0 Shopping Cart 0.00€
0 προϊόντα - 0.00€ Shopping Cart

Η μέθοδος του φοίνικα

του Antonio Fusco

Το πτώμα μιας κοπέλας βρίσκεται εγκαταλειμμένο κάτω από μια γέφυρα ενώ ο δολοφόνος της εντοπίζεται επίσης νεκρός στον βυθό μιας λίμνης. Ο ένοχος, ένας προικισμένος πορνοστάρ με σοβαρές διασυνδέσεις στην «καλή κοινωνία», έχει υπερβολικά πολλές αποδείξεις εναντίον του κι αυτό βάζει σε υποψίες τον αστυνόμο Καζαμπόνα ενώ κάποια στοιχεία τον οδηγούν σ’ ένα έγκλημα που διεπράχθη το 1969. Τι συνδέει λοιπόν τις δύο υποθέσεις; Τι πραγματικά συνέβη στην κοπέλα και ποιος τη σκότωσε; Πόσο πολύ θα διακινδυνεύσει την καριέρα του ο αστυνόμος, κάνοντας έρευνες που θα ενοχλήσουν τα ανώτερα κλιμάκια; Ποιος είναι ο μυστηριώδης «Μεσσίας» που αποβλέπει να ξαναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του και ποια είναι τα σχέδιά του;

Η τρίτη περιπέτεια του αστυνόμου του Τμήματος Ανθρωποκτονιών Τομάζο Καζαμπόνα ήταν και η πιο συγκινητική μέχρι στιγμής, μιας και οι πράξεις του ήρωα αλλά και το φινάλε της ιστορίας έδειξαν ταυτόχρονα τις ικανότητες του συγγραφέα Antonio Fusco να περιγράφει και να ζωντανεύει χαρακτήρες και να τους δημιουργεί με σάρκα και οστά και επίσης πόσο σημαντικό είναι να παραδέχεται κανείς τα λάθη του και να προβαίνει σε πράξεις εντελώς αναπάντεχες μα και απόλυτα δικαιολογημένες. Η περίπτωση του Fusco είναι πραγματικά αξιομνημόνευτη και πρέπει κανείς να την παρακολουθεί στενά. Από τη μια καταφέρνει να δίνει ιστορίες με ψυχοφθόρα και σκληρά θέματα χωρίς όμως να τα δείχνει (τουλάχιστον όχι εκτεταμένα ή πρόσφορα για κανιβαλισμό και ικανοποίηση σαδιστικών αναγνωστικών ενστίκτων), έχουμε να κάνουμε δηλαδή με «βελούδινη» αφήγηση δύσκολων και σκληρών κεντρικών ιδεών, όπως η παιδική κακοποίηση, μιας και η φρίκη γεννάται από τα συμφραζόμενα, ελλείψει περιστατικών κι απ’ την άλλη έχει τη δύναμη να περιστρέφει έναν θεματικό άξονα γύρω από ένα πρόσωπο που δεν εμφανίζεται όμως σχεδόν καθόλου και δεν έχει ούτε μια γραμμή διαλόγου.

Ο αστυνόμος Καζαμπόνα πλέον κοιμάται στους κοιτώνες του αστυνομικού τμήματος της Βαλντέντσα γιατί με τη Φραντσέσκα οι καβγάδες ήταν καθημερινοί. Είκοσι πέντε χρόνια παντρεμένοι, με ενήλικα παιδιά κι όμως η σχέση τους έχει πλέον φθαρεί. Για να μην καταστραφεί ολοκληρωτικά πάντως και για ν’ αποκτήσει ο καθένας τον δικό του πολύτιμο χώρο, ο αστυνόμος έκανε την υποχώρηση κι έφυγε από το σπίτι. «Η συμβίωση γίνεται συνήθεια που από τεμπελιά αποφεύγουμε να θέσουμε σε αμφισβήτηση. Γιατί έπειτα πρέπει να πληρώνουμε δικηγόρους, να βρούμε καινούργιο σπίτι, να πακετάρουμε και να μετακομίσουμε. Όλα αυτά προκαλούν άγχος και δεν το αντέχουμε. Καλύτερα να παριστάνουμε ότι δεν τρέχει τίποτα και να στρίβουμε το κεφάλι από την άλλη. Καμιά φορά, ακόμα και να στήνουμε μια νέα ζωή, την οποία ο άλλος κάνει πως δεν βλέπει, κάτι σαν σιωπηρή συμφωνία αμοιβαιότητας. Όχι, αυτό που υπήρξαμε εμείς δεν αξίζει αυτήν την κατάντια. Αν τελείωσε, τελείωσε» (σελ. 70). Θα τονίσω ξανά με πόση δεξιοτεχνία καταφέρνει ο Fusco, στο περιθώριο της συναρπαστικής αστυνομικής πλοκής που στήνεται γύρω από την υπόθεση της νεκρής κοπέλας, να δουλέψει πάνω στη σχέση του Τομάζο και της Φραντσέσκα. Εκεί που κλείνει η υπόθεση, γίνεται μια μεγάλη ανατροπή επί προσωπικού επιπέδου, απότοκη και της συμπεριφοράς του αστυνόμου στο προηγούμενο βιβλίο της σειράς, την «Υπόθεση 178» και έρχεται στο προσκήνιο η Φραντσέσκα που σε αυτό το βιβλίο έχουμε δει μόνο από μακριά ή έχουμε μάθει γι’ αυτήν μέσω εμπιστευτικών συζητήσεων ή ανησυχητικής υποστήριξης προς τον αστυνόμο. Η τελευταία πράξη του Καζαμπόνα μου έφερε δάκρυα στα μάτια και μου έδειξε πόσο πιστός παραμένει στις αρχές του, χωρίς να παρασύρεται από εγωισμούς ή επιφανειακές αντιδράσεις. Ειλικρινά περιμένω πώς και πώς το επόμενο βιβλίο, μόνο και μόνο για να δω τι θα συμβεί ανάμεσα σε αυτό το ζευγάρι!

Και σε αυτό το μυθιστόρημα έχουμε γοητευτική γυναίκα, τη Λάρα Σέντσι, δημοσιογράφο, ελεύθερη συνεργάτιδα σε ιστοσελίδα μεγάλης επισκεψιμότητας στη Βαλντέντσα, που «ζούσε τον μύθο της Οριάνα Φαλάτσι», φιλόδοξη και πεισματάρα, με καλό δίκτυο πληροφοριοδοτών ενώ ένα ταξίδι στη Ρώμη ξυπνάει τις μνήμες του αστυνόμου ως προς την Κριστίνα Μπελισάριο, με την οποία είχαν μια από τις ωραιότερες ερωτικές ιστορίες στις «Πέντε μικρές αδικίες». Και πάλι δείχνει είτε σκληρός με τον εαυτό του είτε απόλυτα ρεαλιστής: «Θα του φρόντιζε τις πληγές που είχε ανοίξει μέσα του η Φραντσέσκα, κι εκείνος θα αισθανόταν καλύτερα. Τόσο που θα μπορούσε ακόμα και να ξεχάσει. Αλλά αυτό ακριβώς ήταν που δεν ήθελε» (σελ. 158). Μα τι υπέροχη προσωπικότητα, μακριά από τις σειρήνες των στερεότυπων του αστυνομικού μυθιστορήματος! Ειλικρινής, προσγειωμένος και σώφρων: «Ο ασυμβίβαστος αστυνόμος, ο άνρωπος πο είχε συλλάβει τους χειρότερους εγκληματίες της Βαλντέντσα, ο αυστηρός και αδιάλλακτος πατέρας ρωτούσε τώρα τον γιο του τι να κάνει, τον γιο του που ήταν κάποτε ρεμάλι και πρεζόνι» (σελ. 267). Εν τω μεταξύ, η Κιάρα τελείωσε στη Βαρκελώνη το διδακτορικό της με θέμα την ψυχολογία της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας κι εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου ως ερευνήτρια ενώ ο σύντροφός της, επιθεωρητής Μάσιμο Λουκέζε, διορίστηκε στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Φλωρεντίας.

Ας επιστρέψουμε στη δολοφονία με την οποία ξεκινάει η υπόθεση. Το πτώμα μιας νεκρής γυναίκας αρχίζει να ξετυλίγει ένα κουβάρι, που θα οδηγήσει τις έρευνες από το κοινόβιο των «Ξωτικών» (μιας κοινότητας δηλαδή που ζει στο δάσος έξω από την πόλη χωρίς τις ανέσεις του σύγχρονου πολιτισμού) μέχρι ψυχιατρικές κλινικές και από στούντιο ερασιτεχνικού πορνό με ανθρώπους καθημερινούς και συνήθως μέσης ηλικίας μέχρι ορφανοτροφεία-κολαστήρια. Και πάλι η πορεία των ερευνών εξαρτάται από τα αποτελέσματα της ομάδας που καθοδηγεί ο Καζαμπόνα, κάτι επίσης θετικό, μιας και ο καθένας έχει τον δικό του ρόλο και θέση και δε λύνει τα πάντα ένας και μόνο, συνήθως ο αστυνόμος, τίθενται δηλαδή όλοι μαζί για έναν σκοπό. Ο συγγραφέας παίζει σε πολλά επίπεδα με το μυαλό του αναγνώστη, επομένως σε αυτό το κύκλωμα ρίχνει ένα πρόσωπο υπεράνω υποψίας που μπερδεύει τα πράγματα, μιας και το γεμίζει υπόνοιες και το ντύνει με σατανικές συμπτώσεις. Η αλήθεια με άφησε με το στόμα ανοιχτό και οδήγησε τον Καζαμπόνα στο λυτρωτικό φινάλε που περιέγραψα ανωτέρω. Η πλοκή είναι και πάλι εξαιρετική, απλώς πιο σύνθετη από άλλες υποθέσεις, με διαρκή πισωγυρίσματα, απανωτές ανατροπές, μυστηριώδεις συμπτώσεις και μια σειρά από υπόπτους και ερωτηματικά.

Ως προς την κοινωνική ματιά του συγγραφέα, έχουμε διάφορα σημεία στα οποία μπορεί να σταθεί κάποιος για να σκεφτεί, να αναρωτηθεί, ακόμη και να γελάσει, όπως για παράδειγμα με την καλύτερη καταγραφή του χάσματος γενεών μεταξύ ηλικιωμένων και νέων χρηστών της τεχνολογίας, μιας και οι πρώτοι τα θεωρούν: «…άγνωστα τέρατα που εμφανίστηκαν πάνω στα γραφεία τους αντί για τις γραφομηχανές, τα καρμπόν και τα μπλάνκο» (σελ. 56). Εξίσου αστείο και διαχρονικό, απόλυτα ταιριαστό και εφαρμοστέο, είναι το περιστατικό που δίνεται στη σελίδα 162, σχετικά με την αντίληψη περί ιεραρχίας που ποτέ δεν αλλάζει σε τίποτα όπου κι αν υπάρχουν διαγραμμίσεις με ανωτέρους και κατωτέρους: «Ο υπουργός Εσωτερικών όφειλε να παρουσιάσει στο Κοινοβούλιο εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες των δυνάμεων δημόσιας τάξης. Το ανέθετε, λοιπόν, στον Αρχηγό της Αστυνομίας, ο οποίος, με τη σειρά του, το ανέθετε τους διευθυντές των διαφόρων τμημάτων, που βασίζονταν στους προϊσταμένους των υπηρεσιών, οι οποίοι επιφόρτιζαν τους υπαλλήλους του» (σελ. 162).

Από την άλλη, ο Fusco δείχνει συγκλονιστικά ωμός στο πώς χαρακτηρίζει μια ψυχιατρική κλινική (πρώην γυναικείο μοναστήρι) και ταυτόχρονα εξαιρετικός στη λιτή αναπαράσταση τρισδιάστατων εικόνων: «Την έκσταση της προσευχής αντικατέστησε η έκσταση που προκαλούσαν τα φάρμακα. Οι χοντροί τοίχοι των δωματίων ήταν ποτισμένοι με τόσο πόνο, που ακόμα και σήμερα μπορείς να τον ξεφυλλίσεις σαν καταραμένο βιβλίο. Μια σελίδα για κάθε στρώμα μπογιάς που περάστηκε πάνω από τις αυλακιές που σκάφτηκαν με τα νύχια, από το αίμα, τις φτυσιές, τις βλαστήμιες για τον Θεό και τη μάνα που τους έφερε στον κόσμο» (σελ. 117). Φροντίζει επίσης να τονίσει με αντικειμενικότητα την ιδεολογική τάξη πραγμάτων του 21ου αιώνα: «Τώρα πια, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι ιδεολογίες είχαν πεθάνει. Κανείς δεν πίστευε ότι μπορεί ν αλλάξει τον κόσμο. Τα πράγματα ήταν πολύ μπερδεμένα και κανείς δεν ήξερε καν πώς έπρεπε να γίνουν. Τα μεγαλόπνοα σχέδια και τα πολιτισμικά οράματα του εικοστού αιώνα είχαν προκαλέσει μόνο πολέμους και άλλες καταστροφές. Χάθηκαν τα μεγάλα όνειρα, μεταμορφώθηκαν σε εφιάλτες ή, στην καλύτερη περίπτωση, ψευδαισθήσεις. Τον κόσμο κυβερνούσαν πια οι αγορές. Οι πολιτικοί ασχολούνταν μόνο με το να κάνουν τον κόσμο πιο ασφαλή» (σελ. 137).

«Η μέθοδος του φοίνικα» είναι ένα συναρπαστικό, ανατρεπτικό αστυνομικό μυθιστόρημα που τέμνει κακώς κοινωνιολογικά κείμενα για να τ’ αγκαλιάσει με μια όσο γίνεται πιο ζεστή ματιά ενώ επιφυλάσσει στον αστυνόμο Τομάζο Καζαμπόνα μια μεγάλη δοκιμασία που θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον εαυτό του και με το όριο των αντοχών του. Είναι ένα άρτια δομημένο μυθιστόρημα που πηγαίνει τον αναγνώστη από το ένα σημείο στο άλλο, προσθέτει χαρακτήρες, τοποθετεί τα πάντα σε μια καλά δομημένη σειρά και ξετυλίγει ένα κουβάρι γεμάτο μυστικά που πρέπει να μείνουν για πάντα θαμμένα!

Πάνος Τουρλής