Ο ανεπιθύμητος νεκρός - του Γιώργου Πράτανου

26 Οκτωβρίου 1957. Φράιμπουργκ, Γερμανία. Πεθαίνει μια από τις εμβληματικότερες φυσιογνωμίες της ελληνικής λογοτεχνίας και διανόησης, ο Νίκος Καζαντζάκης. Η γυναίκα του, Ελένη, ξεκινάει τις ετοιμασίες για τη μεταφορά της σορού του στην Ελλάδα ενώ ταυτόχρονα στην Αθήνα ο ανερχόμενος δημοσιογράφος Φρέντυ Γερμανός, προσπαθεί να γράψει το σημαντικότερο κομμάτι της καριέρας του, με αφορμή αυτό το γεγονός. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται από τις 26 Οκτωβρίου ως τις 6 Νοεμβρίου 1957 και κινείται σε δύο άξονες: ετοιμασίες της μεταφοράς της σορού στην Ελλάδα από την Ελένη Καζαντζάκη και τη δικηγόρο του Νίκου, Αγνή Ρουσοπούλου από τη μια, αντίκτυπος του θανάτου και προετοιμασία υποδοχής της σορού από την αθηναϊκή και κρητική κοινωνία, τους δημοσιογράφους και την Εκκλησία.

Πρόκειται για ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που σέβεται τη μνήμη των πραγματικών ανθρώπων, τις ζωές των οποίων περιγράφει. Ρεαλιστικό, με αληθοφανείς διαλόγους, τεκμηριωμένα περιστατικά και ένα πάνθεον θρυλικών σήμερα ονομάτων: Ελένη και Γαλάτεια Καζαντζάκη, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Φρέντυ Γερμανός, Πέτρος Χάρης, Γιάννης Γουδέλης (ο εκδότης του Δίφρου) κ. ά. Η γραφή και οι έξυπνες ιδέες της αφήγησης βοηθάνε ακόμη και όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την ελληνική λογοτεχνία και τους σημαντικούς ανθρώπους των ελληνικών γραμμάτων να παρακολουθήσουν την ιστορία ως το τέλος. Δεν υπάρχουν πολλά, δύσκολα ή στριφνά ιστορικά γεγονότα ούτε τονίζεται, λεκτικά τουλάχιστον, η αξία του καθενός, αντίθετα, τα ίδια τα γεγονότα, ο ρόλος του κάθε χαρακτήρα επεξηγούν ακριβώς  τη θέση που είχε στο τότε στερέωμα και τη φήμη που τον ακολουθούσε. Η εξιστόρηση πάει πότε στο Φράιμπουργκ ή την Αντίμπ και την Αθήνα, πότε πίσω στον χρόνο, συστήνοντάς μας το ζευγάρι του Νίκου και της Ελένης. Προς τιμήν του, ο κύριος Πράτανος δεν έπιασε το κουβάρι από την αρχή αλλά διάλεξε τα πιο σημαντικά περιστατικά ή κάποιες βασικές λεπτομέρειες από τη ζωή του Καζαντζάκη για να ξεδιπλώσει το παρελθόν κι αυτά τα έριξε σκόρπια μες στο κείμενο, χωρίς όμως ποτέ να τα δείχνει ξεκάρφωτα με τη ροή των γεγονότων ή μονοδιάστατα αλλά πάντα εντεταγμένα σε ένα χρονικό πλαίσιο, σε μια δεδομένη στιγμή ή ροή περιστατικών. Αυτό δίνει ακόμη περισσότερη ένταση στην αφήγηση και δεν αφήνει το κείμενο να χαλαρώσει ούτε στιγμή.

Η Ελένη Καζαντζάκη, μέσα από τις εξομολογήσεις της προς την Αγνή που φτάνει εσπευσμένα στο Φράιμπουργκ και μέσα από τις αναμνήσεις της δείχνει μια γυναίκα ερωτευμένη, διακριτική, υπομονετική, διαλλακτική και όταν η μεγάλη αλλαγή στη ζωή της έρχεται ακάλεστη, την ατσαλώνει, της προσθέτει δύναμη και κουράγιο. Δεν είναι μόνο η σύζυγος που έχασε τον άνθρωπο που αγαπούσε ούτε μόνο η γυναίκα που πρέπει να  σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να φέρει όλες τις διαδικασίες σε πέρας, είναι όλα αυτά μαζί σ’ ένα αρμονικό σύνολο που τονίζει το αρραγές του χαρακτήρα της και την ολοκληρωμένη προσωπικότητά της: «Μετά από τέτοια ανηφόρα, ποια κορυφή μπορεί να στέκει πιο ψηλά από εκεί που την είχε φτάσει ο άνθρωπός της;» (σελ. 379).

Ο συγγραφέας σέβεται απόλυτα την καθημερινή ζωή του ζευγαριού και αποφεύγει είτε τον κουτσομπολίστικο χαρακτήρα της συμβίωσης είτε την αγιοποίησή τους. Παρατηρεί τα πάντα, τη χημεία μεταξύ τους, τον τρόπο που αγαπιούνται («Στο τέλος δικαιώθηκαν και οι δύο: Ο Νίκος που επέμεινε, η Ελένη που ενέδωσε», σελ. 46) και φυσικά πώς σκεφτόταν, κινούνταν, έγραφε, γεννούσε ιδέες, συμπεριφερόταν ο Καζαντζάκης. Δεν  περίμενα να διαβάσω ένα τόσο στρωτό, συναρπαστικό «βιογραφικό» μυθιστόρημα που να μην είναι φορτωμένο με λεπτομέρειες και ταυτόχρονα να τα λέει όλα! Ακόμη και τις κατηγορίες που του προσήψε η Εκκλησία τις αποδομεί ο κύριος Πράτανος τεκμηριωμένα: «Αυτό που έβλεπε όμως ο Φρέντυ ήταν πως ο Καζαντζάκης ήταν πιο διαβασμένος από τη συντριπτική πλειονότητα των ιερέων και ζούσε σίγουρα μια ζωή πολύ πιο ασκητική από τα μέλη της Ιεράς Συνόδου» (σελ. 52). Ακόμη κι η δυσφημιστική επίθεση της Γαλάτειας και η όλη συμπεριφορά της απέναντί του (δεν έχανε ευκαιρία να επιτίθεται στον λογοτέχνη, πότε ως απάντηση στο άρθρο του για τα φασιστικά καθεστώτα το 1936, πότε με το βιβλίο της «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι»), καταγράφεται εξ αποστάσεως σχεδόν: «Η αλήθεια, λογικά, θα είναι κάπου στη μέση. Ούτε η Γαλάτεια είναι αγία ούτε ο Καζαντζάκης» (σελ. 59). Η προσωπικότητα του μεγάλου συγγραφέα, ο τρόπος σκέψης του, οι αντιλήψεις του, οι απόψεις του επεξηγούνται απλά και όχι απλοϊκά, βοηθώντας με να έρθω σε επαφή με αυτό το μεγάλο πνεύμα και, γιατί όχι, προετοιμάζοντάς με να διεισδύσω στα δύσκολα έργα του. Δεν μπορούσα να σταματήσω να διαβάζω, να μαθαίνω και να κρατώ σημειώσεις: για ποιους λόγους δε βραβεύτηκε ποτέ ο εννιά φορές υποψήφιος για Νόμπελ Καζαντζάκης, ποια ήταν η στάση της Ιεράς Συνόδου απέναντι στον «Καπετάν Μιχάλη» και τον «Χριστό ξανασταυρώνεται», γιατί έγινε η άδικη επίθεση του Σπύρου Μελά το 1954 επί του «Καπετάν Μιχάλη» που συνεχίστηκε με επίμονη επίθεση και προπαγάνδα, σε συνεργασία με τη Φρειδερίκη, προς τον βασιλιά της Νορβηγίας και τα μέλη της Επιτροπής όποτε ο Καζαντζάκης ήταν υποψήφιος για Νόμπελ (μια βεντέτα που κρατούσε από το 1946!). Σπύρος Μελάς, αυτός ο πνευματικός ακαδημαϊκός άνθρωπος…

Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που πέρασαν τα ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής του θανάτου του Καζαντζάκη μέσα από συζητήσεις κυρίως των εκπροσώπων της μεγαλοαστικής τάξης («αφού οι μικροαστοί είχαν πιο πρωτόγονα ζητήματα να επιλύσουν, με πρώτο αυτό της επιβίωσης», σελ. 31), οπότε οι διάλογοι αναπαρέστησαν ολοζώντανα όσα έπρεπε να ξέρω για να καταλάβω το κλίμα. Μαζί τους ξεπηδάει και μια υπέροχη τοιχογραφία της Αθήνας, με τους δρόμους, τα μαγαζιά, τα στέκια της διανόησης και τα σημεία αναφοράς: «Οι μεγαλοαστοί είχαν ήδη πιάσει θέση στου Φλόκα, οι προοδευτικοί δίπλα, στο Zonar’s» (σελ. 57). Προσέξτε βαθιά γνώση της κατάστασης της εποχής: «Αν και οι δύο εφημερίδες ήταν ιδιοκτησίας Λαμπράκη, οι δημοσιογράφοι του Βήματος θεωρούσαν ελαφρώς υποδεέστερους και σαφώς πιο λαϊκούς εκείνους των Νέων» (σελ. 61). Η ίδια ατμόσφαιρα επικρατεί και στην επεξήγηση των γεγονότων που ακολούθησαν τον θάνατο αυτόν: «Δημοσιογράφοι, εκδότες, πολιτικοί, αξιωματούχοι και εκκλησιαστικοί κύκλοι πληροφορήθηκαν τα καθέκαστα και, όπως ήταν φυσικό, οι πρώτες σκέψεις για τον χειρισμό της υπόθεσης προκαλούσαν πονοκέφαλο. Είχαν να κάνουν, ξεκάθαρα, με μια καυτή πατάτα που κινούνταν ταχύτατα με προορισμό τα χέρια τους. Ποια θα ήταν, όμως, η αντίδραση των πολιτών; Ποιανού το μέρος θα έπαιρναν; Του κυνηγημένου -πλέον- νεκρού ή των προκλητικών Αρχών» (σελ. 50); Ο Φρέντυ είναι κάθετος: η ρευστή κατάσταση «μύριζε μπαρούτι, βασιλικό και θυμίαμα» (σελ. 136), μιας και την ημέρα του θανάτου του Καζαντζάκη και πριν έρθει η σορός του στην Ελλάδα κανείς δεν ήξερε αν θα θαφτεί το σώμα του ή όχι και ποιανού επιθυμία θα εισακουστεί: της Φρειδερίκης, του παραθρησκευτικού Καντιώτη με ισχυρό ρεύμα στην Ιερά Σύνοδο ή των ετοιμοπόλεμων Κρητικών; «Και σήμερα, πού ήταν ένας αντιπρόσωπος της Ακαδημίας; -Χίλιες φορές οι Κρητικοί σου, Νίκο μου, μονολόγησε» (σελ. 380).

Ο Φρέντυ Γερμανός, που εκείνη την περίοδο αρθρογραφούσε στην Ελευθερία, επίσης σκιαγραφείται αδρά και ανθρώπινα, με το οικογενειακό του υπόβαθρο, τη χαρακτηριστική κίνηση που έτριβε το πρόσωπό του αφήνοντας κάτω τα γυαλιά του και τόσα άλλα! Κινείται, σκέφτεται και υπολογίζει όπως ακριβώς θα έκανε ένας οποιοσδήποτε δημοσιογράφος της εποχής που θέλει να δει την καριέρα του να απογειώνεται χάρη σ’ ένα σημαντικό θέμα. Η νοοτροπία του εκφράζει ακριβώς το κλίμα που αναπαριστά πειστικά ο συγγραφέας του μυθιστορήματος: «Ο Φρέντυ, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αγνοούσε τις περισσότερες πτυχές της κόντρας του ελληνικού κατεστημένου με τον Καζαντζάκη. Έπρεπε να ψάξει, να ανακαλύψει, να κατανοήσει, να κρίνει τα πρόσωπα και τις καταστάσεις» (σελ. 51). Τη μεθοδολογία που ακολούθησε και τα βήματα που έκανε είναι ό,τι πρέπει να κάνει ένας σωστός, αμερόληπτος, ακριβοδίκαιος και καθόλου βιαστικός ρεπόρτερ. «…μυρίστηκε θέμα. Ή αίμα -το ίδιο εθιστικό είναι για τους δημοσιογράφους» (σελ. 224).

Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας βρίσκει το ιδανικό παράδειγμα στον Φρέντυ για να μιλήσει ως προς την αξιοκρατία και την ελπίδα που οφείλει να έχει κάθε νέος άνθρωπος σε κάθε εποχή, για τα όνειρα στα οποία δεν πρέπει να πάψουμε να πιστεύουμε, όσα εμπόδια κι αν βγουν στη μέση: «Τα όνειρα ανήκουν σ’ αυτόν που θα τα κερδίσει» (σελ. 142). «Το ταλέντο είναι η πιο γοητευτική παγίδα που στήνει ο διάβολος στους νέους» (σελ. 304). Με τον ίδιο γλαφυρό και συναρπαστικό τρόπο ο συγγραφέας δίνει βιογραφικά στοιχεία και για τον Φρέντυ Γερμανό (καταγωγή, εξήγηση του ονόματός του, οικογενειακή κατάσταση κ. ά.). Επιπλέον, δίνεται μέγιστη αληθοφάνεια με την παράθεση αποσπασμάτων άρθρων που είχαν γράψει τότε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Μάριος Πλωρίτης κ. ά. Φυσικά, η άφιξη της σεξοβόμβας Τζέιν Μάνσφιλντ την ίδια περίοδο με τον θάνατο του Καζαντζάκη, γεγονός που αναγκάστηκε να καλύψει κατ’ εντολήν του αρχισυντάκτη του, είναι από τα απολαυστικότερα χωρία του μυθιστορήματος, χαρίζοντας το απαραίτητο διάλειμμα πριν τα τραγικά γεγονότα της κηδείας του λογοτέχνη. Με παράθεση ολόκληρου του μονόστηλου που έγραψε ο Φρέντυ, ουσιαστικά απογυμνώνοντας το είδωλο, αλλά και με σκαμπρόζικα στιγμιότυπα, δόθηκε μια εξαιρετική νότα ρεαλισμού.

Συγκλονιστικές και ανατριχιαστικά δυνατές ήταν οι στιγμές στην κηδεία στο Ηράκλειο Κρήτης. Δάκρυ σε κάθε λέξη, κλάμα σε κάθε σελίδα. Μπράβο στον συγγραφέα που μετέφερε τόσο παραστατικά το κλίμα, αποφεύγοντας να εκβιάσει το συναίσθημα ή να σκορπίσει πάμπολλα καλολογικά στοιχεία πένθους και θλίψης, που απλώς θα βάραιναν ένα ήδη δυνατό στιγμιότυπο: «Την επομένη, δεν θα υπάρξει Ανάσταση. Η επομένη είναι απλώς Τετάρτη» (σελ. 386). Ο κύριος Πράτανος εμμένει «στην ηράκλεια οδύνη που έχει καταβάλει το ετερόκλητο μα μεγαλειώδες πλήθος» (σελ. 388). Όλες οι απόψεις παρατίθενται, όλα τα γεγονότα καταγράφονται κι όμως πουθενά δεν μπήκε η προσωπική άποψη του συγγραφέα. Από σεβασμό θα έλεγε κανείς, έκατσε παράμερα, έστησε αριστοτεχνικά το σκηνικό του, κατέγραψε με ένα υφολογικό στυλ που σπάνια συναντώ σε «μυθιστορηματικές βιογραφίες», έδωσε βάση στους διαλόγους, διάλεξε το εύρημα του Φρέντυ Γερμανού για να μην κάνει μονότονη ή μονοδιάστατη την πλοκή, έψαξε, κατέκτησε τις γνώσεις που απαιτούνταν κι ετοίμασε ένα υπέροχο, υποδειγματικό κείμενο. Υπάρχουν επίσης όμορφες και καλοδιαλεγμένες παρομοιώσεις και μεταφορές, είναι ελάχιστες όμως, ακριβώς για να μην κλέψουν τα βλέμματα των αναγνωστών από το σημαντικό γεγονός που περιγράφεται. «Ο ήλιος, αναψοκοκκινισμένος, είχε βουτήξει από ώρα πολλή στα νερά του Αργοσαρωνικού, αφήνοντας το σκοτάδι στο πόδι του…» (σελ. 184). «Τα παντζούρια ήταν φυσικά σφαλισμένα, μην μπει από εκεί η θλίψη που τριγυρνούσε στα σοκάκια της πόλης, ορφανή και παιδί όλων, ταυτόχρονα» (σελ. 329).

Το μυθιστόρημα «Ο ανεπιθύμητος νεκρός» είναι μια καλογραμμένη ματιά και μια τεκμηριωμένη μελέτη των συνθηκών ζωής, θανάτου και ταφής ενός μεγάλου και διαχρονικού Έλληνα λογοτέχνη, με πάμπολλα θετικά γνωρίσματα για πρώτη γραφή. Εξισορροπημένο, διακριτικό, έξυπνο από άποψη πλοκής, τεκμηριωμένο, ακριβοδίκαιο και συναρπαστικό. Κι όπως έλεγε ο ίδιος ο Καζαντζάκης: «Γιατί φωνάζουν; Εγώ δεν ζήτησα τίποτα, δεν θέλησα να πάρω τίποτα, από κανέναν. Ο καθένας κάνει το έργο του, όπως νομίζει και όπως μπορεί. Ο καθένας προσπαθεί να υποτάξει την τίγρη που τον καβαλάει στη ράχη» (σελ. 120).

Πάνος Τουρλής

Μοιράσου το με: buzzcullbobitdigmeforacampfreestuffdeliciousgooglefacebooktwitterdiggyahoobuzz
Buy Now

All books from this author
Πρέπει να συνδεθείτε ή να εγγραφείτε για να δημοσιεύσετε σχόλια...