Διαγωνισμοί Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Διηγήματα Χριστουγέννων

Διηγήματα Χριστουγέννων

21χ14 εκ., 118 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Άπειρος Χώρα
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.3 (Νεοελληνική πεζογραφία - Διήγημα )
ISBN: 978-960-9570-40-4
ISBN (10ψήφιο): 960-9570-40-2
Βάρος: 0.188 κιλά
Έτος Κυκλοφορίας: 2018
Γράψε τη δική σου κριτική
9.00
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

8.10
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Βλαχογιάννης, Γιάννης, 1867-1945
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ (1867-1945). Ο Γιάννης Βλαχογιάννης γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1867. Ο πατέρας του Οδυσσέας Βλάχος καταγόταν από γενιά αγωνιστών της Ρούμελης και η μητέρα του Αναστασία Γκιώνη από το Σούλι. Είχε τρεις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Οι αναμνήσεις του 1821 διατηρήθηκαν ζωντανές στη μνήμη του και διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά του. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Ναύπακτο και για τα γυμνασιακά μαθήματα ταξίδεψε στη Ζάκυνθο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Το 1886 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών στο τμήμα Φιλολογίας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του (τις οποίες δεν ολοκλήρωσε), εργαζόταν ως οικοδιδάσκαλος και ως διορθωτής στην Εφημερίδα του Κορομηλά. Αργότερα έγινε συντάκτης στην Εστία, ενώ παράλληλα με την οικονομική συνδρομή ομογενών (μεταξύ άλλων και του Εμμανουήλ Μπενάκη) περισυνέλεξε τεράστιο σε όγκο αρχειακό υλικό του 19ου αιώνα κυρίως σχετικό με τον Αγώνα και κατόρθωσε να εκδώσει ένα μέρος του, (όπως τα αρχεία του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη και του Σπυρομήλιου, το Χιακό αρχείο, το Αθηναϊκό αρχείο και τη βιογραφία του Καραϊσκάκη). Στην ολοκλήρωση της αρχειακής του έρευνας ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του και ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια και το Λονδίνο. Η εργασία του υπήρξε εξαιρετικά συστηματική και συνέβαλε αποφασιστικά στην καταγραφή της ελληνικής ιστορίας του περασμένου αιώνα. Το 1914 με δική του εισήγηση ιδρύθηκαν από τον Βενιζέλο τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, όπου διετέλεσε και πρώτος διευθυντής ως το 1937. Πέθανε το 1945 στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται στα 1893 με το διήγημα Ο ξενιτεμένος και με τις Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη, συλλογή τριών ηθογραφικών διγημάτων γραμμένων στη δημοτική. Έγινε γρήγορα δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους και επαινέθηκε από τον Κωστή Παλαμά. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (όπως τα Τέχνη, Ηγησώ, Μούσα), εφημερίδες (όπως οι Εστία, Αστραπή, Εφημερίς) και ημερολόγια της εποχής του. Οι οικονομικές δυσκολίες που τον συνόδευαν σʼ όλη τη ζωή του δεν του επέτρεψαν να εκδώσει παρά ένα μικρό μέρος του συνολικού έργου του. Εξέδωσε το περιοδικό Προπύλαια (έξι τεύχη από το 1901 ως το 1908), όπου δημοσίευσε ποιήματα, πεζογραφήματα και ιστορικές μελέτες. Με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από την ελληνική Ανεξαρτησία εξέδωσε με δικά του έξοδα τις συλλογές διηγημάτων Τα μεγάλα χρόνια (1930, πρώτη δημοσίευση του 1914) και Τα παλικάρια τα παλιά (1931). Στο σύνολο των γραπτών του περιλαμβάνονται ποιήματα, πεζογραφήματα, ιστορικές μελέτες, κριτικά δοκίμια, άρθρα, ακόμη και ένα μονόπρακτο έργο για το θέατρο (Χήρα μάνα). Ως λογοτέχνης είναι γνωστός κυρίως για την πεζογραφική παραγωγή του. Ο Βλαχογιάννης επιχείρησε να συνδυάσει ιστορικά (ηρωικής θεματικής) και ηθογραφικά στοιχεία με βασικό στόχο του να συμβάλει στον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας και στην ψυχολογική σύνδεση των νεοελλήνων με το παρελθόν τους. Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης οι ψυχογραφικές και συμβολικές διαστάσεις των έργων του. Γλώσσα των γραπτών του είναι η δημοτική την οποία υιοθέτησε εξαρχής, ακόμη και στις ιστορικές μελέτες του, δε συμμετείχε όμως στις γλωσσικές διαμάχες της εποχής του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη βλ. Παπακώστας Άγγελος, «Βλαχογιάννης Γιάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 4. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Πίστας Π.Σ., «Βλαχογιάννης Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Σταυροπούλου Έρη, «Γιάννης Βλαχογιάννης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900), σ.342-344. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Καρκαβίτσας, Ανδρέας
O Aνδρέας Kαρκαβίτσας (1865-1922), κύριος εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος, μετά τον Παπαδιαμάντη, γεννήθηκε στα Λεχαινά Hλείας. Ήταν πρωτότοκος γιος του Δημητρίου Καρκαβίτσα και της Άννας το γένος Σκαλτσά. Είχε τέσσερις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στη γενέτειρά του και δεκατριών χρόνων πήγε στην Πάτρα για γυμνασιακές σπουδές. Στην Πάτρα μελέτησε ελληνική μυθολογία και ελληνική λογοτεχνία, κυρίως τους Επτανήσιους και τους πεζογράφους της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Την περίοδο αυτή χρονολογείται ο άτυχος έρωτάς του για την Ιολάνθη Βασιλειάδη, από τη μορφή της οποίας θεωρείται πως εμπνεύστηκε για την ηρωίδα της "Λυγερής" (1896). Το 1883 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από οπού αποφοίτησε πέντε χρόνια αργότερα. Στην Αθήνα σχετίστηκε με τον Κωστή Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Η προκήρυξη του διαγωνισμού διηγήματος της "Εστίας" τον ώθησε στο χώρο της ηθογραφίας και ταξίδεψε σε χωριά της Ρούμελης για να συλλέξει λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε στα πρώτα έργα του. Το 1889 στρατεύτηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του "Ο ζητιάνος" το 1897. Υπηρέτησε επίσης ως έφεδρος δόκιμος γιατρός και το 1891 μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας διορίστηκε υγειονομικός γιατρός στο ατμόπλοιο "Αθήναι", με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τα παράλια της Μικράς Ασίας και τον Ελλήσποντο. Οι εμπειρίες του από την περίοδο αυτή της ζωής του περιέχονται στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο "Σ΄ Ανατολή και Δύση" και αξιοποιήθηκαν στη συλλογή διηγημάτων "Λόγια της πλώρης" (1899). Από τον Αύγουστο του 1896 και ως το 1921 υπήρξε μόνιμος αξιωματικός του ελληνικού στρατού φθάνοντας ως το βαθμό του γενικού αρχίατρου. Από τη θέση αυτή συνέχισε να ταξιδεύει με συνεχείς μεταθέσεις που επιδίωξε ο ίδιος (την έντονη αυτή επιθυμία του για τα ταξίδια ονόμαζε ο ίδιος "αειφυγία"). Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρίας που προωθούσε τη Μεγάλη Ιδέα και η ήττα του 1897 στάθηκε για τον Καρκαβίτσα πολύ μεγάλη απογοήτευση. Μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909, συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στράφηκε όμως στη συνέχεια εναντίον του Βενιζέλου. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχτηκε στο κίνημα Εθνικής Αμύνης με αποτέλεσμα να τεθεί σε περιορισμό και να εξοριστεί στη συνέχεια στη Μυτιλήνη. Στο στράτευμα επανήλθε το 1920 και αποστρατεύτηκε δυο χρόνια αργότερα με δική του αίτηση. Οι κακουχίες της εξορίας συνέβαλαν στον κλονισμό της υγείας του και το 1922 πέθανε από φυματίωση του λάρυγγα. Σύντροφός του στα τελευταία χρόνια της ζωής του στάθηκε η Δέσποινα Σωτηρίου. Η πορεία του Ανδρέα Καρκαβίτσα στα γράμματα ξεκίνησε στο πλαίσιο της φθίνουσας περιόδου του Αθηναϊκού Ρομαντισμού. Από την περίοδο αυτή σώζονται χειρόγραφα από ποιητικά και πεζά έργα του στην καθαρεύουσα. Πολύ σύντομα όμως στράφηκε στη δημοτική και έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους, δημοσιεύοντας από το 1885 άρθρα ποικίλου περιεχομένου, διηγήματα και νουβέλες σε πολλά αθηναϊκά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τις εκδόσεις των έργων του φρόντιζε ο ίδιος διορθώνοντας και συμπληρώνοντας τις αρχικές μορφές των κειμένων του. Το 1898 βραβεύτηκε στο διαγωνισμό της Εστίας για το διήγημα "Πάσχα στα πέλαγα" και το 1911 τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό. Γύρω στο 1905 η λογοτεχνική παραγωγή του παρουσίασε σημαντική κάμψη που διάρκεσε ως το τέλος της ζωής του με μοναδική εξαίρεση τη διετία 1918-1920, οπότε ξεκίνησε η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σχολικών αναγνωσμάτων σε συνεργασία με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ. Πριν το θάνατό του εξέδωσε δυο ακόμη συλλογές παλιότερων διηγημάτων του με στρατιωτική θεματογραφία ("Διηγήματα για τα παλικάρια μας" και "Διηγήματα του γυλιού"), ενώ δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον "Αρματωλό", μυθιστόρημα που είχε ξεκινήσει από το 1894. Στο λογοτεχνικό έργο του Καρκαβίτσα κυριαρχεί η δημοτική γλώσσα στη μετριοπαθή της έκφραση. Η συμβολή του συγγραφέα στο δημοτικιστ

Κόντογλου, Φώτης
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα. Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη "δυτική" λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το 1923 το Άγιον Όρος. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδη, σε ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και το γαμπρό του. Φιλοτέχνησε πολλούς φορητούς πίνακες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά. Για το σύνολο της προσφοράς του βραβεύτηκε από το κράτος και την Ακαδημία Αθηνών. Πέθανε το 1965 στην Αθήνα.

Μπαστιάς, Κωστής, 1901-1972
Μπαστιάς Κωστής (1901-1972). Από πολύ νέος ασχολήθηκε με την πεζογραφία, τη δημοσιογραφία και το θέατρο. Για πολλές δεκαετίες υπήρξε στο κέντρο των πολιτιστικών και πολιτικών γεγονότων ασκώντας την επιρροή του ως εκδότης, αρχισυντάκτης ή χρονογράφος μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων και ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1937-1941), της Λυρικής Σκηνής (1940-41 και 1959-1963) και του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Η δημοσιογραφική του σταδιοδρομία αρχίζει στην Ακρόπολη του Βλάση Γαβριηλίδη. Το 1925 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης και διευθυντής των εφημερίδων Δημοκρατία και Εσπέρα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Συνεργάζεται επίσης με τον Ελεύθερο Τύπο του Χρ. Καβαφάκη, την Πρωία των αδελφών Πεσμαζόγλου, την Εστία των αδελφών Κύρου, την Καθημερινή του Γ. Α. Βλάχου και κυρίως τη Βραδυνή του Δ. Αραβαντινού από το 1936 ως το 1972. Το 1927 εκδίδει το μαχητικό περιοδικό της δημοτικής Ελληνικά Γράμματα, όπου στεγάζει την ομάδα του Αλέξανδρου Δελμούζου μετά τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, το 1935 την ημερήσια ανεξάρτητη εφημερίδα Ηχώ της Ελλάδος με αρχισυντάκτη τον ανθολόγο της ελληνικής ποίησης Ηρακλή Αποστολίδη και το 1964 το εβδομαδιαίο ειδησεογραφικό περιοδικό Άλφα. Το 1923, όταν είναι μόλις 22 ετών, η Κυβέλη ανεβάζει το θεατρικό έργο του Πέτρα σκανδάλου με θέμα τον Α. Δελμούζο και το πρότυπο παρθεναγωγείο Βόλου. Το 1924 και 1925 η Μαρίκα Κοτοπούλη ανεβάζει άλλα δύο θεατρικά έργα του. Με την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου το 1930, ο Γεώργιος Παπανδρέου τον διορίζει γενικό γραμματέα με διευθυντή τον Ιωάννη Γρυπάρη και σκηνοθέτη τον Φώτο Πολίτη. Αποχωρεί από το θέατρο το Δεκέμβριο του 1934, μετά το θάνατο του Πολίτη αλλά επανέρχεται τον Οκτώβριο του 1935, μία εβδομάδα πριν την ανατροπή της κυβερνήσεως Π. Τσαλδάρη, ως εισηγητής δραματολογίου. Το 1937, ο Ιωάννης Μεταξάς του αναθέτει τη γενική διεύθυνση Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας και τη γενική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου. Κατά την παραμονή του στο Εθνικό καθιερώνει τα φεστιβάλ αρχείου δράματος, προωθεί τις απόψεις του για την παρουσίαση των αρχαίων τραγικών στα αρχαία θέατρα με παραστάσεις στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και το 1938, για πρώτη φορά από την αρχαιότητα, χρησιμοποιεί το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ανεβάζοντας την Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Δημ. Ροντήρη. Δημιουργεί το Βασιλικό Θεσσαλονίκης (1940) και ιδρύει τη Λυρική Σκηνή (1940). Δημιουργεί επίσης το περιοδεύον θέατρο Άρμα του Θέσπιδος (1939), τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (1937) και εγκαινιάζει τον θεσμό των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων (1939) και της Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης στο Ζάππειο (1938). Το μεγάλο του όνειρο, η καθιέρωση του Εθνικού Θεάτρου ως ένα από τα σημαντικότερα θέατρα της Ευρώπης, πραγματοποιείται το 1939 με τις ιστορικές τουρνέ: Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Οξφόρδη, Καίμπριτζ, Λονδίνο, Φρανκφούρτη και Βερολίνο. Οι αγγλικές εφημερίδες συγκρίνουν το Εθνικό με την Comedie Francaise, το Θέατρο Τέχνης του Στανισλάφσκι στη Μόσχα και το θέατρο Habima. Συγκεκριμένα, οι Times του Λονδίνου γράφουν: «Σε καμμιά χώρα η θεατρική σκηνή δεν χρωστά περισσότερα στην ενεργητικότητα, τον ενθουσιασμό και την γνώση ενός ανθρώπου, όσο η ελληνική σκηνή οφείλει στον Κωστή Μπαστιά». Από τη λογοτεχνική του εργασία θα πρέπει να αναφέρουμε: Στεριές και θάλασσες (1932), Τ’ Αλιευτικά (1935), Οι άνθρωποι και τα ζώα (1939), Λιμάνια (1939), Μηνάς ο Ρέμπελος, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1939), Η Μπουμπουλίνα (1944), Αράχνη 44 (1946), Ο Παπουλάκος (1951), Νέον Κυριακοδρόμιον (1956) και το δοκίμιο Ο Παπαδιαμάντης (1962). Με την είσοδο των γερμανών στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1941, παραιτείται από το Εθνικό Θέατρο. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται διότι ασκεί «φιλοαγγλική προπαγάνδα». Μετά την Κατοχή αναχωρεί για τη Νέα Υόρκη, όπου θα μείνει για οκτώ χρόνια (1946 - 1954) ως ανταποκριτής της Βραδυνής στον Ο.Η.Ε. Με την επιστροφή του, θα αναλάβει πάλι τη γενική διεύθυνση της Λυρικής Σκηνής (1959) και θα μετακαλέσει τη Μαρία Κάλλας για να ανεβάσει στην Επίδαυρο τις ιστορικές πλέον παραστάσεις της Νόρμας (1960) και της Μήδειας (1961). Το 1961 θα αναλάβει επίσης, ταυτοχρόνως με τη Λυρική, και τη γενική διεύθυνση του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και θα φροντίσει για την αγορά του οικοπέδου της Αγίας Παρασκευής και την ανέγερση του ραδιομεγάρου. Βιβλιογραφία: Γιάννης Κ. Μπαστιάς, Ο Κωστής Μπαστιάς στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τόμοι 2, Αθήνα, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Νιρβάνας, Παύλος
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ (1866-1937) Ο Παύλος Νιρβάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) γεννήθηκε στη Μαριούπολη της Ρωσίας, γιος του εμπόρου Κωνσταντίνου Απ. Κουμιώτη από τη Σκόπελο και της Μαριέτας Ιω. Ράλλη από τη γνωστή οικογένεια της Χίου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890) και μετά την αποφοίτησή του κατατάχθηκε στο βασιλικό ναυτικό ως ανθυπίατρος. Η πορεία του ήταν ανοδική και ως το 1922, οπότε παραιτήθηκε με το βαθμό του αρχίατρου είχε διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραίτησή του αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε σε ηλικία εξηνταενός χρόνων. Από τα μαθητικά του χρόνια έδωσε δείγματα της αγάπης του για τη λογοτεχνία και σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Νιρβάνα στα γράμματα τοποθετείται το 1884, οπότε εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα (στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος) και κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Ασμοδαίος, Μη χάνεσαι κ.α.). Σε νεαρή ηλικία πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι ως μέλος της λογοτεχνικής Συντροφιάς των δώδεκα. Η δεύτερη και τελευταία ποιητική του συλλογή είχε τίτλο Παγά λαλέουσα (1907) ενώ έγραψε επίσης μελέτες, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο μεταφράσεις από τον Πλάτωνα και τον Κνουτ Χάμσουν. Ο Παύλος Νιρβάνας τοποθετείται τόσο χρονικά όσο και βάσει του συνόλου του έργου του στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Η γραφή του είναι επηρεασμένη από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού, καθώς και από τη φιλοσοφική σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, με την οποία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή από τις σελίδες της Τέχνης του Κώστα Χατζόπουλου, όπου υπήρξε συνιδρυτής. Αξιόλογα είναι τα κριτικά του δοκίμια, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας ασχολήθηκε αρχικά με το διήγημα και στη συνέχεια με το μυθιστόρημα. Στο πεζογραφικό του έργο κυριαρχούν ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ τα θεατρικά του έργα κινούνται στα πρότυπα της ιψενικής γραφής. Έντονη παρουσιάζεται στο έργο του η επιρροή που δέχτηκε από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Η γλωσσική του έκφραση πέρασε σταδιακά από την καθαρεύουσα σε μια μεικτή γλώσσα και τέλος στη δημοτική, με σταθερό χαρακτηριστικό το εξαιρετικά φροντισμένο ύφος. Το 1928 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, θέση από την οποία συνέβαλε στην ανάδειξη λογοτεχνών όπως οι Ιωάννης Κονδυλάκης, Σπύρος Μελάς και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Πέθανε από βρογχοπνευμονία στο σπίτι του στο Μαρούσι. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Παύλου Νιρβάνα βλ. Άγρας Τέλλος, «Νιρβάνας Παύλος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια18. Αθήνα, Πυρσός, 1932 (τώρα και στον τόμο Τέλλος Άγρας Κριτικά Τόμος τρίτος· Μορφές και κείμενα της πεζογραφίας· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ.11-74. Αθήνα, Ερμής, 1984), Αργυρίου Αλεξ., «Νιρβάνας Παύλος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987, Βαλέτας Γ., «Βιογραφικός - Χρονολογικός Πίνακας», Άπαντα Παύλου Νιρβάνα, τ.Α΄, σ.κα΄-κβ΄. Αθήνα, 1967, Γιάκος Δημήτρης, «Νιρβάνας Παύλος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Δήτσα Μαριάννα, «Παύλος Νιρβάνας», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΘ΄ (1900-1914), σ.224-257. Αθήνα, Σοκόλης, 1997 και Μερακλής Μ.Γ., «Παύλος Νιρβάνας», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.322-324. Αθήνα, Σοκόλης, 1977. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Ξενόπουλος, Γρηγόριος
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1867 από Ζακυνθινό πατέρα και από μητέρα Φαναριώτισσα. Η οικογένειά του εγκαταλείπει την Πόλη, όταν ο Γρηγόριος ήταν έντεκα μηνών και εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο. Έτσι, τον κόσμο τον πρωτογνώρισε στο μαγευτικό αυτό νησί της Επτανήσου. Η γραφικότητα του τόπου, η πανώρια φύση με τις μοναδικές της ομορφιές, ο λαός της Ζακύνθου με τα ήθη και τα έθιμά του, η ιστορία και γενικά η επτανησιακή κουλτούρα, διαπλάθουν και επηρεάζουν βαθιά την ψυχή του. Ζυμώνεται με τους Ζακυνθινούς και όλα τα ερμηνεύει με την ιδιοσυγκρασία που κουβαλάει από το νησί του. Μετά το γυμνάσιο ο Ξενόπουλος παρακολουθεί μαθήματα φυσικομαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως, η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία τον αποσπούν οριστικά. Συνεργάζεται με όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του. Το 1890 ο Γεώργιος Δροσίνης του προτείνει και αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στην Εστία. Το 1896 ο ιδιοκτήτης του παιδικού περιοδικού «Διάπλασις των παίδων» Νικόλαος Παπαδόπουλος τον παίρνει αρχισυντάκτη και αργότερα του αναθέτει τη διεύθυνση του περιοδικού. Στη "Διάπλαση των Παίδων" η αγάπη του για το ελληνόπουλο τον οδήγησε να γράψει χιλιάδες "αθηναϊκές επιστολές", στις οποίες μιλούσε για διάφορα θέματα. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγινε ο δάσκαλος και μερίμνησε συστηματικά για το παιδί - αναγνώστη, για το παιδί που χρειάζεται αγωγή και παιδεία. Διακατέχεται από μια έμφυτη παιδαγωγική κλίση που την συνθέτουν η συμπάθεια και το ενδιαφέρον του για το παιδί, η δίψα και η πίστη του για την μόρφωσή του. Η προσφορά του στο τρίπτυχο σπίτι - οικογένεια - παιδί αρχίζει αμέσως μετά που αναλαμβάνει τη διεύθυνση του περιοδικού. Για πέντε περίπου δεκαετίες προσφέρει ένα αξιόλογο παιδαγωγικό και μορφωτικό έργο. Βοηθάει το παιδί - αναγνώστη να ανακαλύψει μόνο του το αντικείμενο της γνώσης και να αγκαλιάσει τη φύση, τις αξίες και τους συνανθρώπους του. Παίρνει στα χέρια του μια τεράστιας σημασίας εξουσία, τη διαπλαστική. Η προσφορά του αυτή δεν κατευθύνεται από κάποιο συγκεκριμένο και οργανωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, αλλά κυρίως από το ένστικτό του και από την αγάπη του για το παιδί. Συνειδητά, όμως, «Ο Φαίδωνας» εργάστηκε για τη δημιουργία μιας παιδικής λογοτεχνικής γλώσσας - μιας γλώσσας ζωντανής - που θα άγγιζε τις τρυφερές ψυχές των παιδιών και που θα μάθαιναν έτσι χωρίς βιβλία και χωρίς δασκάλους. Πετυχαίνει, έτσι, ένα θερμό δόσιμο με τον αναγνώστη και μια απελευθερωτική και θετική στάση που μορφώνει και συγχρόνως δεν σκλαβώνει. "Η αδελφούλα μου" είναι το πρώτο παιδικό μυθιστόρημα που γράφει στη δημοτική γλώσσα. Αν και είναι επηρεασμένος από τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές ανακατατάξεις, δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια του ηθογραφικού μυθιστορήματος, αλλά προχωράει και ασχολείται με την περιγραφή των ψυχικών ικανοτήτων των ηρώων του. Γίνεται ένας ψυχογράφος που τηρεί όμως αυστηρά την αντικειμενικότητά του. Μόνο όταν περιγράφει Ζακυνθινά τοπία και αρχίζουν να αναδύονται μέσα από αυτά οι μνήμες των παιδικών του χρόνων, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα. Ο ρεαλισμός του 1900 ήταν εκείνο που ζητούσαν οι πολλοί και εκείνο που μπορούσε να ενώσει την απόσταση ανάμεσα στους πολλούς και στη νέα, στην αδιαμόρφωτη ακόμα ελληνική πεζογραφία. Με τα μυστικά της ρεαλιστικής σχολής η αφήγησή του έστρωνε πιο άνετα. Ο Ξενόπουλος βέβαια είχε έμφυτη αφηγηματική ευκολία, καλαισθησία, γλώσσα γλαφυρή, απλή, ρέουσα, έτσι που άρεσε σε όλους. Δεν υπήρξε ποτέ ανιαρός και κουραστικός. Στάθηκε ένας γλωσσοπλάστης - ένας ακούραστος δημιουργός του Λόγου είτε έγραφε για εφημερίδα ή για περιοδικό ή θέατρο ή μυθιστόρημα ή διήγημα ή παιδικό ανάγνωσμα, δοκίμιο ή ποίηση. Τα έργα του έχουν πλούτο, φυσικούς διαλόγους, οξύτητα παρατήρησης και άψογη τεχνική. Το περιβάλλον των μυθιστορημάτων του Ξενόπουλου είναι πότε η Αθήνα και πότε η Ζάκυνθος. Ο συγγραφέας θέλει να μας περιγράψει την ελληνική κοινωνία της εποχής του. Αυτό όμως δεν είναι κανόνας. Σε αρκετά έργα του περιγράφονται και ζωντανεύουν παλαιότερες κοινωνίες κυρίως της Ζακύνθου. Σε χρόνια ακμής, δύναμης, μεγαλείου, πλούτου και πολιτισμού, αναζήτησε και βρήκε πλούσιο και άφθονο υλικό που το εκμεταλλεύτηκε κατ

Εκπαιδευτικός και λογοτέχνης. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Στα μαθητολόγια του γυμνασίου τον συναντούμε ως Χρυσικόπουλο. Με το αυτό όνομα και στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην Στρατολογική Υπηρεσία όμως, φέρεται εγγεγραμμένος ως Τραυλαντώνης και αυτό το όνομα διατηρεί στη συνέχεια. Έφτασε μέχρι το βαθμό του εκπαιδευτικού συμβούλου. Με τη διδακτική πείρα που διέθετε προσπαθεί να αναμορφώσει τα "Νεοελληνικά Αναγνωστικά". Διετέλεσε πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου μέχρι το 1926. Συγγράφει στη δημοτική γλώσσα. Έγραψε διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Τα σημαντικότερά του έργα είναι: "Λεηλασία μιας ζωής", "Η εξαδέλφη", "Ηλιοστάλαχτη", "Απολογία μισανθρώπου και άλλα διηγήματα", "Η διετής θητεία", "Η Κρουσταλλένια και άλλα διηγήματα" κ.ά.

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.