Η Ίμα στη Ville d' Avray

της Κώστιας Κοντολέων

Η αγαπημένη Κώστια Κοντολέων επιστρέφει με μια συλλογή είκοσι διηγημάτων μικρής κυρίως έκτασης όπου θα βρει κανείς την οικεία παραστατική και δυνατή γραφή της, το ταλέντο με το οποίο καταφέρνει πάντα να στήνει ολοζώντανες εικόνες στο χαρτί και να φέρνει στο φως ιστορίες ανθρώπων ξεχασμένες, απαγορευμένες, διαφορετικές.

Με βασικούς άξονες το παρελθόν, την παιδικότητα, τις ευκαιρίες για διόρθωση λαθών, τη συγχώρεση, ξεδιπλώνονται δυνατές και άκρως ρεαλιστικές ιστορίες. Στιβαρές περιγραφές, κοφτές προτάσεις, ελάχιστοι διάλογοι, πλούτος εικόνων και συναισθημάτων, υποδειγματική μίξη ρεαλισμού με υπερφυσικό στοιχείο σε κάποια, προσεκτικά τοποθετημένες λέξεις που δίνουν ζωηρότητα και παραστατικότητα σε όσα περιγράφονται και βιώνουν οι χαρακτήρες των ιστοριών («Όταν όλα τα υλικά έφτασαν στην επιθυμητή ένωση, διατηρώντας, ωστόσο, την αυτονομία των αρωμάτων τους, εγκατέλειψαν τη λαϊκότητα της εμαγιέ λεκάνης κι ενέδωσαν στην αριστοκρατικότητα της κρυστάλλινης πιατέλας της σαντορινιάς γιαγιάς…», σελ. 13) είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά των μικρών κειμένων της συλλογής. Ακόμη και οι τίτλοι είναι παράδοξοι, τόσο που κάποια από αυτά με γράπωσαν από την αρχή, όπως το «Ένα λευκό τούλινο φουστάνι πόσο όμορφα καίγεται»! Γιατί κάηκε και υπό ποιες συνθήκες, ποια το φόρεσε, είναι κάποια από τα ερωτήματα που γεννιούνται όσο ξεδιπλώνεται η ιστορία που αφορά ένα αγόρι εγκαταλειμμένο από τη μάνα του: «Θ’ αφήσει τις φλόγες να το αγκαλιάσουν, να το ταξιδέψουν εκεί που δεν υπάρχουν γυναίκες που εγκαταλείπουν λευκά τούλια σε σκοτεινές ντουλάπες κι αγόρια με βλέμματα κολλημένα πάνω τους» (σελ. 20).

Παιχνίδια μυαλού στο «Ασύμμετρο παιχνίδι», ανατριχιαστική και λυτρωτική η ιστορία στο «Δείπνο», συγκινητική «Η δουλειά του πατέρα» όπου το κοριτσάκι ενός εξόριστου και φυλακισμένου στην προσπάθειά του να νιώσει ισότιμο με τα άλλα παιδιά της τάξης κάνει μια γκάφα μπροστά στην αυστηρή και βλοσυρή δασκάλα, έξυπνη «Η μετακόμιση» που γεφυρώνει το ξεχασμένο παρελθόν με το μοντέρνο σήμερα μέσα από μια παράθεση αναπάντεχων όρων σύγκρισης («Επάγγελμα πατρός: Ορφανή-Επάγγελμα πατρός: Δότης»!), υποδειγματικός ο παραλληλισμός στη «Φοβερή προστασία» με το κιρκινέζι και τον διττό του ρόλο, σοκαριστικές οι «Συναλλαγές» και περίπου στο ίδιο μοτίβο το «Φοβάται», μια συνηθισμένη μέρα στη λαϊκή μετατρέπεται σε κάτι αξέχαστο στο «Οι τροβαδούροι της λαϊκής»… Φυσικά δε θα μπορούσε να λείπει ο Άγιος Παύλος κι έτσι στο «Η Ίρμα στις αυλές της ανέχειας» περπατάμε στα σοκάκια της περιοχής αυτής, γνωρίζουμε τους γείτονες και τις στενές τους σχέσεις, αφού όλοι ήξεραν όλους και γυρνάμε σε μια εποχή όπου μάταια λαχταρούσαν να ζεσταθούν οι άνθρωποι αφού οι πόρτες χάσκανε από παντού. Ηρωίδα είναι η Αφρούλα, «γεροντοκόρη εξ ανάγκης», που καρικώνει γραβάτες και ταΐζει γάτες και μέσα από την καθημερινότητά της που ανατρέπεται με την άφιξη του ραδιοφώνου ταξιδεύουμε σε εποχές που επιμένουμε να εξωραΐζουμε παρά τις δυσκολίες τους. Επίσης, στο «Μια, δυο, τρεις φωνές» ξαναζούμε την τραγωδία του σινεμά στη Λήμνο που ανέπτυξε η συγγραφέας στο μυθιστόρημα «Άννα, το όνομά της» και προσεγγίζουμε την ιστορία με ένα σερί εναλλαγών πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων που μας παρουσιάζει τους ήρωες της ιστορίας με πρωτότυπο τρόπο.

«Η Ίμα στη Ville d’ Avray» (συγκερασμένος τίτλος από δύο διηγήματα της συλλογής) είναι ένα συναρπαστικό, ρεαλιστικό και καλογραμμένο σύνολο ιστοριών με διάφορους και διαφορετικούς χαρακτήρες, ποικιλία συναισθημάτων και θεμάτων, ολοκληρωμένους παρά τη σύντομη έκταση χαρακτήρες και πλούσια καλολογικά στοιχεία που με ταξίδεψε, με συγκίνησε, με ιντριγκάρισε αναγνωστικά.

Πάνος Τουρλής