Αργά το βράδυ, όταν σβήνουν οι φωτιές

του Leif Enger

Προσοχή, η παρουσίαση μπορεί να περιέχει SPOILERS

Την ιστορία αφηγείται ο εντεκάχρονος Ρούμπενς. Μας περιγράφει τη δύσκολη ζωή στην ορεινή Μοντάνα, τους φόβους του και την ανασφάλειά του για το άσθμα που τον ταλαιπωρεί από μωρό παιδί, τη δύσκολη ζωή που ζουν ως οικογένεια με τον πατέρα τους μόνο, από τότε που η μητέρα τους τους εγκατέλειψε. Ο εντεκάχρονος Ρούμπενς ζει με την εννιάχρονη αδελφή του και τον 16χρονο αδελφό του. Θρησκευτική οικογένεια, με δύναμη στην πίστη, ενότητα, αγάπη για το Θεό, ήσυχη, αγροτική ζωή. Κάποια περιστατικά που παρατηρεί ο Ρούμπενς στον πατέρα του απλώς τον προβληματίζουν, δεν τον τρομάζουν. Κάποια περιστατικά που ίσως πείτε ότι είναι εξωπραγματικά και τι θέλει και τα ανακατεύει ο συγγραφέας και χαλάει τη μαγιά. Κι όμως, όταν ο πατέρας περπατάει στον ουρανό όταν προσεύχεται, όταν η σούπα που έφτιαξε μόνο για τρία άτομα δεν τελειώνει ποτέ όταν φτάνουν αναπάντεχοι, φαγανοί επισκέπτες, είναι πράγματα που τονίζουν τη δύναμη στην πίστη, τη διέξοδο που βρίσκει ο άνθρωπος όταν είναι τόσο απελπιστικά στριμωγμένος.

Ο 16χρονος Ντέιβι δεν αντιμετωπίζει τόσο στωικά τις παρενοχλήσεις δύο έφηβων νταήδων της πόλης τους (Ρούφινγκ), που παραλίγο να βιάσουν και την κοπέλα του. Μετά από διάφορα περιστατικά όταν οι νταήδες μπουκάρουν στο σπίτι του Ντέιβι και της οικογένειάς του ο Ντέιβι τους πυροβολεί εν ψυχρώ με καραμπίνα. Τον συλλαμβάνουν αλλά δραπετεύει πριν τη δίκη. Και η ζωή όλων αναστατώνεται.

Ο πατέρας και τα δύο παιδιά (η εννιάχρονη Σουίντ αναλαμβάνει το νοικοκυριό, ειδικά από τη στιγμή που ο πατέρας υποκύπτει στον πυρετό και τη βρογχοπνευμονία και δεν μπορεί πλέον να κάνει τίποτα) αρχίζουν σχεδόν από την αρχή. Ο πατέρας απολύεται από τη δουλειά και τα παιδιά δε θέλουν να ξαναπάνε σχολείο λόγω του αντίκτυπου που έχει η δολοφονία στα ΜΜΕ. Με θαυμαστό τρόπο έρχεται στα χέρια τους ένα τροχόσπιτο, έτσι κλείνουν το σπίτι κι αρχίζουν την αναζήτηση του Ντέιβι. Η Σουίντ συνεχίζει να γράφει καουμπόικες ιστορίες και μάλιστα σε ποιητική μορφή (πολύ ωραία πένα!) και ο Ρούμπεν έρχεται αντιμέτωπος με την επιβίωση, τη μοναξιά και την αρρώστια του.

Με εξίσου θαυμαστό τρόπο βρίσκουν καταφύγιο στο σπίτι-γκαράζ μιας μοναχικής χήρας, της Ροξάνα, για την οποία σιγά σιγά αρχίζει να έχει αισθήματα ο πατέρας. Κι όμως εκεί κοντά μένει ο Ντέιβι! Αποκαλύπτεται μόνο στον Ρούμπεν και του γνωρίζει τους δυο ανθρώπους με τους οποίους συγκατοικεί σε μια έρημη, μοναχική καλύβα μες στο δάσος: τον ηλικιωμένο και επικίνδυνο Ουόλτζερ και τη Σάρα, μια κοπέλα που οι γονείς της του τη χάρισαν για μια καλύτερη ζωή, μακρια από τη μιζέρια τους. Αυτά τα δύο άτομα θα φέρουν την οριστική ανατροπή στη ζωή της οικογένειας. Μετά από κείνη τη συνάντηση τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο και ο πατέρας θα δώσει μέχρι και τη ζωή του για να ζήσει ο Ρούμπεν.

Αν και είναι αργό, χωρίς πολλές εκπλήξεις και ανατροπές (δύο είναι αυτές που αξίζουν και δείχνουν το πραγματικό νόημα του βιβλίου), με ένα σωρό λεπτομέρειες για τον ψυχισμό των δυο παιδιών, την εικόνα του κόσμου μέσα από τα δικά τους μάτια, περιγραφές τοπίων της Ντακότα, συναισθήματα όλων των ηρώων του βιβλίου, περιγραφές τρόπων μαγειρικής, των συναισθημάτων του Ντέιβι που έχει δραπετεύσει, ακόμη και ιστορίες από τους φανταστικούς κάουμπόις που επινοεί η Σουίντ για να ξεφύγει από τον κόσμο που την περιβάλλει, κατά καιρούς σε κρατάει και αναρωτιέσαι τι γίνεται παρακάτω. Ένα βιβλίο που ξεχειλίζει από αισθήματα, δίνει έμφαση στη δύναμη της θέλησης και της πίστης, υμνεί το δέσιμο της μέσης αμερικανικής οικογένειας παρά τους κινδύνους και τις ανατροπές που καιροφυλακτούν και δείχνει τον ύψιστο βαθμό αυτοθυσίας που κάνει ένας γονιός όταν έχει να υπερασπιστεί τα στερνοπούλια του.

Πάνος Τουρλής