Ανεμόγερτος

του Γιώργου Τζιτζικάκη

Ένας άντρας, μετά από εγχείρηση θυρεοειδούς, προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια του και να καταλάβει τι συμβαίνει μέσα του και γύρω του. Κυνηγημένος από απανωτές επαγγελματικές αποτυχίες, με λάθος επιλογές βοήθειας, αγωνίζεται να βγει στο φως και να κερδίσει με αξιοπρέπεια μια θέση που του ανήκει. Θα τα καταφέρει; Ποιοι θα τον βοηθήσουν και ποιοι θα τον εμποδίσουν; Ποιο είναι το μυστικό της εσωτερικής μας γαλήνης και ευτυχίας; Υπάρχει ή πρέπει να δουλέψουμε εμείς πάνω στον χαρακτήρα μας και να τροποποιήσουμε τα «θέλω» και τα «πρέπει» μας;

Ο Γιώργος Τζιτζικάκης, μετά τον «Παραθεριστή», δοκιμάζει ξανά τις δυνάμεις του σε ένα είδος που ακροβατεί ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και το ψυχολογικό δοκίμιο. Με το γνωστό του αγαπημένο στυλ βάζει κάτω τα πράγματα και τα αντιμετωπίζει επί ίσοις όροις. Με οξυδέρκεια και ειλικρίνεια, καταγράφει τα λάθη του, τις χαρές του, τις ελπίδες και τις προσδοκίες του, τα βήματα που τον έφεραν στο χείλος της καταστροφής και τις συμπτώσεις που τον έφεραν ξανά πίσω στη ζωή. Μέσα από ένα κείμενο-φωτιά, γεμάτο σκέψεις, απόψεις, διεισδυτικότητα και εμπειρίες περνά το μήνυμα της αισιοδοξίας, της δύναμης και των προϋποθέσεων που χρειάζονται ώστε κάποιος να βγει αλώβητος από τη μάχη με τη ζωή μα κυρίως με τον ίδιο του τον εαυτό. Όσο προχωρούσα την ανάγνωση, τόσο διαπίστωνα πως αναμιγνύεται ιδανικά ο «χάρτινος» αφηγητής με τον ίδιο τον συγγραφέα, σ’ ένα αξιοπρόσεκτο πάντρεμα ρεαλισμού και φαντασίας. Ο Γιώργος Τζιτζικάκης πετάει ψηφίδες της δικής του ζωής ανάμεσα στις περιπέτειες του αφηγητή με τόση ενάργεια και παραστατικότητα ώσπου σταδιακά καταλαβαίνουμε πως όλο αυτό είναι πείραμα γραφής βιωμάτων του, χάρη στο οποίο θα βγάλει από μέσα του αρνητικά συναισθήματα και συμπλέγματα που κατοικοεδρεύουν ακάλεστα μέσα του επί χρόνια, ώστε στο τέλος να πει «Γάμα τα» σε ό,τι τον γεμίζει με αρνητική ενέργεια.

«Είχα κουραστεί να στέκομαι αντιμέτωπος με τον πόνο και την αγωνία όσο η ζωή πετούσε κουβάδες με λασπόνερα καταπάνω μου» (σελ. 16). Ήδη ταλαιπωρημένος από τη ζωή, μια σειρά από συμπτώματα οδηγούν τον αφηγητή σε μια νέα σειρά περιπετειών υγείας μέσα από τις οποίες αναθεωρεί πολλά πράγματα και με την, όσο γίνεται, αισιόδοξη ματιά του καταφέρει να μεταλαμπαδεύσει δύναμη, πείσμα και επιμονή στον αναγνώστη. Δεν πρόκειται φυσικά για βιβλίο αυτοβοήθειας, ούτε θα κερδίσει κανείς πίσω τη ζωή του αν διαβάσει το μυθιστόρημα, σίγουρα όμως, χάρη στην έγνοια του συγγραφέα για όσους ανοίξουν το βιβλίο του και πορευτούν με τα λόγια του, θα καταφέρουν να βρουν κάποιες μικρές άκρες από τις οποίες, αν κρατηθούν σφιχτά, θα μπορέσουν να ξετυλίξουν και τον δικό τους μίτο και να καταλάβουν, έστω και σε αρχικό στάδιο, τι τους προβληματίζει, τι τους απασχολεί, τι κάνει τη ζωή τους δύσκολη και την καθημερινότητά τους αβίωτη. Γιατί: «…όλα εκείνα που χωράνε μέσα σου δεν έχουν πάντα να κάνουν με το φυσικό τους μέγεθος αλλά με τον χώρο που τους παραχωρείς εσύ ώστε να σε καταλάβουν» (σελ. 27).

Ωμότητα, ειλικρίνεια, υποδόριος σαρκασμός, σχεδόν προφορικός λόγος ξεδιπλώνουν μια ενδιαφέρουσα ιστορία με ανατροπές, αναποδιές, προβλήματα, εξαπατήσεις, όσο το σταθερό σημείο αναφοράς, η σύζυγος, παραμένει στο πλάι του αφηγητή και τον στηρίζει όσο και όπως μπορεί. Υπάρχουν κι άλλοι συγγενείς και γνωστοί (φίλοι ελάχιστοι έως καθόλου), ο πατέρας, στο τυπογραφείο του οποίου εργάζεται, η γειτόνισσα η κυρία Ελένη («…έχει λαγουμιάσει στη μελαγχολική παραίτηση της τρίτης ηλικίας», σελ. 45 και «…αναμένοντας αμαχητί τον θάνατο, διατηρεί τον δικό της υπολογιστή-εγκέφαλο σε μια μόνιμη θέση αναμονής, μισοσβησμένο δηλαδή, και με τα προσωπικά της windows να παίζουν εφαρμογές βασισμένες σε όσα θα ήθελε να έχει επιλέξει να κάνει με τη ζωή της στο παρελθόν αλλά δεν τα επέλεξε», σελ. 47-48), εχθροί και απατεώνες, κι οι γιατροί, αχ, οι γιατροί…. Πόσους γνώρισε και τον απογοήτευσαν ή τον αποθάρρυναν ή τον τρομοκράτησαν, ελάχιστοι εκ των οποίων στάθηκαν ουσιαστικά δίπλα του, όχι όπως εκείνος ήθελε αλλά όπως έπρεπε να σταθούν απέναντι σε έναν τέτοιον ασθενή.

Η καθαυτή αφήγηση διέπεται από αρετές και έχει αρκετές ανατροπές και εκπλήξεις. Σε αρκετά σημεία ο συγγραφέας διακόπτει την αφήγηση περιγράφοντας συμπτώματα που δεν τον αφήνουν να συνεχίσει να γράφει ή αφήνει υπονοούμενα πως κάτι χειρότερο συνέβη αργότερα αλλά θα το αναφέρει στην ώρα του κλπ., κάτι που δημιουργεί αγωνία μέχρι να δούμε τι έχει συμβεί. Άλλο πλεονέκτημα είναι το γεγονός πως, όταν κοντεύουμε να φτάσουμε στη λύτρωση, όταν σχεδόν αγγίζουμε τη ρίζα του προβλήματος, επιστρέφουμε στο παρελθόν ώστε να δούμε πώς φτάσαμε ως εδώ και τι κράσαρε τον οργανισμό του αφηγητή. Αυτά είναι θετικά γνωρίσματα ενός συγγραφέα που ξέρει πώς να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο και που, παρά κάποιες λεπτομέρειες που ίσως κουράσουν ή θεωρηθούν περιττές, κρατάει αυστηρά το μέτρο, δεν παρασύρεται σε αναμνήσεις ή γεγονότα που δεν έχουν σχέση με την ιστορία, αντίθετα, τη στολίζουν με δευτερεύουσες πλοκές ώστε να την κάνουν πιο ολοκληρωμένη και πολυεπίπεδη.

Ο «Ανεμόγερτος» είναι ένα τρυφερό και ρεαλιστικό μυθιστόρημα που, μέσα από τις περιπέτειες και τις δυσκολίες του αφηγητή, χαρίζει αισιοδοξία και άφθονη τροφή για σκέψη γύρω από την αυτοεκτίμησή μας, τον ρόλο μας στη ζωή, τα πραγματικά μας «θέλω» και πώς μπορούμε να μειώσουμε το άγχος και την ένταση. Δεν παρέχει λύσεις αλλά τα σωστά βήματα εσωτερικής αφύπνισης που θα μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους ενώ η ενδιαφέρουσα πλοκή έχει απρόοπτα και εκπλήξεις που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον ως το αναπάντεχο τέλος. Γιατί «πριν σβήσουμε το λαμπάκι εκείνης της δύσκολης μέρας» αυτό που θέλει και περιμένει ο καθένας μας ανεξαιρέτως είναι: «να καταφέρω να ξυπνήσω και να είμαι υγιής, αγκαλιάζοντας τη γυναίκα μου, που δεν θα έχει φύγει ακόμη για την εργασία της, και να νιώσω τυχερός που ζω ακόμη μια μέρα πλάι της» (σελ. 99).

Πάνος Τουρλής