Η διερμηνέας

της Annette Hess

Είμαστε στη δεκαετία του 1960. Η Εύα Μπρουνς, που εργάζεται ως διερμηνέας της πολωνικής γλώσσας, προσλαμβάνεται σε μια δίκη που ετοιμάζεται να ξεκινήσει στη Φρανκφούρτη, με κατηγορούμενους είκοσι έναν αξιωματικούς που υπηρέτησαν στο Άουσβιτς. Ταυτόχρονα, σε προσωπικό επίπεδο, αγωνίζεται να κρατήσει ζωντανή τη σχέση της μ’ έναν έμπορο που έχει μια ιδιαίτερη προσωπικότητα. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι θα μάθει συμμετέχοντας σε αυτήν τη δίκη μα πάνω απ’ όλα πόσο πολύ θ’ αλλάξει η ζωή της εξαιτίας της δουλειάς της. Γιατί ο Καναδός δικηγόρος Ντέιβιντ Μίλερ της φέρεται υποτιμητικά και με αγένεια; Γιατί οι γονείς της αδιαφορούν γι’ αυτό το βήμα της καριέρας της; Σε τι οφείλονται κάποιες αχνές αναμνήσεις που ξεπηδούν στο μυαλό της μέσα από τα λόγια των μαρτύρων;

Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα που δίνει μια άλλη οπτική στην αφήγηση του Ολοκαυτώματος και ταυτόχρονα δείχνει με αμεσότητα και ειλικρίνεια τον απόηχο της φρίκης του πολέμου στις γερμανικές οικογένειας των απλών, καθημερινών ανθρώπων που συνεχίζουν τη ζωή τους σε μια διχοτομημένη χώρα, έχοντας για την εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων και όχι μόνο «ένα πρίσμα αφέλειας», όπως το χαρακτηρίζει η ίδια η συγγραφέας. Δεν είναι μόνο η διαφορετική ματιά στο Ολοκαύτωμα και ένα έξυπνο κείμενο αλλά και ένα βιβλίο όπου, όσο πλησιάζουμε στο τέλος και οι ήρωες αντιμετωπίζουν αυτό που δεν ήξεραν ή για το οποίο εθελοτυφλούσαν, τα γεγονότα παρελαύνουν δημιουργώντας απανωτές ανατροπές.

Η Εύα και ο Γίργκεν Σόορμαν έχουν τα δικά τους βιώματα από τη λαίλαπα του Παγκόσμιου πολέμου. Σταδιακά μπαίνουμε στις ζωές τους και μαθαίνουμε σιγά σιγά τον τρόπο σκέψης, τους δεσμούς μεταξύ τους, τα γεγονότα που τους επηρέασαν. Η Εύα ζει σε μια οικογένεια που δε λένε «σ’ αγαπώ» ο ένας στον άλλον («…θα ακουγόταν σαν λύπηση, σαν συγκατάβαση») ενώ ο Γίργκεν συνεχίζει την εταιρεία του πατέρα του εγκαταλείποντας το όνειρο της θεολογίας που σπούδαζε, του πατέρα του που από κομμουνιστής (φυλακισμένος το 1942 από την Γκεστάπο ως μέλος του Κόμματος) έγινε επιχειρηματίας («Ήθελε να βοηθήσει τους ανθρώπους που είχαν χάσει τα πάντα προσφέροντάς τους οικονομικά εμπορεύματα», σελ. 48).

Η ερωτική σχέση του ζευγαριού περνάει κυριολεκτικά από σαράντα κύματα, κινδυνεύοντας όχι τόσο από εξωτερικούς πειρασμούς όσο από εσωτερικούς κινδύνους. Παλεύουν όμως, αγωνίζονται, όχι με τον κλασικό τρόπο που μπορεί να φανταστεί κανείς αλλά με μια διαφορετικότητα που με κέρδισε και μ’ έπεισε για την αληθοφάνειά της. Η σχέση τους περνά από σαράντα κύματα, κάθε επόμενο βήμα τους κάνει την Εύα ν’ αναρωτιέται, χωρίς να αναλύεται σε περιττές αφηγηματικά σκέψεις, τι έχει στην πραγματικότητα να της προσφέρει αυτός ο άντρας και τι μέλλον την περιμένει με την οικογένειά του. Ο Γίργκεν, εξουσιαστικός και εγωιστής, κάνει ατοπήματα βασισμένος σε στερεότυπα που δεν αγωνίζεται να αποβάλλει, νταντεύει έναν πατέρα που ζει στον παλιό καιρό, που αρνείται να εκσυγχρονίσει την επιχείρησή του ενώ ταυτόχρονα βυθίζεται όλο και περισσότερο στα γηρατειά. Δεν είναι λοιπόν μονοδιάστατοι και μονήρεις η Εύα και ο Γίργκεν, αντίθετα, αλλάζουν ανάλογα με τα νέα δεδομένα που βιώνουν, μετανιώνουν, ψάχνονται, επιμένουν, αγαπιούνται με έναν τρόπο που δε χρειάζεται τη σάρκα για να επιβεβαιωθεί ούτε τον χρόνο για να επιβραβευτεί. Είναι γεμάτοι ελαττώματα κι όμως οι προστριβές τους είναι αρκετά ενδιαφέρουσες και ταυτόχρονα σημαντικές για να ξεφεύγει λίγο το μυαλό από τη βαναυσότητα του στρατοπέδου.

Η διερμηνέας την ίδια στιγμή δίνει αγώνα για να καταλάβει ποια είναι ως άνθρωπος και ως Γερμανίδα κατά τη διάρκεια της δίκης, οπότε και έρχεται αντιμέτωπη με αυτόπτες μάρτυρες γεγονότων που κρύφτηκαν βεβιασμένα πίσω από το πέρασμα του χρόνου στα μάτια του μέσου Γερμανού. Προσπαθεί λοιπόν, μαθαίνοντας και βλέποντας ήρωες που επέζησαν της φρίκης, να συνειδητοποιήσει και στη συνέχεια να βρει τρόπο να αντιδράσει σε όσα συνέβησαν τότε και για τα οποία κατηγορούνται άνθρωποι που δηλώνουν αθώοι και αδαείς. Δεν μπορεί να πιστέψει ότι ένας κλειδαράς, ένας συνταξιούχος, ένας νοσηλευτής, που την κοιτούν στα μάτια και δε λυγίζουν από τύψεις (ούτε καν παραδέχονται τις πράξεις τους παρά τις καταγγελίες-καταπέλτης) διέπραξαν μαζικές εξοντώσεις, βασάνισαν, εκτέλεσαν, έκλεψαν, έπαιξαν με τον πόνο και το αίμα.

Στο μυθιστόρημα καταγράφονται συνοπτικά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην περίφημη Δίκη του Άουσβιτς, δηλαδή μια σειρά από δίκες που κράτησαν από το 1963 έως το 1965 και υλοποιήθηκαν σύμφωνα με τους νόμους της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και όχι βάσει του νομικού ορισμού των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, όπως έγινε το 1947 ενώπιον του Ανώτατου Εθνικού Δικαστηρίου της Πολωνίας. Στη σειρά αυτή των δικών παραπέμφθηκαν μόνο τα 789 από τα 6.500 άτομα προσωπικού των SS. Η δικαστική διαδικασία έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και πολλές λεπτομέρειες του Ολοκαυτώματος γνωστοποιήθηκαν τόσο στον δυτικογερμανικό λαό όσο και στο εξωτερικό. Έξι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ισόβια και μερικοί άλλοι τιμωρήθηκαν με την ανώτατη δυνατή ποινή φυλάκισης που προβλεπόταν για τις κατηγορίες που αντιμετώπισαν.

Η Εύα, και μέσω αυτής ο απλός κόσμος, διαπιστώνει πως άνθρωποι φυσιολογικοί, καθημερινοί, συνηθισμένοι, ήταν κατηγορούμενοι για απάνθρωπες δολοφονίες, βασανιστήρια, εκτελέσεις, κακοποίηση («Οι άνθρωποι που είχαν βρεθεί στη σωστή πλευρά του συρματοπλέγματος δε θα καταλάβαιναν ποτέ τι σήμαινε να είσαι φυλακισμένος σ’ εκείνο το στρατόπεδο», σελ. 335). Μέρα με τη μέρα λες και περίμενα κι εγώ μαζί με τους εμπλεκόμενους την εκδίκαση της υπόθεσης ενώ έβλεπα την απήχηση της δίκης στην τοπική και ευρύτερη κοινωνία, με πρόδηλη την έλλειψη ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης. Και τα θύματα; Δάκρυσα με τη συγκλονιστική σκηνή του Εβραίου κουρέα που πλέον εργάζεται στην Ανατολική Γερμανία. Με ενάργεια και συγγραφική δύναμη, μέσα σε μια παράγραφο κάποιος, γεμάτος τύψεις, αναζητώντας τον εαυτό του, ζήτησε συγνώμη και κάποιος άλλος απαρνιόταν τον δικό του: «-Τι ήθελε από σας;… -Παρηγοριά. Θέλουν να τους παρηγορήσουμε» (σελ. 334).

Το κείμενο προχωράει ακόμη βαθύτερα, όταν, από τις αίθουσες όπου διεξάγεται, η δίκη μπαίνει μέσα στα σπίτια των ηρώων με μια αναπάντεχη ανατροπή. Η Εύα, μετά το αρχικό ξάφνιασμα για την επαγγελματική πρόταση που της γίνεται και κάποια αναπάντεχα γεγονότα αποδέχεται και συμμετέχει, γιατί όμως όσο περνάνε οι μέρες νιώθει τον πατέρα της όλο και περισσότερο αποξενωμένο; Τι επικρατεί στην ατμόσφαιρα και πώς θα καταφέρει να λύσει τον γόρδιο δεσμό της σιωπής; Πόσο ένοχοι νιώθουν οι επίγονοι των ανθρωπόμορφων τεράτων και πόσο δύσκολο είναι να προχωρήσουν στη ζωή τους; Τι κάνεις όταν το πρόβλημα που κρύβεις κάτω από το χαλί κατοικοεδρεύει στο ίδιο σου το σπίτι; Πώς αντιδράς; Ως πού είσαι ικανός να φτάσεις για να αντιμετωπίσεις αυτό το όνειδος; «Σκεφτόταν ότι ακόμα κι αυτοί που γλίτωσαν, ακόμα και τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους, ήταν αναγκασμένοι να ζουν με την οδύνη της ύπαρξης τούτου εδώ του τόπου» (σελ. 292).

«Η διερμηνέας» είναι ένα δυνατό κοινωνικό μυθιστόρημα που βάζει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη την ψυχοσύνθεση όσων επέζησαν του Ολοκαυτώματος και όσων συνεχίζουν τη ζωή τους σα να μη συνέβη τίποτα, είτε γιατί δεν τους άγγιξε ποτέ το θέμα είτε γιατί είναι αβάσταχτες οι τύψεις για κάτι στο οποίο δε συμμετείχαν μεν, δεν αντέχουν να ζουν με αυτό δε. Αμεσότητα, ειλικρίνεια, σφιχτοδεμένη πλοκή χωρίς διδακτισμούς και αιτιάσεις είναι μερικά από τα θετικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος που με βοήθησε να καταλάβω τι σημαίνει να είσαι Γερμανός μετά το 1945.

Πάνος Τουρλής