Διηγήματα

του Σαμπαχαττίν Αλή

Ο Σαμπαχαττίν Αλή γεννήθηκε το 1907 στο Εγρίντερε (σημερινό Άρντινο) της Βουλγαρίας και αποφοίτησε από τη Σχολή Εκπαίδευσης της Κωνσταντινούπολης το 1926, μετά από διακοπή λόγω του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Την περίοδο 1928-1930 σπούδασε με υποτροφία του τουρκικού Υπουργείου Εθνικής Παιδείας στο Πότσνταμ της Γερμανίας κι όταν επέστρεψε εργάστηκε ως δάσκαλος χωρίς να σταματάει να γράφει πεζά και ποιήματα. Μια ψευδής κατηγορία ότι σε ποίημά του λοιδωρεί τον Κεμάλ Ατατούρκ τον οδήγησε στη φυλακή, από όπου βγήκε χάρη στη γενική αμνηστία που δόθηκε με αφορμή τα δέκα χρόνια από την ίδρυση της Δημοκρατίας (1932). Έχοντας διακηρύξει την πίστη του στον Κεμάλ διορίστηκε στο Τμήμα Εκδόσεων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας ως τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, κατά τον οποίο υπηρέτησε την πατρίδα. Δολοφονήθηκε κάτω από άγνωστες συνθήκες το 1948 κοντά στο Κιρκλάρελι της Ανατολικής Θράκης. Έχει γράψει, εκτός από ποιήματα, περίπου εξήντα τέσσερα διηγήματα και τρία μυθιστορήματα, με κύρια θέματα τη ζωή των χωρικών, των φυλακισμένων και των διανοούμενων, την αγάπη και την αυτοθυσία, τις συγκροτημένες γυναίκες με δική τους βούληση κι όλα αυτά με γλαφυρή γλώσσα και συγκινητικό τρόπο αφήγησης, με τραγικό τέλος στα περισσότερα εξ αυτών.

Οι εκδόσεις Λέμβος επέλεξαν να παρουσιάσουν εννιά από τα διηγήματα του Τούρκου συγγραφέα σε μια καλαίσθητη έκδοση, σε μετάφραση του Θάνου Ζαράγκαλη. Στο «Βιολοντσέλο» έχουμε την τραγική κατάληξη ενός μεγάλου έρωτα που τον ντύνουν οι νότες του «τραγουδιού του φθινοπώρου», στον «Μύλο» ζούμε τον έρωτα ενός τσιγγάνου σε μια ιστορία που συνοδεύεται από προσωπικές απόψεις του συγγραφέα πάνω στην αγάπη, στην «Ιστορία της καντήλας που έσβησε ξαφνικά» έχουμε σε πρώτο επίπεδο έναν έρωτα που χώρισε ο θάνατος, σε μια δεύτερη ανάγνωση όμως διαπίστωσα πόσο έξυπνα και τρυφερά έχει παρομοιάσει ο συγγραφέας τις ανθρώπινες ψυχές με φωτεινές καντήλες, πάνω στις οποίες έχει στήσει μια αξιοπρόσεκτη πλοκή. Στην «Ιστορία του δάσους» οι χωρικοί προστατεύουν κυριολεκτικά με κάθε τρόπο τον αφανισμό του μοναδικού πνεύμονα οξυγόνου που τους μεγάλωσε, τους τάισε, τους ανέθρεψε, στην «Ιστορία ενός ναύτη» παρακολουθούμε την ανταρσία ενός πλοίου από πλήρωμα που απαιτούσε να φάει λίγο κρέας, γιατί «Με ξερά κουκιά δεν ανάβουμε φωτιά!», στα «Χελιδόνια» έχουμε την κουβέντα μεταξύ των δύο αυτών πουλιών που βλέπουν πως ταιριάζουν αλλά φοβούνται τον επικείμενο χωρισμό, αν έρθει ποτέ αυτός. Στο «Γυάλινο κτίριο» τρεις ανεπρόκοποι φίλοι που προτιμούν τους περιπάτους παρά να κερδίσουν τίμια το ψωμί τους κοροϊδεύουν μια ολόκληρη πόλη ψάχνοντας το ομότιτλο του διηγήματος κτίσμα κι αυτό είναι μια αξιοπρόσεκτη απόπειρα του συγγραφέα για δυστοπικό κείμενο που θυμίζει πολλά κακώς κείμενα διακυβέρνησης και μαζικής εξαπάτησης. «Η Τσιλλή» είναι μια γυναίκα χαμένη στους σκοτεινούς δρόμους της Σμύρνης που αποζητά κάποτε να τελειώσουν όλα αυτά που ζει και στο «Τσιρκίντζε» ο αφηγητής γνωρίζει ένα πανέμορφο χωριό της Μικράς Ασίας και ταυτόχρονα μια τραγική ιστορία του τόπου.

Τα κείμενα παρατίθενται σε χρονολογική σειρά (1927-1947) και κρατάνε το ενδιαφέρον ακόμη και σήμερα. Τρυφερότητα, λυρισμός, ενδιαφέρουσες παρομοιώσεις και μεταφορές («Η φύση, βλέποντας να πλησιάζει η νύχτα, ετοιμαζόταν να πάρει μια βαθιά, δροσερή ανάσα», σελ. 43), εγκιβωτισμός (σε κάποια έχουμε ιστορία μέσα στην ιστορία δίνοντας έτσι μια πολυδιάστατη πλοκή που τραβάει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον), γλώσσα ρέουσα, ποικίλη θεματολογία και διαφορετικοί τρόποι αφήγησης είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά κειμένων που μπορεί να γράφτηκαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, τα νοήματά τους, οι αφηγηματικοί πειραματισμοί και η γλώσσα τους όμως παραμένουν ζωντανά και ενδιαφέροντα ακόμη και στην εποχή μας.

Πάνος Τουρλής