Η θεία Μπέμπα

της Ισμήνης Μπάρακλη

Η θεία Μπέμπα είναι η επιστάτρια του αρχοντικού των Ροδόπουλων στο Ναύπλιο. Παρατηρεί και σχολιάζει τα πάντα, στηρίζει, βοηθάει, μοιράζεται, είναι αναπόσπαστο μέλος της οικογένειας και την αγαπάνε όλοι. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου κωμικοτραγικά περιστατικά ζωντανεύουν την κοινωνία του Ναυπλίου και της αριστοκρατικής Αθήνας, όταν ξεσπάει όμως ο πόλεμος ο καθένας πρέπει να κάνει τις επιλογές του. Πώς θα επιβιώσουν από την Κατοχή η θεία Μπέμπα και η οικογένεια που αγαπάει; Τι γράφει στο ημερολόγιό της η θεία Βαρβάρα; Τι αποφάσεις θα πάρει η Μπέμπα για το μέλλον της;

Η Ισμήνη Μπάρακλη στο νέο της μυθιστόρημα αλλάζει εντελώς τρόπο αφήγησης από τα προηγούμενα κείμενά της και ζωντανεύει με επιτυχία μια γυναίκα που έχει περάσει δύσκολα στη ζωή της αλλά κατάφερε να στεριώσει και ν’ αγαπηθεί από μια αριστοκρατική οικογένεια. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, σχεδόν προφορική, με αστεϊσμούς, ιδιαίτερο λεξιλόγιο, διακριτική μίξη καθαρεύουσας και δημοτικής, με διεισδυτικές παρατηρήσεις και διαχρονικές απόψεις, απρόσμενες παρομοιώσεις («Με αυτά και με εκείνα, σακί φαρμάκι αναχώρησε ο δικηγόρος για το Άργος, σαν να είχε χάσει πέντε δίκες σερί…», σελ. 83) στολίζουν ένα κείμενο γεμάτο αναμνήσεις. Το μυθιστόρημα δεν εκτείνεται παραπάνω απ’ όσο πρέπει ούτε ξεφεύγει από τον αρχικό του στόχο, όλα τα γεγονότα που βιώνουν οι Ροδόπουλοι είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αφηγήσεων, τα διαρκή πρωθύστερα, τα κουτσομπολιά, τα σκανδαλάκια, τα μυστικά δίνονται για λίγο και παραχωρούν τη θέση τους σε επόμενα γεγονότα, διαμορφώνοντας όμως σωστά και παραστατικά την ατμόσφαιρα του μεσοπολέμου, το κέφι και την ευθυμία που επικρατούσε στους αριστοκρατικούς κύκλους της εποχής. Η θεία Μπέμπα είναι εσωτερική στην οικία Ροδόπουλου, μέλος του υψηλού προσωπικού του αρχοντικού, με τον Αντώνη τον σοφέρ και την Ελένη, βοηθητική, στο πλάι της. Είναι χήρα, με έναν γιο στα καράβια και τον άλλο φοιτητή στην Αθήνα. Όλα τα βλέπει και όλα τα σχολιάζει, όχι με κακία όμως ούτε με ζήλια, σέβεται τα αφεντικά της και το ψωμί που τρώει από τα χέρια τους, μεγαλώνει τα παιδιά τους σα δικά της κι αντίστοιχα δέχεται αγνή αγάπη και ειλικρίνεια.

Οι Ροδόπουλοι είναι «γλεντζέδες, χουβαρντάδες και καλόκαρδοι», σημαντικά μέλη της ναυπλιακής κοινωνίας: ο πατέρας Βασίλης είναι εισαγωγέας με εμπορικό κατάστημα, δίκαιος και σφιχτοχέρης, η σύζυγος Ελπινίκη, μια αρχικά νωθρή και βλακώδης γυναίκα (ήταν κάποτε συλλέκτρια καπέλων αλλά ο νεογέννητος γιος της τα πέρναγε για καθοίκια κι έτσι η συλλογή μειώθηκε αισθητά) που δε νοιάζεται παρά μόνο για την εμφάνισή της και δεν κάνει τίποτε απολύτως, σε τέτοιο σημείο που, όταν αποφάσισε μια μέρα να μαγειρεύει μόνο εκείνη, όλοι τρέχανε καλού κακού στην πίσω αυλή που είχε βρύση και άφθονα νερά στις σκάφες κι έχουν αποκτήσει τη Νανά και την Αρίστη, που μεγάλωσαν με δασκάλες πιάνου και γαλλικών, και τον Ντίνο, ένα άτακτο παιδί αλλά δεν του ξεφεύγει τίποτα, πανέξυπνο και ευρηματικό. Σχεδόν όλο το μυθιστόρημα είναι ένα καλογραμμένο σύνολο από μικρές και μεγάλες κωμικοτραγικές ιστορίες που φωτίζουν πρόσωπα και πράγματα, χαρίζουν άφθονο γέλιο αλλά και συγκίνηση. Ιστορίες από τους μάστορες της Άρτας, από την αυλή του Όθωνα, από τον καλό κόσμο της Αθήνας και του Ναυπλίου, χοροδιδάσκαλοι που ξεμυαλίζουν, πίνακες ζωγραφικής που αναστατώνουν, ποδοσφαιριστές και ατυχείς έρωτες, ιστορίες που μας ταξιδεύουν πότε μπρος και πότε πίσω, με μια γλώσσα που πάει ροδάνι, σφάζει και ξομπλιάζει ταυτόχρονα. Μέσα σ’ όλα φυσικά και γνωρίζουμε την ίδια τη θεία Μπέμπα, τη δική της ζωή, πώς παντρεύτηκε από προξενιό, πώς μεγάλωσε, τι όνειρα έθαψε, πώς της φέρθηκαν οι γονείς της, πώς τους στάθηκε, πώς τράβηξε το ενδιαφέρον της ο φαρμακοποιός, σχηματίζοντας έτσι έναν χαρακτήρα που έχει μάθει κι έχει πάθει, γνωρίζει, κατανοεί και βλέπει πάντα το καλό μες στο κακό, πως μες στους βάλτους ανθίζουν τα πιο όμορφα λουλούδια. Οδοντόπαστα Κολυνός, γάλα Άλπεις, λικέρ και πίπερμαν, σοκολατάκια από του Φλόκα, ραδιόφωνα Φίλιπς, αχ, ωραία ζωή…

Στο άτυπο δεύτερο μέρος ξεσπάει ο πόλεμος κι οι ισορροπίες ανατρέπονται. Τα γέλια και τα αστεία αραιώνουν, έρχονται οι δύσκολες στιγμές που σίγουρα θα βιώσει μια τέτοια οικογένεια, αφού άλλοι πάνε στον πόλεμο, άλλες γίνονται νοσοκόμες, υπάρχει αγωνία για το αύριο, κάποιοι παίρνουν επιτέλους τη ζωή στα χέρια τους. Και έρχεται η Κατοχή. «Αλλάζει ο πόνος τους ανθρώπους, Φωτάκη μου, τους κάνει πιο όμορφους, πέφτουν τα πρώτα φύλλα του εγωισμού κι αρχίζει να σιγοφαίνεται στο βάθος ο ανθός» (σελ. 170). Η συγγραφέας είναι κατηγορηματική: «Μόνο που τώρα δεν υπήρχαν αρχοντικά, ευγενείς και υποτελείς. Υπήρχαν μόνο αυτοί που ακόμη άντεχαν τον εκβιασμό της μαύρης αγοράς και εκείνοι που δεν άντεχαν. Η κοινωνία είχε χωριστεί σε αυτές τις δύο κατηγορίες, εκμηδενίζοντας διαφορές, πολυπλοκότητες και χάσματα αιώνων» (σελ. 222).  Τι κρύβει όμως το ημερολόγιο της θείας Βαρβάρας και πώς μπορεί να ξαναφέρει ελπίδα και αγαλλίαση στο σπίτι των Ροδόπουλων; «Έρχεται κάποια στιγμή που πρέπει να πάρεις θέση στη ζωή, Μπέμπα. Αυτή η στιγμή είναι εδώ για όλους μας και δε ρωτά ηλικίες Συνειδήσεις μόνο. Κανένας δεν πρέπει να κάτσει με σταυρωμένα χέρια» (σελ. 204). Κι έτσι η θεία Μπέμπα παίρνει τη ζωή στα χέρια της, αλλάζει στάση και κάνει τα πρώτα δικά της βήματα στη ζωή, οπλισμένη με μυστικά και τρομερή δύναμη. Οι συνέπειες των επιλογών της θα φανούν χρόνια αργότερα, σε ένα συγκινητικό τέλος που ακόμη μου φέρνει δάκρυα στα μάτια όποτε το θυμάμαι.

«Η θεία Μπέμπα» δεν είναι άλλη μια ιστορία οικογένειας που βιώνει τις δύσκολες στιγμές της Κατοχής με ό,τι αυτό συνεπάγεται στους δεσμούς και στον ψυχισμό της αλλά η ιστορία μιας γυναίκας που μια ολόκληρη ζωή υπηρετεί τους άλλους και διαπιστώνει πως ήρθε η ώρα να ζήσει τη δική της τη ζωή, ακόμη και μες στον πόλεμο. Η Μπέμπα παίρνει αποφάσεις, κάνει κινήσεις, πάντα με σύνεση και μέτρο και βρίσκει τον εαυτό της. Ήταν ήδη μεγάλη σε ηλικία αλλά η ωριμότητα δε συμβαδίζει με την ενηλικίωση κι η θεία Μπέμπα ωρίμασε όταν έφτασε η σωστή ώρα. Απολαυστική γραφή, συγκινητικές ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις, μέτρο και όριο στην έκταση της πλοκής, μ’ ένα φινάλε που θα λυγίσει και τους πιο σκληρούς αναγνώστες. «Η θεία Μπέμπα» είναι ένα μυθιστόρημα διένεξης ανάμεσα στη Μαρία Ιορδανίδου και τον Γιάννη Ξανθούλη, όσο τους κοιτάει κρυφογελώντας ο Κώστας Ταχτσής γεμάτο τρυφερές ιστορίες, ενδιαφέροντα πρόσωπα και τρυφερά μηνύματα.

Πάνος Τουρλής