειώθηκε αισθητά, έχασε τον πατέρα του κι έτσι οι εφιάλτες επέστρεψαν. Ένας από τους τρόπους καταπολέμησης της αϋπνίας του είναι οι επισκέψεις στη Βιβλιοθήκη του UCLA που λειτουργεί επί εικοσιτετραώρου βάσεως, όπου και γνωρίζει την κοκκινομάλλα Τρέισι Άνταμς. Μήπως ήρθε η ώρα να γνωρίσει μία σύντροφο; Πώς θα το χειριστεί;

Η Τάνια Κέιτλιν δέχεται βιντεοκλήση από την καλύτερή της φίλη, Κάρεν Γουόρντ, την οποία όμως βλέπει φιμωμένη ενώ μια αυστηρή φωνή της απαγορεύει να κλείσει γιατί θα πάθουν κακό και οι δυο τους. Ο άγνωστος της κάνει  δύο φαινομενικά εύκολες ερωτήσεις αλλά τελικά η Τάνια χάνει το παιχνίδι κι έτσι η Κάρεν γίνεται το αντικείμενο ενός γκροτέσκο πίνακα: θραύσματα καθρέφτη βίαια καρφωμένα στο πρόσωπό της, μερικά εκ των οποίων διαπερνούν επιδερμίδα και μυϊκό ιστό, αποκολλώντας ουσιαστικά το πρόσωπο από τη σκελετική δομή του! Ποιον φοβόταν η Κάρεν Γουόρντ και γιατί οπλοφορούσε; Ποιος της αφαίρεσε τη ζωή με τόσο βίαιο τρόπο; Εξίσου ανατριχιαστική είναι η περίπτωση και του δεύτερου θύματος, Κασάντρα Τζένκινσον, και του συζύγου της, κυρίου Τζέι, ενός ζευγαριού που προσπαθεί να ξαναγνωρίσει ο ένας τον άλλον τώρα που ο γιος τους μπήκε στην εφηβεία, μόνο που ο κύριος Τζέι κρύβει ένα μυστικό. Αυτή η ιστορία δίνει κατ’ εμέ τον πιο ανατρεπτικό τόνο στην πλοκή, γιατί ο δολοφόνος, χωρίς να το ξέρει, μπλέκει μ’ έναν άνθρωπο που μπορεί να τον τιμωρήσει πολύ σκληρά έτσι και τον εντοπίσει, μόνο που οι έρευνες του κυρίου Τζέι πάνε κάπου αλλού την υπόθεση.

Ο Χάντερ Γκαρσία ήταν ήδη δύο χρόνια ντετέκτιβ όταν επέλεξε να μεταβεί στο Ανθρωποκτονιών. Παντρεμένος με τη γλυκιά Άννα και γιος ομοσπονδιακού πράκτορα, αγνόησε τις προτροπές της μητέρας του, που ήξερε καλά τους κινδύνους και τα προβλήματα από ένα τέτοιο επάγγελμα, και ακολούθησε τα βήματα του ήρωά του, του πατέρα του! Ως προς τη συνεργασία μεταξύ Χάντερ και Γκαρσία έχουμε μια ιδανική εξισορρόπηση, μιας και οι δύο συμμετέχουν στις έρευνες, ακολουθούν παράλληλες ή διαφορετικές άκρες στο δύσκολο κουβάρι που έμπλεξαν και ταυτόχρονα η προσωπική τους ζωή είναι εντελώς αντίθετη: ο ένας ανύπαντρος, αφοσιωμένος στις υποθέσεις του, με τα δικά του ψυχολογικά προβλήματα και ο άλλος παντρεμένος με μια γυναίκα γεμάτη κατανόηση, υπομονή και εγκαρτέρηση. Δυστυχώς σε αυτό το βιβλίο ο Γκαρσία συμμετέχει ελάχιστα στις έρευνες, μιας και αναφέρεται κυρίως στους τόπους των δολοφονιών και δίνει μόνο κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες που ξετυλίγουν το κουβάρι της υπόθεσης. Αντίθετα, ο Χάντερ έχει σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο με τέτοιο τρόπο που αδυνάτισε τις ισορροπίες μεταξύ τους. Στο πλάι τους είναι και πάλι η αστυνόμος Μπάρμπαρα Μπλέικ, επικεφαλής της Διεύθυνσης Ληστειών και Ανθρωποκτονιών της Αστυνομίας του Λος Άντζελες, μια γυναίκα σκληρή που δε χαρίζεται, βλέπουμε όμως πως κέρδισε σταδιακά την εμπιστοσύνη των υφισταμένων της. Παρ’ όλο που ο συγγραφέας σε κάθε βιβλίο γίνεται όλο και καλύτερος εκφραστικά και θεματολογικά, παρ’ όλο που βασίζεται σε έρευνες και εμπειρία ετών, σε αυτό το βιβλίο διαπίστωσα πως έπεσε στην παγίδα της ευκολίας. Δύο γεγονότα που οδηγούν πιο κοντά στη λύση του μυστηρίου μού φάνηκαν κυριολεκτικά σαν «από μηχανής» ριγμένα για να απογειωθεί η δράση και ν’ αρχίσει το ανθρωποκυνηγητό ενός φριχτού κατά συρροή δολοφόνου, δεν είναι τυχαίο μάλιστα που από κείνα τα σημεία άρχισαν και τα κεφάλαια να μικραίνουν. Η αγωνία, η ένταση, οι εκπλήξεις και η πραγματική ταυτότητα του εγκληματία με άφησαν με κομμένη ανάσα, αν και δεν έπαψα να σκέφτομαι αυτές τις δύο λεπτομέρειες.

Ο συγγραφέας για άλλη μια φορά δείχνει τις γνώσεις του και την εμπειρία του από τον χώρο της εγκληματολογικής ψυχολογίας. Χάρη σε αυτόν έμαθα εδώ, μεταξύ άλλων, ότι κάθε χρόνο στις ΗΠΑ περισσότεροι από 6.000.000 άνθρωποι παρακολουθούνται εμμονικά κι αυτά τα νούμερα δε λάμβαναν υπόψιν την παρακολούθηση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου το πράγμα έχει πλέον ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Ως εμμονική παρακολούθηση ορίζεται η ανεπιθύμητη ή εμμονική προσοχή που δείχνει ένα άτομο για ένα άλλο, κάτι που πηγάζει συνήθως από απόρριψη, ζήλια, εκδίκηση, φθόνο, ανασφάλεια ή εμμονικό καταναγκασμό. Επίσης, διαπίστωσα πως υπάρχουν «ανοργάνωτοι» δολοφόνοι, που δεν έχουν σκοπό να σκοτώσουν τα θύματά τους αλλά το κάνουν από μια ανεξέλεγκτη βίαιη παρόρμηση και «οργανωμένοι», έξυπνοι, οργανωτικοί και πειθαρχικοί. Το γεγονός όμως ότι κάποιος φτάνει στο έκτο στάδιο παραβατικής συμπεριφοράς, με επιθετικότητα και βία απέναντι σε ανθρώπους, και μάλιστα κατ’ επανάληψη σπάει αρκετά τα στερεότυπα της συμπεριφοράς των εμμονικών διωκτών, εκ των οποίων κανείς ποτέ δεν έκανε κάτι τέτοιο κατά συρροή, όχι τουλάχιστον σε διάστημα τριών μερών, αφού ο κάθε θάνατος-απώλεια του θύματος που είναι και ο σκοπός της ζωής τους επιφέρει βαθιά αισθήματα ενοχής και θλίψης που τους απομονώνουν για μήνες ή και χρόνια. Επιπλέον, δεν ήξερα ότι το ανθρώπινο κρανίο μπορεί να αντέξει πίεση μέχρι ενενήντα πέντε κιλά, κάτι που έμαθα με τον ανατριχαστικότερο τρίτο θάνατο. Τέλος, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανεβάζουμε τόσες άχρηστες για τους άλλους κατά βάση μα άφθονες σε όγκο λεπτομέρειες για την προσωπική μας ζωή, που πραγματικά αναρωτήθηκα για το κίνητρο αυτής της διαθεσιμότητας και φοβήθηκα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος να τις εκμεταλλευτεί, γιατί, αν και υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας και προστασίας, δεν τις εφαρμόζει κανένας. «Οι σελίδες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι σαν ένα παζάρι πληροφοριών για ανθρώπους. Πληροφορίες που οι ίδιοι προσφέρουν ελεύθερα ώστε να τις βρει κάποιος άλλος» (σελ. 392).

Η «Θανάσιμη κλήση» είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, γεμάτο ωμές περιγραφές, ένταση και σασπένς που μας φέρνει πολύ κοντά στον τύπο του εμμονικού διώκτη, πώς κινείται, τι σκέφτεται, γιατί προβαίνει κάποιες φορές στο έγκλημα, πόσο σημαντικό είναι γι’ αυτόν να παρακολουθεί το θύμα του, πόσο μεγάλο κενό αφήνει πίσω του τυχόν απώλεια κλπ. Ρεαλισμός, κινηματογραφικοί διάλογοι και απανωτές εναλλαγές σκηνών προσφέρουν ταχύτητα και παλμό κατά την ανάγνωση του κειμένου. Η μεγάλη έκπληξη όσο πλησίαζα στο τέλος μου έσφιξε για πολλή ώρα το στομάχι και για άλλη μια φορά κατάλαβα πόσο επικίνδυνη είναι η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου ενώ ταυτόχρονα διαπίστωσα και πάλι πόσο ταλαντούχος συγγραφέας είναι ο Carter. Μπορεί στα βιβλία της σειράς το βασικό μοτίβο να είναι το ίδιο (κατά συρροή δολοφόνοι με απάνθρωπες και αποστασιοποιημένες συναισθηματικά εγκληματικές πράξεις που τους κυνηγούν οι ντετέκτιβ), πάντα με ποικίλες μεθόδους ή διαφορετικά βήματα επίλυσης οπότε και το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο, σε κάθε ένα από αυτά όμως υπάρχει επιπλέον και κάτι διαφορετικό είτε στη θεματολογία είτε στην τελική αποκάλυψη είτε στο μήνυμα που θέλει να περάσει το βιβλίο, γι’ αυτό εθίζομαι όλο και περισσότερο στα κείμενά του. Η σειρά με τον Ρόμπερτ Χάντερ θέλει γερά νεύρα και άπλετο φως όσο κρατάει η ανάγνωση.

Πάνος Τουρλής