Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Ελληνικά διηγήματα
(Μετά των εικόνων των συγγραφέων)

Offer
Η κυκλοφορία στα 1896 της συλλογής "Ελληνικά διηγήματα" αναντίρρητα αποτελούσε εκδοτικό γεγονός για τη χώρα μας, γιατί πρόκειται για την πρώτη στο είδος της συλλογή και ταυτόχρονα για μια αντιπροσωπευτική παρουσία στο χώρο του αφηγηματικού μας λόγου. Επισημαινόταν έτσι κατά τον αμεσότερο τρόπο η ύπαρξη ενός σχετικά νέου λογοτεχνικού είδους, όπως το διήγημα, για το οποίο ο εκδότης του έργου Γ. Κασδόνης δεν παρέλειψε να τονίσει ότι "η πρώτη γενναία ώθησίς" του έγινε μέσα από τις στήλες του περιοδικού "Εστία", του οποίου εκείνος για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε διευθυντής. Στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα τονιζόταν επίσης ότι με την έκδοση εκείνη το διήγημα παρουσιαζόταν "όχι μόνον ευπρόσωπον, αλλ΄ ακμαίον, πλήρες ζωτικότητος και ελπίδων δια το μέλλον" και δεν απέμενε παρά η "ενθάρρυνσις του κοινού".

Στον τόμο ανθολογούνται τριάντα τέσσερα διηγήματα που αντιστοιχούν σε ισάριθμους συγγραφείς. Έτσι δίπλα στους Α. Ρ. Ραγκαβή, Άγγελο Βλάχο και Εμμ. Ροΐδη, παρελαύνουν όλοι σχεδόν οι πεζογράφοι της λεγόμενης γενιάς του ογδόντα, όπως: Γ. Βιζυηνός, Αλέξ. Παπαδιαμάντης, Κωστής Παλαμάς, Γ. Δροσίνης, Γρ. Ξενόπουλος, Α. Καρκαβίτσας, Μ. Μητσάκης και αρκετοί άλλοι ακόμη. Ανάμεσά τους και η μοναδική γυναίκα: Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. [...]

(από την εισαγωγή του Γιάννη Παπακώστα στην έκδοση των "Διηγημάτων" της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, εκδόσεις Οδυσσέας, 1987)

"Επί τα Ίχνη"... είναι ο τίτλος της νέας αυτής Σειράς. Στη Σειρά στεγάζονται άγνωστα, λανθάνοντα ή αθησαύριστα κείμενα. Τα κείμενα αυτά μπορεί να είναι μελέτες, μαρτυρίες κι ακόμη δυσεύρετα λογοτεχνικά έργα παλαιότερων εποχών. Φιλοδοξία της Σειράς είναι να συνδεθεί με τη λογοτεχνική παράδοση και παράλληλα να ανασύρει από τη λήθη έργα, τα οποία παρέμεναν απρόσιτα στον αναγνώστη, εμπλουτίζοντας, όσο αυτό είναι δυνατόν, την έρευνα. Ο τίτλος, άλλωστε, είναι ενδεικτικός του είδους και της φυσιογνωμίας της.

21χ14 εκ., 622 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Κλασική Ελληνική Λογοτεχνία
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.300 8 (Νεοελληνική πεζογραφία - Διήγημα - Συλλογές )
ISBN: 978-960-1611-12-8
ISBN (10ψήφιο): 960-16-1128-2
Βάρος: 0.76 κιλά
Εκδότης: Πατάκη
Έτος Κυκλοφορίας: 2004
Γράψε τη δική σου κριτική
25.99
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

17.93
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Βιζυηνός, Γεώργιος Μ.
Ο Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896) ποιητής και πεζογράφος γεννήθηκε στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης. Όταν τελείωσε το δημοτικό, δούλεψε αρχικά στην Πόλη για τρία χρόνια περίπου σ΄ ένα ραφτάδικο. Το 1867, με τη βοήθεια του Κύπριου εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη πήγε στην Κύπρο για να γίνει κληρικός και φοίτησε στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας. Το 1872 συνόδεψε τον επίσκοπο Κύπρου Σωφρόνιο στο Φανάρι για εκκλησιαστικούς λόγους και γράφτηκε ως ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Με τη βοήθεια του Φαναριώτη ποιητή Ηλία Τανταλίδη το 1873 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιητικά. Η συλλογή αυτή συνέβαλε στη γνωριμία του με τον πάμπλουτο Έλληνα Γεώργιο Ζαρίφη που του παρείχε τα οικονομικά μέσα για να ταξιδέψει στην Αθήνα και να γραφτεί στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου. Τον ίδιο χρόνο ο ποιητής κέρδισε στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό το πρώτο βραβείο με το ποίημα Κόδρος. Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών αλλά προτίμησε να συνεχίσει τις σπουδές του στη φιλοσοφία στο Γκαίτιγκεν της Γερμανίας. Εξακολούθησε να γράφει ποιήματα και πήρε το πρώτο βραβείο στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με την ποιητική συλλογή "Άραις, Μάραις, Κουκουνάραις" την οποία μετονόμασε σε "Βοσπορίδες Αύραι". Από το Μάιο του 1877 μέχρι τον Αύγουστο του 1878 συνέχισε τις φιλολογικές σπουδές του στη Λιψία, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ιστορία της φιλοσοφίας, την αισθητική και την ψυχολογία. Το 1880 άρχισε να γράφει τη διδακτορική του διατριβή με θέμα "Το παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική". Το 1883 πήγε στο Λονδίνο όπου άρχισε να γράφει τα διηγήματά του με πρώτο "Το αμάρτημα της μητρός μου". Τα υπόλοιπα είναι: "Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως" (1883), "Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου" (1883), "Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας" (1884), "Πρωτομαγιά" (1884), "Το μόνον της ζωής του ταξείδιον" (1884), "Διατί η μηλιά δεν έγεινε μηλέα" (1885) και "Ο Μοσκώβ Σελήμ". Στο Λονδίνο έγραψε και την επί υφηγεσία διατριβή του με τίτλο: "Η φιλοσοφία του Καλού παρά Πλωτίνω" και εξέδωσε και τη νέα ποιητική συλλογή του "Ατθίδες Αύραι". Το 1884 λόγω του θανάτου του Γ. Ζαρίφη επέστρεψε στην Αθήνα και διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο. Το 1885 ανακηρύχτηκε παμψηφεί υφηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή αλλά λόγω ανταγωνισμών δεν πέτυχε η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. Οι φιλολογικοί κύκλοι τον περιφρονούσαν και ξαφνικά χωρίς λόγο απολύθηκε από καθηγητής και για να ζήσει, εργάστηκε ως καθηγητής της Δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών και έγραψε παράλληλα για τον Μπαρτ και τον Χιρστ στο "Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν". Το 1890 άρχισαν τα συμπτώματα μιας ασθένειας των νεύρων και μετέβη για λουτρά στις κεντρικές Άλπεις της Αυστρίας, όμως η κατάστασή του δεν βελτιώθηκε. Επιστρέφοντας στην Αθήνα γράφει διαρκώς: μια μελέτη για την Ιστορία της Φιλοσοφίας του Zeller και μεταφράσεις γνωστών ευρωπαϊκών μπαλλαντών (βαλλίσματα). Ο συγγραφέας σε ηλικία 40 ετών ερωτεύθηκε σφοδρά ένα δεκατετράχρονο κορίτσι, το οποίο ζήτησε σε γάμο αλλά η πρότασή του απορρίφθηκε από τη μητέρα της. Ακολούθησαν θλιβερά επεισόδια που κατέληξαν στον εγκλεισμό του Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο, όπου και πέθανε τον Απρίλιο του 1896.

Βικέλας, Δημήτριος, 1835-1908
Δημήτριος Βικέλας (1835-1908). Ο Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1835, καταγόμενος από μεγάλη εμπορική οικογένεια με καταβολές στη Βέροια και αρχικό όνομα Μπεκέλα ή Μπικέλα. Πατέρας του ήταν ο έμπορος Εμμανουήλ Βικέλας και μητέρα του η Σμαράγδα, κόρη του εμπόρου Γεωργίου Μελά και αδελφή του Λέοντος Μελά. Σε ηλικία τεσσάρων ετών έμεινε για ένα χρόνο στο Ναύπλιο με την οικογένειά του, η οποία ένα χρόνο μετά εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρώτα γράμματα έμαθε κοντά στη μορφωμένη και φιλομαθή μητέρα του, ενώ γενικά η μόρφωσή του δεν υπήρξε συστηματική λόγω των συνεχών μετακινήσεων της οικογένειάς του. Στην Πόλη πέρασε εννιά χρόνια ως το 1849, οπότε επέστρεψε στη Σύρο μαζί με τη μητέρα του και φοίτησε στο Λύκειο του Χ.Ευαγγελίδη. Συμμαθητής του Εμμανουήλ Ροΐδη, μαζί του εξέδωσε το χειρόγραφο μαθητικό περιοδικό Λυκείου Μέλισσα. Το 1851 σε ηλικία δεκαέξι ετών μετέφρασε το έργο του Ρακίνα Εσθήρ, που ανέβηκε σε σχολική παράσταση και εκδόθηκε στην Ερμούπολη. Τη μετάφραση αυτή απέδωσε ο Βικέλας στον ελβετό Weiss, δάσκαλό του στην Οδησσό. Τον επόμενο χρόνο έφυγε για το Λονδίνο, όπου πέρασε 24 χρόνια της ζωής του, ασχολούμενος με το εμπόριο, εργαζόμενος ως υπάλληλος στο κατάστημα της εταιρείας Ανεψιοί Μαύρου και ως συνέταιρος στον οίκο των αδελφών Μελά. Παράλληλα φοίτησε στο University College, λόγω περιορισμένου χρόνου ωστόσο απέκτησε μόνο Δίπλωμα Βοτανικής. Δεν έπαψε όμως να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία, μελέτησε φιλολογία και ιστορία, ενώ έγραψε στίχους και μεταφράσεις ( από τον Όμηρο, τον Θεόκριτο, τον Goethe, τον Alfieri, κ.α.). Στο Λονδίνο ο Βικέλας έδρασε και υπέρ της διατήρησης του ελληνικού χαρακτήρα της ομογένειας, προωθώντας για παράδειγμα την ίδρυση του εκεί ελληνικού σχολείου. Το 1855 επισκέφτηκε την οικογένειά του στην Kωνσταντινούπολη και πήρε μέρος για πρώτη φορά σε ποιητικό διαγωνισμό (τον Ράλλειο με το ποίημα Αναμνήσεις του Πριγκήπου). Ακολούθησαν δημοσιεύσεις ποιημάτων του, άλλοτε στην καθαρεύουσα και άλλοτε στη δημοτική στην Πανδώρα και άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ το 1862 δημοσίευσε στο Λονδίνο την ποιητική συλλογή Στίχοι. Το 1859 γνωρίστηκε με τον Αλέξανδρο Δουμά, κατά τη διάρκεια ταξιδιού του με ατμόπλοιο προς την Αγγλία. Στην Αγγλία παντρεύτηκε την Καλλιόπη Γεραλοπούλου, καταγόμενη επίσης από οικογένεια μεγαλοεμπόρων. Μαζί της ταξίδεψε στην Ευρώπη μέχρι το 1876, οπότε λόγω της πανευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης της περιόδου εκείνης διαλύθηκε η συνεργασία του με την εταιρεία των αδελφών Μελά, και το ζευγάρι επιχείρησε να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Τον επόμενο χρόνο όμως η επιδείνωση της ήδη διαταραγμένης ψυχικής υγείας της Καλλιόπης, τους ανάγκασε να επιστρέψουν στο Παρίσι. Εκεί ο Βικέλας ασχολήθηκε ξανά με τη μετάφραση (μεταφράσεις του από έργα του Σαίξπηρ ανέβηκαν στην Αθήνα), με διαλέξεις και αρθρογραφία, ενώ έγραψε επίσης το έργο Λουκής Λάρας που τον καθιέρωσε στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο Λουκής Λάρας πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εστία το 1879 και τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε αυτοτελώς, ενώ σύντομα μεταφράστηκε σε πολλές σλαβικές και ευρωπαϊκές γλώσσες. Ως το 1897 ταξίδευε διαρκώς από το Παρίσι προς την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη και αντιστρόφως, ενώ η σύζυγός του ήταν έγκλειστη στο ψυχιατρείο του Ivry. Το 1886 χρονολογούνται τα διηγήματά του Φίλιππος Μάρθας, Άσχημη αδελφή, Ανάμνησις και Παππα-Νάρκισσος. Το 1893 εξέδωσε τον τόμο Διαλέξεις και Αναμνήσεις, με 23 δοκίμιά του της περιόδου 1860 - 1893, και υπήρξε ηγετικό μέλος της επιτροπής για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896. Από το 1897 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ως το τέλος της ζωής του προσανατολίστηκε κυρίως προς κοινωφελή έργα, με προεξέχον την ίδρυση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, σε συνεργασία με τον Γεώργιο Δροσίνη. Στα πλαίσια του Συλλόγου εκδόθηκαν πάνω από εκατό τίτλοι βιβλίων ποικίλης θεματολογίας, ιδρύθηκε το Σχολικό Μουσείο, η Σχολική Βιβλιοθήκη, η Συλλογή πινάκων εποπτικής διδασκαλίας, ενώ το 1907 κυκλοφόρησε και το περιοδικό Μελέτη. Το 1904 με πρωτοβουλία του Βικέλα και του πολιτιστικού συλλόγου Παρνασσός συνήλθε στην Αθήνα το Α΄ Ελληνικό Εκπαιδευτικό Συνέδριο, με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και ιδρυμάτων από την Ελλάδα και την Ευρώπη. Την τελευταία περίοδο της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του με τίτλο Η ζωή μου. Παιδικαί αναμνήσεις, που εκδόθηκαν το 1908, χρονιά του θανάτου του. Πέθανε από καρκίνο του ήπατος στην Κηφισιά, έχοντας προλάβει να τοποθετήσει τον θεμέλιο λίθο στη Σεβαστοπούλειο Εργατική Σχολή, το τελευταίο από τη σειρά κοινωφελών έργων που πραγματοποιήθηκαν με τη μέριμνά του. Ο Βικέλας διέθετε πλουσιότατη βιβλιοθήκη, την οποία κληροδότησε στο δήμο Ηρακλείου Κρήτης (πρόκειται για τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη). Η λογοτεχνική παραγωγή του Δημητρίου Βικέλα είναι περιορισμένη σε σύγκριση προς το μέγεθος του συνόλου του γραπτού έργου του. Η ποιητική του παραγωγή ανέρχεται σε σαράντα ποιήματα, στην παράδοση της ρομαντικής ποίησης της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής, για τα οποία ο ίδιος δε φαίνεται να έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι έμμετρες μεταφράσεις του, κυρίως εκείνες των έργων του Σαίξπηρ. Το γνωστότερο λογοτεχνικό έργο του ωστόσο είναι ο Λουκής Λάρας, ιστορικό μυθιστόρημα βασισμένο σε μαρτυρία υπαρκτού προσώπου, με θέμα τη ζωή ενός έλληνα εμπόρου στις φλόγες της ελληνικής επανάστασης του 1821 και με ιδιαίτερη έμφαση στο επεισόδιο της καταστροφής της Χίου. Η κριτική τοποθέτησε στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ώριμη φάση της ρομαντικής πεζογραφίας της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής και στις απαρχές της ηθογραφικής και ρεαλιστικής πεζογραφικής παραγωγής της γενιάς του 1880, ενώ παράλληλα επισήμανε τις επιρροές του συγγραφέα από τη σύγχρονή του ευρωπαϊκή παραγωγή. Ενδεικτικά των παραπάνω στοιχεία θεωρούνται η επιλογή ενός αντι - ήρωα για τη θέση της κεντρικής φιγούρας του έργου και η γλωσσική έκφραση του Βικέλα, που σταδιακά οδηγείται από την απλή καθαρεύουσα σε μια γλώσσα που προσεγγίζει την καθομιλουμένη της εποχής (το έργο δημοσιεύτηκε αρχικά σε δέκα συνέχειες στο περιοδικό Εστία, και αν και είχε ολοκληρωθεί πριν τη δημοσίευση της πρώτης συνέχειας, ο συγγραφέας επενέβαινε με διορθώσεις και βελτιώσεις). Πολλά έργα του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά Χρυσαλλίς, Πανδώρα, Κλειώ (Τεργέστης) και σε άλλα της Ελλάδας και του εξωτερικού. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημητρίου Βικέλα βλ. Δήτσα Μαριάννα, «Δημήτριος Βικέλας», Η παλαιότερη πεζογραφία μας Ε΄ · 1830-1880, σ.382-409. Αθήνα, Σοκόλης, 1996, Σπεράντζας Σ.Γ. «Βικέλας Δημήτριος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Ζ΄. Αθήνα, Πυρσός, 1929, Τερδήμου Μαρία, Χρονολόγιο Δημητρίου Βικέλα. Ηράκλειο, 1991, Φουριώτης Άγγελος, «Βικέλας Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 3. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Χατζηγεωργίου - Χασιώτη Βικτωρία, «Βικέλας Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Διπλωμάτης, πολιτικός, ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και επιφανής μεταφραστής και κριτικός του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα (1838-1920).

Δαμβέργης, Ιωάννης Μ.
Ιωάννης Μ. Δαμβέργης (1862-1938). Ο Ιωάννης Δαμβέργης του Μιλτιάδη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σε παιδική ηλικία και ενώ μαινόταν η κρητική επανάσταση κατέφυγε με την οικογένειά του στη Σμύρνη, όπου μαθήτευσε στην Ευαγγελική Σχολή. Σπούδασε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών και εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα, όπου ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία και τις εκδόσεις περιοδικών και εφημερίδων. Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού Εβδομάς την περίοδο 1887-1892 και της Εφημερίδας των συζητήσεων, ενώ από το 1902 ως το 1916 ανέλαβε την έκδοση και διανομή του ακραίου εθνικιστικού φυλλαδίου Πάτρια. Αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική ως μέλος της κρητικής αντιπροσωπείας και της τελευταίας απελευθερωτικής επιτροπής των Κρητών, θέσεις από τις οποίες ενίσχυσε τον αγώνα των κρητικών για ανεξαρτησία, ενώ υπήρξε επίσης διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθέριου Βενιζέλου, γενικός γραμματέας της οργανωτικής επιτροπής για τον εορτασμό της εθνικής εκατονταετηρίδας το 1931, και οργανωτικό μέλος του εορτασμού των εκατό χρόνων από τη γέννηση του λόρδου Byron. Ως υποστηρικτής της βενιζελικής παράταξης συνελήφθη το Νοέμβρη του 1916 και φυλακίστηκε ως το Γενάρη του επόμενου χρόνου επί εσχάτη προδοσία. Ιδρυτής του σωματείου Αδελφότητα Αγάπης Ακριτών και συνεργάτης της νεοϋορκέζικης ελληνόφωνης εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ, ο Ιωάννης Δαμβέργης υπήρξε επίσης γενικός γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου κατά τα πρώτα έτη της λειτουργίας του, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του και ιδρυτής επιστημονικών οργανώσεων όπως της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών και της Εταιρείας Κρητικών Μελετών. Πέθανε στην Αθήνα. Το πεζογραφικό έργο του Ιωάννη Δαμβέργη τοποθετείται χρονικά στη λογοτεχνική γενιά του 1880, η δράση της οποίας σημαδεύτηκε από το γλωσσικό ζήτημα. Ο Δαμβέργης ανήκε στη συντηρητική γλωσσική παράταξη και για τη συλλογή του Οι Κρήτες μου υιοθέτησε μια μικτή έκφραση (καθαρεύουσα στα αφηγηματικά μέρη, δημοτική στους λαϊκούς διαλόγους), η οποία ανταποκρινόταν στο σαφή πατριωτικό προσανατολισμό της αφηγηματογραφίας του με συχνές αναφορές στο ένδοξο παρελθόν του έθνους. Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Επεισόδια της ζωής πλησιάζει περισσότερο το χρονογράφημα παρά τη λογοτεχνική γραφή. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ιωάννη Δαμβέργη βλ. Γαραντούδης Ευριπίδης, «Ιωάννης Μ. Δαμβέργης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ζ΄ (1880-1900), σ.310-321. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Γιαλουράκης Μανώλης, «Δαμβέργης Ιωάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και χ.σ., «Δαμβέργης Ιωάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Δροσίνης, Γεώργιος
Γεώργιος Δροσίνης (1859-1911). Ο Γεώργιος Δροσίνης καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου και γεννήθηκε στην Αθήνα. Τις εγκύκλιες σπουδές του παρακολούθησε στη Βαρβάκειο Σχολή και το Λύκειο Σουρμελή. Σπούδασε Νομική και, με σύσταση του Νικολάου Πολίτη, Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία Καλών Τεχνών και ξένης φιλολογίας στη Γερμανία (Λειψία, Δρέσδη, Βερολίνο 1885-1888). Επέστρεψε στην Αθήνα και από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού της Εστίας, που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο διηύθυνε επίσης τα περιοδικά Εθνική Αγωγή και Μελέτη (που ίδρυσε επίσης). Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, όπου εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες. Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε επίσης στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών και της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής, του Α΄ Εκπαιδευτικού Συνεδρίου του 1907 και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας (1908). Από το 1914 και ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης του υπουργείου Παιδείας με ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, ενώ υπήρξε επίσης μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το έτος ίδρυσής της (1926). Από το 1922 διηύθυνε το Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος, ενώ. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στο περιοδικό Ραμπαγάς. Στην πρώτη φάση της λογοτεχνικής παραγωγής του ανήκουν οι συλλογές Ιστοί αράχνης (1880) και Σταλακτίται (1881), με τις οποίες εντάχτηκε στους νεωτεριστές ποιητές που απομακρύνθηκαν από το πομπώδες ύφος των αθηναίων ρομαντικών της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Με τις συλλογές Ειδύλλια (1884) και Γαλήνη (1902) προσχώρησε στη γενιά του 1880, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα ως το 1930 με τη συλλογή Βραδιάζει, καθώς επίσης διηγήματα και μυθιστορήματα. Πέθανε στην Κηφισιά το 1951. Ο Γεώργιος Δροσίνης εντάσσεται στους ποιητές της νέας Αθηναϊκής Σχολής, κυρίως λόγω της δημοτικής γλώσσας και της απλότητας της έκφρασης της ποίησής του, καθώς και των επιρροών που δέχτηκε από τους παρνασσιστές γάλλους ποιητές και την παρνασσική ποίηση του Παλαμά. Στην πεζογραφία του επηρεασμένος από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, το Νικόλαο Πολίτη και τον ΄Άγγελο Βλάχο, αλλά και από τις σπουδές του στη Γερμανία (υπήρξε δια βίου θαυμαστής των Schiller, Wagner και Goethe), επέλεξε συχνά θέματα από τη ζωή στην ελληνική επαρχία προτάσσοντας μια ειδυλλιακή αντιμετώπισή της. Τοποθετείται έτσι στην πρώτη φάση της ηθογραφικής πεζογραφίας στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γεώργιου Δροσίνη βλ. Αγγελάτος Δημήτρης, «Δροσίνης Γεώργιος», Παγκόσμιιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Κατσή - Χρυσογέλου ΄Αννα, «Γεώργιος Δροσίνης» , Η παλαιότερη πεζογραφία μας·Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900). Αθήνα Σοκόλης, 1997, Μαυροειδή - Παπαδάκη Σοφία, «Δροσίνης Γεώργιος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Μερακλής Μ.Γ., «Γεώργιος Δροσίνης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.304-307. Αθήνα, Σοκόλης, 1977. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Εφταλιώτης, Αργύρης
Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1849-1923) (ψευδώνυμο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη) γεννήθηκε στο Μόλυβο της Λέσβου, γιος του δασκάλου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη. Στη γενέτειρά του πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια του και πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο ιδιωτικό σχολείο του πατέρα του. Το 1866 πέθανε ο πατέρας του και ο δεκαεφτάχρονος τότε Αργύρης ανέλαβε να συνεχίσει τη διδασκαλία των συμμαθητών του ως το τέλος της χρονιάς. Το 1866 ξενιτεύτηκε λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Εργάστηκε αρχικά στην Πόλη, κοντά στον τραπεζίτη αδερφό της μητέρας του και κατόπιν στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Πάλλη και τον Δ.Π.Πετροκόκκινο και εντάχτηκε στον πυρήνα του δημοτικιστικού κινήματος. παράλληλα υπήρξε ενεργό μέλος του ελληνικού φιλολογικού συλλόγου Λόγιος Ερμής του Μάντσεστερ, πραγματοποίησε ομιλίες, μελέτησε τους αρχαίους έλληνες κλασικούς, καθώς επίσης άγγλους και γάλλους λογοτέχνες και μπήκε σε λόγιους και λογοτεχνικούς κύκλους. Η εμπορική του σταδιοδρομία στην Αγγλία υπήρξε επιτυχημένη και σύντομα άνοιξε κατάστημα με τη δική του επωνυμία. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 1870-1880 προσλήφθηκε στον εμπορικό οίκο των αδελφών Ράλλη και εγκαταστάθηκε στο Λίβερπουλ. Εκεί παντρεύτηκε την Ελισσάβετ Γκράχαμ. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας και στη Βομβάη των Ινδιών με έξι ενδιάμεσες επισκέψεις στην Ελλάδα ως το τέλος της ζωής του. Το 1891 επισκέφτηκε το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Ψυχάρη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κλονίστηκε η ψυχική υγεία του και αποσύρθηκε στο Cab d΄ Antibes της Γαλλίας, όπου πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων. Η είσοδος του Εφταλιώτη στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1869 με μεταφράσεις ποιημάτων και συγγραφή πρωτοτύπων ποιητικών έργων σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως η Ελληνική Βιβλιοθήκη. Ακολούθησαν μεταφράσεις έργων των Μπάιρον και Μακώλεϋ. Το 1889 με προτροπή του Αλέξανδρου Πάλλη που στάθηκε στενός φίλος και πνευματικός οδηγός του πήρε μέρος στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Τραγούδια ξενιτευμένου, που τιμήθηκε με έπαινο. Τον επόμενο χρόνο πήρε ξανά μέρος στον ίδιο διαγωνισμό με τις συλλογές Ο καθρέφτης του πύργου μου και Αγάπης λόγια, δε βραβεύτηκε ωστόσο, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση μεταξύ άλλων και του Παλαμά, ο οποίος επαίνεσε το έργο του Εφταλιώτη, απέδωσε την αδικία κατά του ποιητή στο ότι η γλώσσα του ήταν δημοτική και εναντιώθηκε στον τότε εισηγητή της κριτικής επιτροπής του Φιλαδέλφειου Άγγελο Βλάχο. Ο Εφταλιώτης συνέχισε να γράφει ποιήματα, όχι όμως συστηματικά. Από το 1891 στράφηκε συστηματικά προς την πεζογραφία, καλλιεργώντας τη δημοτική γλώσσα και εμμένοντας θεματικά στον πόνο της ξενιτιάς και τη λαχτάρα των ξενιτεμένων για την πατρίδα. Το πιο χαρακτηρηστικό πεζογράφημά του είναι οι Νησιώτικες ιστορίες, που εκδόθηκαν το 1894 και αποτελούν συλλογή ηθογραφικών διηγημάτων που δημοσίευε από το 1889 στην Εστία. Το 1900 εξέδωσε τη Μαζώχτρα και το Βουρκόλακα το μοναδικό θεατρικό έργο του (εμπνευσμένο από το τραγούδι Του νεκρού αδελφού και με στόχο την ανανέωση της νεοελληνικής δραματουργίας με θέματα από τη σύγχρονη ιστορία). Στη Μαζώχτρα ο Εφταλιώτης αποπειράται ένα πέρασμα από την απλή ηθογραφία στην ψυχογραφική διείσδυση. Έγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα το Ο Μανόλης ο Ντελμπεντέρης. Παράλληλα από το 1892 ασχολήθηκε με τη διδακτική πεζογραφία και τις ιστορικές μελέτες, εκδίδοντας την Ιστορία της Ρωμιοσύνης (1901) και τα Ιστορικά ξεγυμνώματα (1908). Το 1914 ξεκίνησε να μεταφράζει την Οδύσσεια του Ομήρου, έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο λόγω του θανάτου του. Τη συνέχισή του (ραψωδίες φ΄ - ω΄) ανέλαβε ο Νικόλαος Ποριώτης. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αργύρη Εφταλιώτη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Εφταλιώτης Αργύρης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Θωμαΐδου- Μώρου Μάρθα , «Εφταλιώτης Αργύρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Μερακλής Μ.Γ., «Αργύρης Εφταλιώτης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογ

Καμπούρογλου, Δημήτριος Γ.
Δημήτριος Καμπούρογλου (1852-1942). Ο Δημήτριος Καμπούρογλου γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του κωνσταντινουπολίτη Γρηγορίου Καμπούρογλου, λόγιου και ιδρυτή της πρώτης εθνικής θεατρικής σκηνής στη χώρα μας, και της Μαριάννας το γένος Σωτηριανού - Γέροντος από την Αθήνα. Μεγάλωσε σε υψηλό πνευματικό περιβάλλον, καθώς και η μητέρα του ήταν εξαιρετικά μορφωμένη για την εποχή. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και άσκησε στη δικηγορία για δεκαπέντε χρόνια. Στη συνέχεια εργάστηκε στο δημόσιο τομέα [Πρωτοδικείο Αθηνών (1872-1873), Αρχαιολογική Εταιρεία, Εθνική Βιβλιοθήκη, της οποίας διετέλεσε και διευθυντής (1904-1917)]. Ασχολήθηκε παράλληλα με τη δημοσιογραφία. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του συγκέντρωσε ιστορικό και χρονογραφικό υλικό για την Αθήνα, επανέκδωσε το ιδρυμένο από τον πατέρα του περιοδικό Εβδομάς, του οποίου ανέλαβε και τη διεύθυνση (1884-1886) και κυκλοφόρησε το λαογραφικό περιοδικό Δίπυλον (1910-1912). Τιμήθηκε με το κρατικό Αριστείο των Γραμμάτων (1923) και υπήρξε μέλος (από το 1927) και πρόεδρος (1934) της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1932 γιόρτασε τα πενήντα χρόνια της φιλολογικής του δραστηριότητας στο σύλλογο Παρνασσός. Πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1872, φοιτητής ακόμη, με την υποβολή της κωμωδίας του Ευσυνειδησία και Ασυνειδησία στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό, στον οποίο βραβεύτηκε τον επόμενο χρόνο για την ποιητική συλλογή Η φωνή της καρδιάς μου. Ακολούθησαν πολλές δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων του, με τα οποία κάλυψε πολλούς τομείς του γραπτού λόγου. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της λεγόμενης γενιάς του 1880. Στο σύνολο του έργου του κυριαρχεί η πρόθεσή του να καταγράψει την ιστορία της Αθήνας, για την οποία έτρεφε βαθιά αγάπη, και να αναδείξει μέσω του λόγου του την αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού στο πέρασμα των αιώνων. Για το λόγο αυτό στράφηκε τόσο στην ιστορική και λαογραφική μελέτη του παρελθόντος, κυρίως της περιόδου της τουρκοκρατίας, όσο και στην παρατήρηση της σύγχρονής του πραγματικότητας με έμφαση στα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Στον τομέα της γλώσσας κινήθηκε στα πλαίσια μιας συγκρατημένης δημοτικιστικής έκφρασης. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημήτριου Καμπούρογλου βλ. Γιάκος Δημ., «Καμπούρογλους Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μερακλής Μ.Γ., «Δημήτριος Καμπούρογλου», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.194-197. Αθήνα, Σοκόλης, 1977, Παπαγεωργίου Κώστας Γ., «Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖʼ (1880-1900), σ.52-69. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Σολωμού Αλίκη, «Καμπούρογλου Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Σπεράντσας Σ.Γ., «Καμπούρογλου Δημήτριος Γρ.», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 13. Αθήνα, Πυρσός, 1933. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Λυκούδης, Εμμανουήλ
Εμμανουήλ Λυκούδης (1849-1925). Ο Εμμανουήλ Λυκούδης γεννήθηκε στο Ναύπλιο, γιος του κερκυραίου Στυλιανού Λυκούδη και της Μαρίας το γένος Κυδωνάκη-Καλλέργη. Είχε έναν αδερφό τον Πέτρο, μετέπειτα αξιωματικό του μηχανικού και εφευρέτη του λυόμενου πολυβόλου. Μαθήτευσε σε σχολεία της Χαλκίδας και του Πειραιά και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ (1872). Ακολούθησε το δικαστικό κλάδο και υπηρέτησε διαδοχικά στην Ερμούπολη, την Άμφισσα και τέλος στο εφετείο Αθηνών, ενώ υπήρξε επίσης κρατικός νομικός σύμβουλος από το 1896 ως το 1905. Μετά την παραίτησή του από το δημόσιο τομέα άσκησε τη δικηγορία ως το 1917, ενώ διατήρησε ως το τέλος της ζωής του τη θέση του νομικού συμβούλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Στο χώρο της πολιτικής ήταν οπαδός του Χαριλάου Τρικούπη, μετά από πρόταση του οποίου το 1890 πήρε μέρος στη σύνταξη του σερβικού εκλογικού συστήματος με βάση την ελληνική αντίστοιχη νομοθεσία. Πραγματοποίησε οικονομικές και νομικές μελέτες και ήταν μέλος και πρόεδρος (το 1875) του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσός. Ως αρθρογράφος και επιφυλλιδογράφος συνεργάστηκε κατά την τελευταία δεκαετία του προηγούμενου αιώνα με τα αθηναϊκά περιοδικά Εθνικόν Ημερολόγιον του Κ.Φ.Σκόκου, Εστία, Εθνική Αγωγή, το ημερολόγιο του Γεωργίου Δροσίνη Νέα Ελλάς, τις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολις και Εστία, ενώ τις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας δημοσίευσε κείμενά του στα Παναθήναια, το Περιοδικόν μας, το Νουμά, την Εθνική Ζωή, τη Νέα Τέχνη, τις εφημερίδες Αθήναι και Σημαία (Πειραιά), το Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος. Στα ίδια έντυπα βρίσκεται δημοσιευμένο και το μεγαλύτερο μέρος του αφηγηματικού του έργου, μέρος του οποίου αποφάσισε να εκδώσει κατά τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Τιμήθηκε με το Εθνικόν Αριστείον των Γραμμάτων και των Τεχνών (1823). Παντρεύτηκε τη Δήμητρα Μπάλτση, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Πέθανε στην Αθήνα από αρρώστια του ουροποιητικού συστήματος, η οποία τον ταλαιπώρησε αρκετά χρόνια. Ο Εμμανουήλ Λυκούδης ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της λεγόμενης λογοτεχνικής γενιάς του 1880. Στο θέμα της γλώσσας η στάση του ήταν μετριοπαθής· άφησε κείμενα στη δημοτική, στην καθαρεύουσα, ενώ στο τέλος της ζωής του διατύπωσε τη θεωρητική του προτίμηση προς τη σε μικτή γλώσσα (καθαρεύουσα στα αφηγηματικά μέρη, καθομιλουμένη στα διαλογικά). Το έργο του κινείται στα ευρύτερα πλαίσια της ελληνικής ηθογραφικής παραγωγής, με τη διαφορά πως τοποθετεί τη δράση των έργων του σε αστικό περιβάλλον. Χαρακτηριστική στο έργο του είναι η κυριαρχία των ανθρωπιστικών αισθημάτων, της συμπάθειας του συγγραφέα προς τους ήρωές του και του πεσιμιστικού πνεύματος, που αγγίζει κάποτε τα όρια του μελοδραματισμού, αποδυναμώνοντας κάποιες υπαρκτές νύξεις κοινωνικής κριτικής. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Εμμανουήλ Λυκούδη βλ. Αθήνη Στέση, «Εμμανουήλ Σ. Λυκούδης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900), σ.10-28. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Β[ελλιανίτης] Θ[εόδωρος], «Λυκούδης Εμμανουήλ Σ.», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 16. Αθήνα, Πυρσός, 1931, Γιάκος Δημήτρης, «Λυκούδης Εμμανουήλ», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Καλαντζοπούλου Βίκυ, «Λυκούδης Εμμανουήλ», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929). Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης γεννήθηκε στη Σκιάθο, πρωτότοκος γιος ανάμεσα σε επτά αδέρφια. Ο πατέρας του, ξάδερφος της μητέρας του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, καταγόταν από αρχοντική οικογένεια του Μυστρά και η μητέρα του από ιερατική οικογένεια της Σκιάθου. Στη Σκιάθο τέλειωσε το δημοτικό σχολείο και το 1871 αποφοίτησε από το Βαρβάκειο γυμνάσιο στην Αθήνα σε ηλικία εικοσιενός ετών. Λόγος της καθυστέρησης ήταν η απουσία της τρίτης τάξης του γυμνασίου από τη Σκιάθο που σε συνδυασμό με την οικονομική ανέχεια της οικογένειάς του τον ανάγκασε να περιμένει αρκετά πριν το ταξίδι του στην Αθήνα. Ένα χρόνο αργότερα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών από όπου αποφοίτησε δέκα χρόνια αργότερα (1881). Από το 1872 υπήρξε μέλος του Παρνασσού, όπου γνώρισε τους εκδότες Δημήτριο Κορομηλά και Βλάση Γαβριηλίδη. Με τη βοήθειά τους ξεκίνησε η ενασχόλησή του Μωραϊτίδη με τη δημοσιογραφία. Από το 1880 και για είκοσι χρόνια εργάστηκε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Το 1901 παντρεύτηκε τη Βασιλική Φουλάκη, με την οποία αποφάσισαν να ζήσουν εν παρθενία. Από το 1907 ο Μωραϊτίδης εγκατέλειψε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική του δραστηριότητα και μετά το θάνατο της Βασιλικής (1914) αποτραβήχτηκε από τα εγκόσμια και ασχολήθηκε μόνο με τη συγγραφή και μετάφραση θεολογικών κειμένων ως το 1919, οπότε πείστηκε από το δημοσιογράφο Στέφανο Δάφνη να τυπώσει τον πρώτο τόμο των διηγημάτων του. Το 1914 τιμήθηκε με το Αριστείο των γραμμάτων και των Τεχνών. Το 1828 αναγορεύτηκε πρόσεδρο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Λίγο πριν το θάνατό του έγινε μοναχός και άλλαξε το όνομά του σε Ανδρόνικος. Πέθανε το 1929. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1872 με το (θωρούμενο ως χαμένο) δράμα "Μιχαήλ Κομνηνός. Δεσπότης της Ηπείρου" που βραβεύτηκε στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό. Ένα χρόνο αργότερα παρουσίασε τη μετάφραση του ποιήματος "Η Βερενίκης κόμη" από τα λατινικά (1873). Το 1874 ανέλαβε τη δημοσίευση των πρακτικών της Ελληνικής Βουλής στην "Εφημερίδα", ενώ παράλληλα διακωμωδούσε την πολιτική κίνηση από τις στήλες της σατιρικής εφημερίδας "Αγορά", την οποία εξέδιδε ο ίδιος. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε το θεατρικό έργο "Βάρδας Καλλέργης" και ακολούθησε δυο χρόνια αργότερα "Η καταστροφή των Ψαρών", που βραβεύτηκε στο Νικοδήμειο διαγωνισμό και το ιστορικό μυθιστόρημα "Δημήτριος ο πολιορκητής". Από το 1874 και ως το 1881 δημοσίευσε ποιήματα θεατρικά μονόπρακτα αλλά και κριτικά άρθρα στο "Μη χάνεσαι" και σε ημερολόγια της εποχής. Το 1875 δημοσιεύτηκε στο "Αθηναϊκόν Ημερολόγιον" του Δημητρίου Κορομηλά η κωμωδία του "Τις πταίει" και το 1876 η κωμωδία "Τα δύο δόμινα". Πήρε μέρος στο Λασσάνειο δραματικό διαγωνισμό το 1889 και το 1896 με τα έργα "Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως" και "Χαμάρετος" αντίστοιχα. Από το 1880 ως το 1907 δημοσίευσε σε εφημερίδες και περιοδικά διηγήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις που εκδόθηκαν με τίτλους "Διηγήματα" και "Με του βορηά τα κύματα", σε δύο εξάτομες συλλογές. Ο Μωραϊτίδης δοκίμασε τις δυνατότητές του στην ποίηση, την πεζογραφία, το θέατρο, τη μετάφραση και το δοκίμιο. Η ποιητική του παραγωγή είναι μικρή σε έκταση και περιλαμβάνει λυρικά και θρησκευτικά ποιήματα, γραμμένα στη δημοτική (τα νεανικά του) και την καθαρεύουσα (εκείνα της ωριμότερης περιόδου της ζωής του). Για το θέατρο έγραψε αρχικά κωμωδίες και εν συνεχεία πέρασε στο χώρο της μίμησης της σαικσπηρικής γραφής. Ωστόσο στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας ο Μωραϊτίδης κατέχει κυρίως θέση διηγηματογράφου. Τα διηγήματά του εντάσσονται στο χώρο της ηθογραφίας και κυριαρχούνται από πνεύμα έντονης θρησκευτικότητας και αγάπης για τη φύση. Η γλώσσα τους είναι περίτεχνη καθαρεύουσα, με εξαίρεση τα διαλογικά μέρη. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη βλ. Άγρας Τέλλος, "Μωραϊτίδης Αλέξανδρος", Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 17. Αθήνα, Πυρσός, 1931 (τώρα και στον τόμο Τέλλος Άγρας Κριτικά Τόμος τρίτος· Μορφές και κείμενα της πεζογραφίας· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ.3004-305. Αθήνα, Ερμής, 1984), Αργυρίου Αλεξ., "Μωραϊτίδης Αλέξανδρος", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987, Γιάκος Δημήτρης, "Μωραϊτί

Παλαμάς, Κωστής
Ο Κωστής Παλαμάς ήταν απόγονος μιας παλαιάς οικογένειας που εμφανίσθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Γενάρχης της υπήρξε ο Παναγιώτης Παλαμάρης. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859. Σε ηλικία 7 χρονών έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς. Σε ηλικία μόλις 16 χρονών αρχίζει σπουδές νομικής, ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του. Το 1876 έρχεται στην Αθήνα όπου και γράφεται στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Γρήγορα όμως θα εγκαταλείψει τη Νομική, και έτσι αποφασίζει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Παρά το ότι θα ασχοληθεί με τη ΝΕΑ ελληνική λογοτεχνία, το πρώτο του έργο, που θα δημοσιευτεί το 1876 με τίτλο "Ερώτων ΄Eπη" θα γραφτεί σε υπερκαθαρεύουσα. Το 1886 θα κυκλοφορήσει η πρώτη του συλλογή στη δημοτική και το 1889 δημοσιεύεται ένα από τα καλύτερα έργα του, ο "Ύμνος της Αθηνάς", ο οποίος θα βραβευτεί στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό. Αυτό είναι και το πρώτο του βραβείο. Εισηγητής του διαγωνισμού αυτού ήταν ο Νικόλαος Πολίτης. Το 1892 δημοσιεύει τη συλλογή "Τα μάτια της ψυχής μου", η οποία βραβεύτηκε και αυτή, το 1890. Το 1897 γίνεται γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δουλειά για την οποία αμοιβόταν αρκετά καλά, και έτσι απέκτησε την οικονομική άνεση για να συνεχίσει το έργο του. ΄Ενα χρόνο αργότερα, το 1898, δημοσιεύει δύο ποιητικές συλλογές, το "΄Αστυ" και τον "Τάφο". Ακολουθεί μια περίοδος έμπνευσης και ο Παλαμάς γράφει το 1900 τους "Χαιρετισμούς της Ηλιογέννητης", το 1904 την "Ασάλευτη Ζωή", το 1907 τον "Δωδεκάλογο του Γύφτου", το 1910 την "Φλογέρα του Βασιλιά" και το 1919 "Τα Δεκατετράστιχα", τα οποία δημοσιεύονται και στην Αλεξάνδρεια. Το 1925 παίρνει το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και με την ίδρυση της Ακαδημίας των Αθηνών γίνεται και ένα από τα βασικά στελέχη της. Το 1928 δημοσιεύει τους "Δειλούς και σκληρούς στίχους" (Σικάγο) και το 1930 ή, κατά άλλους, το 1931 γίνεται πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 3 Μαρτίου του 1851 και ήταν γιος του ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ και της Αγγελικής κόρης Αλεξ. Μωραϊτίδη. Τελείωσε το δημοτικό και τις δύο πρώτες τάξεις του ελληνικού σχολείου στη Σκιάθο. Φοίτησε σε σχολείο της Σκοπέλου, του Πειραιά και τελικά πήρε απολυτήριο Γυμνασίου από το Βαρβάκειο το 1874. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ΄ όπου όμως ποτέ δεν αποφοίτησε, ενώ γράφει το πρώτο λυρικό του ποίημα για τη μητέρα του. Έμαθε αγγλικά και γαλλικά μόνος του. Για να ζήσει έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και δημοσίευε κείμενα και μεταφράσεις στις εφημερίδες. Τον Ιούλιο του 1872 ακολούθησε το μοναχό Νήφωνα στο Άγιο Όρος, όπου έμεινε μερικούς μήνες, αλλά διαπίστωσε ότι δεν του ταίριαζε το μοναχικό σχήμα. Ωστόσο δεν έλειπε ποτέ από τον κυριακάτικο εκκλησιασμό στον Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι, όπου έψελνε ως δεξιός ψάλτης. Το 1879 δημοσιεύει το μυθιστόρημα η "Μετανάστις" στην εφημερίδα "Νεόλογος". Το 1882 άρχισε να δημοσιεύει το μυθιστόρημά του "Οι έμποροι των Εθνών" στην εφημερίδα "Μη χάνεσαι". Το 1884 άρχισε να δημοσιεύει στην "Ακρόπολη" το μυθιστόρημά του "Γυφτοπούλα", όπου από το 1892 ως το 1897 εργάζεται ως τακτικός συνεργάτης. Από το 1902 ως το 1904 μένει στη Σκιάθο απ΄ όπου δημοσιεύει τη "Φόνισσα". Το έργο του περιλαμβάνει περίπου 180 διηγήματα και νουβέλες που αναφέρονται στις φτωχές τάξεις της Αθήνας και της Σκιάθου και ελάχιστα ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Στις 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στον "Παρνασσό" η 25ετηρίδα του στα ελληνικά γράμματα, υπό την προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Αμέσως μετά επιστρέφει στην πατρίδα του όπου και μένει ως το τέλος της ζωής του. Πεθαίνει το ξημέρωμα της 3ης Ιανουαρίου του 1911 από πνευμονία.

Πολυλάς, Ιάκωβος
Ιάκωβος Πολυλάς (1825-1896). Ο Ιάκωβος Πολυλάς γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1825, γιος του νομικού και λόγιου Γεώργιου Πολυλά, ο οποίος πέθανε όταν ο Ιάκωβος ήταν έξι ετών, και της Ελένης το γένος Νικολάου Βούλγαρη. Η οικογένειά του ανήκε στις παλιές οικογένειες της Κέρκυρας με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Η μητέρα του ήταν μορφωμένη και του δίδαξε τα πρώτα γράμματα, καθώς και ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά) και αρχαία ελληνικά. Σημαντική για την πορεία του Πολυλά στάθηκε η μακρόχρονη σχέση του Σολωμού με την οικογένειά του. Το 1847 παντρεύτηκε την ευγενικής καταγωγής Αιμιλία Σορδίνα. Λόγω της αδύναμης υγείας της συζύγου του ο Πολυλάς αναγκάστηκε το 1852 να φύγει μαζί της για τη Νάπολη, όπου και έμειναν ως το 1852. Εκεί ξεκίνησε η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία. Το 1857 η Αιμιλία πέθανε σε ηλικία εικοσιεννέα χρόνων και ο Πολυλάς επέστρεψε στην Κέρκυρα. Η ίδια χρονιά σημαδεύτηκε από το θάνατο του Σολωμού και ο Πολυλάς εκφώνησε νεκρώσιμο λόγο στην κηδεία του. Από το 1857 ως το 1862 εργάστηκε στην Κέρκυρα ως βιβλιοφύλακας της Δημόσιας Βιβλιοθήκης. Το 1860 εκλέχτηκε γραμματέας της φιλολογικής εταιρείας Ιόνιος Εταιρεία. Την ίδια περίοδο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στις πολιτικές διεργασίες για την Ένωση της Επτανήσου με το ελληνικό κράτος. Ίδρυσε τον πολιτικό σύλλογο Αναγέννησις και εξέδωσε την ομώνυμη εφημερίδα, προβάλλοντας την αναγκαιότητα της Ένωσης και μετά την πραγματοποίησή της την ολοκληρωτική διοικητική αφομοίωση της Επτανήσου στο ελληνικό βασίλειο. Το 1871 ίδρυσε τον πολιτικό σύλλογο και την εφημερίδα Ρήγας Φεραίος και κατόπιν τη σατιρική Κώδων. Διετέλεσε βουλευτής Κέρκυρας στην κυβέρνηση του Χαριλάου Τρικούπη την περίοδο 1869-1879 και μετά από διαφωνίες του με τον τελευταίο προσχώρησε στο κόμμα του Δεληγιάννη ως το 1890. Επέστρεψε κατόπιν στην παράταξη του Τρικούπη δρώντας στην Κέρκυρα. Αποσύρθηκε από την πολιτική το 1892 και αφοσιώθηκε στη συγγραφή. Πέθανε στην Κέρκυρα. Η πρώτη εμφάνιση του Πολυλά στη λογοτεχνία πραγματοποιήθηκε το 1855 με την έκδοση της μετάφρασής του της Τρικυμίας του Σαίξπηρ. Το 1891 δημοσίευσε το διήγημα Ένα μικρό λάθος στην Εστία και το 1892 το Η Συγχώρεσις. Η πορεία του σφραγίστηκε από τη γνωριμία του με το Σολωμό, με προτροπή του οποίου μελέτησε γερμανική λογοτεχνία και για τον οποίο μετέφρασε έργα των Γκαίτε, Σίλλερ και Χέγκελ, κερδίζοντας παράλληλα ο ίδιος από το φιλτράρισμα του γερμανικού ιδεαλισμού μέσω της διάνοιας του Σολωμού. Σημαντική προσφορά του στάθηκε η πρώτη έκδοση των Ευρισκομένων του Σολωμού και τα προλεγόμενά της, καθώς και η συστηματική του προσπάθεια για δημιουργία μιας δημοτικής γλώσσας, ικανής να εκφράσει ανώτερες έννοιες και υψηλά ιδανικά. Μετέφρασε Σαίξπηρ (Τρικυμία, Άμλετ), Όμηρο (Οδύσσεια και Ιλιάδα), έγραψε τέσσερα ποιήματα και τρία διηγήματα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ιάκωβου Πολυλά βλ. Άγρας Τέλλος, «Πολυλάς Ιάκωβος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 20. Αθήνα, Πυρσός, 1933, Κωστίου Κατερίνα, «Πολυλάς Ιάκωβος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Πολυκανδριώτη Ράνια, «Ιάκωβος Πολυλάς», Η παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση Ζ΄ (1880-1900), σ.146-162. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Περιστέρης Παναγιώτης, «Χρονολόγιο Ιάκωβου Πολυλά», Πόρφυρας 84-85, 1-3/1998, σ.144-145 και Φαρμάκης Φρ., «Πολυλάς Ιάκωβος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Ραγκαβής, Αλέξανδρος Ρίζος
Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809 - 1892). Ο Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής γιος του Ιάκωβου Ρίζου-Ραγκαβή γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1809, έζησε όμως από το 1813 ως το 1821 στην Αυλή του Αλεξάνδρου Σούτσου στο Βουκουρέστι και από το 1821 ως το 1825 στη Ρωσία. Πατέρας του ήταν ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής. Από το 1825 ως το 1829 σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Μονάχου με υποτροφία του Βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου του Α΄ και αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού. Με το βαθμό αυτό υπηρέτησε για βραχύ χρονικό διάστημα στον ελληνικό στρατό αλλά σύντομα παραιτήθηκε και ασχολήθηκε με την πολιτική. Το 1832 επί κυβερνήσεως Ι.Κωλέττη διορίσθηκε σύμβουλος στο υπουργείο Παιδείας, όπου υπουργός ήταν ο θείος του Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός. Από τη θέση αυτή οργάνωσε τη λειτουργία του πρώτου πανεπιστημίου στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, καθώς επίσης της μέσης και ανώτερης εκπαίδευσης . Οργάνωσε επίσης την Αρχαιολογική Εταιρεία, της οποίας ήταν γραμματέας ως το 1850 και την Αρχαιολογική Εφημερίδα, όπου δημοσίευσε διάφορα άρθρα. Το 1837 δημοσίευσε δύο τόμους με Μαθηματικά προβλήματα ένα τόμο με ποιήματα και την τραγωδία Κυρα Φροσύνη. Το 1839 παντρεύτηκε την αγγλίδα Καρολίνα Σκην. Το 1841 έγραψε μαζί με τον Ανδρέα Κορομηλά το εγχειρίδιο Ελληνική Χρηστομάθεια για το ομώνυμο σχολικό μάθημα. Το 1842 διορίστηκε σύμβουλος του Ι.Χρηστίδη, τότε υπουργού Εσωτερικών και από τη θέση αυτή συνέταξε διάφορα νομοσχέδια. Την ίδια χρονιά άρχισε να εκδίδει τη Συλλογή των ελληνικών αρχαιοτήτων. Το 1844 η εφαρμογή του νόμου περί αυτοχθόνων προκάλεσε παύση του από τα υπουργικά του καθήκοντα και ο Ραγκαβής διορίστηκε καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο. Το 1845 δημοσίευσε την κωμωδία Του κουτρούλη ο γάμος, η οποία μεταφράστηκε στα γερμανικά και συνοδεύτηκε από μουσική του καθηγητή του παρισινού ωδείου Δανχάουζερ. Το 1847 εξέδωσε το περιοδικό Ευτέρπη μαζί με τον Γρηγ.Καμπούρογλου. Το 1849 ξεκίνησε την έκδοση του περιοδικού Πανδώρα σε συνεργασία με τους Ν.Δραγούμη και Κ.Παπαρρηγόπουλο. Στην Πανδώρα δημοσιεύτηκαν πολλά διηγήματα του Ραγκαβή. Την ίδια εποχή δημοσίευσε σε τόμους τον Αυθέντη του Μωρέως, που μεταφράστηκε στα γερμανικά και γαλλικά. Το 1850 ταξίδεψε στην Αγγλία για οικογενειακούς λόγους. Από το 1853 ως το 1857 και ενώ μαινόταν ο Κριμαϊκός πόλεμος ο Ραγκαβής μαζί με τους Νικόλαο Δραγούμη, Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, Μάρκο Ρενιέρη και Ιωάννη Σούτσο εξέδωσε το γαλλόφωνο περιοδικό Spectateur de l΄ Orient, το οποίο υπηρέτησε τα ελληνικά δίκαια. Το 1855 οργάνωσε τις αρχαιολογικές ανασκαφές στο Ηραίο του Άργους. Κατόπιν επέστρεψε στην Αθήνα και εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος. Από το 1856 ως το 1859 διετέλεσε υπουργός εξωτερικών της κυβέρνησης του Δ.Βούλγαρη και επιμελήθηκε της ίδρυσης του Ζαππείου μεγάρου, της ανέγερσης του Αστεροσκοπείου Αθηνών και άλλων έργων. Το 1859 παραιτήθηκε. Το 1862 εξέδωσε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ευνομία και το 1866 δημοσίευσε την Ιστορία της αρχαίας καλλιτεχνίας και το έμμετρο δράμα Οι τριάκοντα τύραννοι. Την ίδια χρονιά αναγορεύτηκε πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1867 διορίστηκε πρεσβευτής της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον και το 1868 διορίστηκε πρεσβευτής στο Παρίσι. Από τις θέσεις αυτές ενίσχυσε σημαντικά την κρητική επανάσταση καθώς και το ζήτημα του Λαυρίου . Συμμετείχε επίσης στις διαδικασίες επανέναρξης των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ ελληνικού και τουρκικού κράτους μετά την κρητική επανάσταση . Το 1873 ξεκίνησε την έκδοση των Απάντων του και τη μετάφραση της Ιερουσαλήμ του Τορκουάτο Τάσσο. Το 1874 διορίστηκε πρεσβευτής στο Βερολίνο, όπου εκπροσώπησε την Ελλάδα, μαζί με τον Θ.Δεληγιάννη σε διεθνές συνέδριο μετά τη λήξη του ρωσοτουρκικού πολέμου. Το 1887 αποσύρθηκε από την πολιτική και έμεινε στην Πλάκα, όπου πέθανε το 1892. Εκτός από τους καρπούς της πολιτικής του δράσης ο Αλέξανδρος Ραγκαβής άφησε και σημαντικό λογοτεχνικό και φιλολογικό έργο. Στις πνευματικές επιδράσεις που δέχτηκε συγκαταλέγονται εκείνες του Σέλιγκ και του Τίρς, των οποίων παρακολούθησε μαθήματα στο Μόναχο, καθώς επίσης του ρομαντικού συγγραφέα Διονυσίου Ταγιαπιέρα (ωστόσο ο Ραγκαβής , για λόγους πολιτικής μάλλον, καταδίκασε το

Ροΐδης, Εμμανουήλ Δ.
O Eμαννουήλ Pοΐδης γεννήθηκε στη Σύρο το 1836. Γιος πλούσιας οικογένειας έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στην Eυρώπη. Tο 1841 εγκαθίσταται στη Γένοβα όπου η φιλελεύθερη επανάσταση του 1848-49 τον σημαδεύει αποφασιστικά στους ιδεολογικούς του προσανατολισμούς. Kατόπιν επιστρέφει στην Eρμούπολη για να φοιτήσει στο ελληνοαμερικανικό λύκειο, αργότερα στο Bερολίνο για να παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας και καταλήγει στη Pουμανία. Aπό το 1864 και μετά ζει μόνιμα στην Aθήνα. Tο 1866 κυκλοφορεί το βιβλίο του "H Πάπισσα Iωάννα" που αφορίζεται από την εκκλησία και προκαλεί τη δικαστική του δίωξη. Πέθανε στην Aθήνα το 1904.

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.