Αίμα στις στάχτες

του Χρήστου Γιαννάκενα

Η Βάσω τηλεφωνεί στον Δημήτρη μετά από οχτώ χρόνια και του ζητά να βρεθούν. Είχαν μια σχέση χωρίς αγάπη ή τρυφερότητα και τώρα η Βάσω έρχεται και του ζητά να παρακολουθήσει τον νυν σύντροφό της, γιατί έχει την αίσθηση πως την απατά. Κι έτσι ο Δημήτρης μπλέκει σε μια ιστορία γεμάτη ναρκωτικά, πτώματα, διαφθορά, βρώμικα λεφτά και πολύ ξύλο. Συναντά εμπόδια, αναποδιές και ατυχίες, όμως δεν το βάζει κάτω σαν άλλος «Dirty Harry από τα Lidl», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, γιατί απαιτεί απαντήσεις. Είναι έτοιμος όμως να αντιμετωπίσει το δικό του παρελθόν από το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει και στο οποίο ξαναπέφτει ακολουθώντας την άκρη ενός πολύ μπερδεμένου νήματος;

Ο Χρήστος Γιαννάκενας έγραψε ένα αξιόλογο, ανατρεπτικό αστυνομικό μυθιστόρημα με πρωτότυπη πλοκή και ενδιαφέρουσες εξελίξεις που φέρνουν τη μια ανατροπή μετά την άλλη. Το στυλ της γραφής είναι γεμάτο ρεαλισμό και αποτυπώνει με καλοσχεδιασμένο τρόπο τα γεγονότα σε μια Αθήνα εμπλουτισμένη με ποικίλες και αντίθετες εικόνες, «με παράνομα παρκαρισμένα αμάξια, πατημένα αποτσίγαρα και την αμετανόητη άσφαλτο να προκαλεί ναυτία» (σελ. 24). Γκύζη και Εξάρχεια, πλατεία Βάθη και Ομόνοια, Λυκαβηττός και Κολωνάκι, Χαϊδάρι και διυλιστήρια, είναι τα μέρη όπου οδηγεί τους χαρακτήρες του ο συγγραφέας και τους καλεί να δράσουν σε μια πόλη που ο ίδιος αγαπάει να μισεί: «Από τα γύρω μαγαζιά ακούω την ηχώ του βραδιού της Παρασκευής που όσοι δεν δουλεύουν την επομένη καλοπερνάνε και όσοι δουλεύουν απλώς τα πίνουν» (σελ. 103).

Ο Δημήτρης Κανιάρης είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα: διαβάζει Raymond Chandler, Paco-Ignacio Taibo και Jean-Patrick Manchette και ακούει Soundgarden, Sleep και Rage against the Machine. Χάρη στον αστυνομικό πατέρα του και τις αγαπημένες του ιστορίες ήθελε πάντα να γίνει ντετέκτιβ, μόνο που η εμπειρία τού έδειξε πως δε θα τα καταφέρει ποτέ σ’ αυτόν τον τομέα κι έτσι σύντομα τα παράτησε. Τα είχε αφήσει όλα πίσω του όταν εμφανίστηκε ξανά η Βάσω Λύρα στη ζωή του και του ζήτησε αυτήν την περίεργη χάρη, μόνο που το ένστικτό του του λέει να μην μπλέξει ξανά αλλά ο ίδιος αγνοεί την περηφάνια του, με την ιδέα πως κάποιος χρειάζεται τη βοήθειά του να τον κολακεύει υπέρ το δέον. Ο Δημήτρης είναι ένας «απλός» άνθρωπος, έχει πείσμα και τσαγανό, δυστυχώς όμως πετάει εξυπνάδες και δεν ξέρει πού να σταματήσει, οπότε αυτό του φέρνει συνέχεια μπελάδες. Μετά τον θάνατο του πατέρα του έχει καταφύγει σε αντικαταθλιπτικά, έχει κάνει και μια απόπειρα αυτοκτονίας και γενικά θέλει να καταστραφεί. Κάπου εκεί όμως πετάγεται και μια μικρή λάμψη ελπίδας και θέλησης να κάνει το σωστό, πάντα όμως με λάθος τρόπο, διώχνοντας με τη συμπεριφορά του ή / και απομονώνοντας όσους τον αγαπάνε ή θέλουν να τον βοηθήσουν, δυναμιτίζοντας κάθε επιτυχημένο βήμα στην έρευνα και τινάζοντας τα πάντα στον αέρα. Συναναστρέφεται ανθρώπους που βάζουν το λιθαράκι τους στις εξελίξεις των γεγονότων ή του χαρίζουν λίγα λεπτά ηρεμίας, όπως η μάνα του ή η Κατερίνα που τον αγαπάει ακόμη αλλά δεν αντέχει τις τάσεις αυτοκαταστροφής του, λίγα λεπτά πριν τους κάνει πέρα ξανά και ξανά. «Βήματα και κακές σκέψεις είναι οι μόνοι μου φίλοι σ αυτήν την περιήγηση λάθος αποφάσεων και την αίσθηση πως σε όλη μου τη ζωή αιωρούμαι χωρίς να ελέγξω κάτι απ’ όσα συμβαίνουν γύρω μου» (σελ. 153). Πώς θα μπορέσει λοιπόν να ξετυλίξει το νήμα αυτής της ασύλληπτης περιπέτειας; Υπάρχει περίπτωση οι περιπέτειές του να τον αλλάξουν; Κι αν ναι, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο;

Το κείμενο έχει πολλά θετικά γνωρίσματα, όπως λεπτό χιούμορ («Μπαρ. Ναι, μόνο αυτό βγάζει νόημα να πεις γι’ αυτό το μέρος. Σε όλα τ’ άλλα απέτυχε», σελ. 36), ειρωνεία («Αφού βρίσκω κάπου να φάω ένα σουβλάκι με έξτρα κρεμμύδι και ελάχιστη σαλμονέλα…», σελ.59), έξυπνες ατάκες («Το χαμόγελό του δεν αποδίδει δικαιοσύνη σε κανέναν πλην του Δαρβίνου που θα έτριβε τα χέρια με μια ακόμα απόδειξη πως  εξέλιξη κάπου σταμάτησε», σελ. 84), τρυφερότητα, όπως με τη μάνα του Δημήτρη («Βλέπω τη «ζακέτα» έτοιμη να ξεπηδήσει απ’ τα χείλη της αλλά μάλλον η βιασύνη και το σκοτάδι στο βλέμμα μου λειτουργούν αποθαρρυντικά στην όποια παρατήρηση και οδηγούν σε ένα πρόσεχε», σελ. 54) και αναπάντεχες εξελίξεις, με τον κάθε ήρωα να αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, χωρίς να ξέρεις ποιος είναι πραγματικά ο καλός και ποιος ο κακός. Η υπόθεση αντικατοπτρίζει τη σκοτεινή πλευρά της νύχτας, έχει ξύλο, πιστολίδι και αίματα, έχει ανθρώπινες στιγμές, έχει απρόσμενα περιστατικά και εκκολάπτει ένα αρνάκι που μετατρέπεται αργά αλλά σταθερά σε λύκο, όταν διαπιστώνει πως είναι πιόνι σε ένα άρτια στημένο παιχνίδι. Και τότε… Το «Αίμα στις στάχτες» είναι ένα δυνατό, καλογραμμένο και ατμοσφαιρικό ντεμπούτο, με έναν χαρακτήρα τόσο αγαπημένο και με τόσες δυνατότητες ανέλιξης (ή καταστροφής) που σίγουρα θα ήθελα και δεύτερη περιπέτειά του.

Πάνος Τουρλής