Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη
(Επιλογή κριτικών κειμένων)

Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη
Το βιβλίο αυτό -ανθολογία κριτικών κειμένων- αποτελεί μια συστηματική παρουσίαση των απόψεων της κριτικής για την ποίηση του Καβάφη. Επιλέγοντας τα κείμενα με κριτήρια ιστορικά και αξιολογικά, ο επιμελητής του τόμου φιλοδοξεί να δώσει τόσο στον μελετητή όσο και στον απλό αναγνώστη της Καβαφικής ποίησης την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με τα σημαντικότερα κείμενα της Καβαφικής βιβλιογραφίας, ορισμένα από τα οποία είναι και από τα σημαντικότερα κείμενα της νεοελληνικής κριτικής. Η κατάταξη του υλικού σε χρονικές ενότητες παρέχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει κανείς την εξελικτική πορεία των καβαφικών μελετών. Η ανθολόγηση καλύπτει το χρονικό διάστημα 90 χρόνων (1903-1993) και συμπληρώνεται από μιαν επιλογή βιβλιογραφίας.

25χ17 εκ., 446 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Θεωρία και Κριτική της Λογοτεχνίας
Τόπος έκδοσης: Ηράκλειο Κρήτης
Ταξινόμιση DDC: 889.1 (Νεοελληνική ποίηση - Ερμηνεία και κριτική), 928 (Καβάφης, Κωνσταντίνος Π., 1863-1933)
Άλλα πρόσωπα: Κώστας Μανώλης
ISBN: 978-960-7309-66-2
ISBN (10ψήφιο): 960-7309-66-9
Βάρος: 0.969 κιλά
Έτος Κυκλοφορίας: 2012
Γράψε τη δική σου κριτική
28.00
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

24.92
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Forster, Edward Morgan
Θεωρείται ένας από τους μεγάλους σύγχρονους συγγραφείς της Αγγλίας. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1879 και αποφοίτησε από το Κινγκς Κόλλετζ του Καίμπριτζ το 1897. Εκτός από τα πέντε ονομαστά μυθιστορήματά του ανάμεσα στα οποία το "Χάουαρτνς Έντ" (1910) ο Φόρστερ εξέδωσε άλλα 19 έργα: δύο βιογραφίες, δύο βιβλία από τις εμπειρίες του στην Αλεξάνδρεια, στον 1ο Παγκόσμιο πόλεμο, ένα σενάριο και το λιμπρέττο της όπερας Μπίλυ Μπαντ. Δύο μυθιστορήματά του είναι εμπνευσμένα από την Ιταλία "Εκεί που οι άγγελοι φοβούνται να πατήσουν" (1905) και "Δωμάτιο με θέα" (1908). Το "Πέρασμα στην Ινδία" (1924) πούλησε ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Οι δύο συλλογές διηγημάτων του έχουν για τίτλο "Ουράνια συλλογή" (1911) και "Αιώνια στιγμή" (1928). Στις μελέτες του ανήκουν: "Απόψεις για το μυθιστόρημα" (1927), "Η συγκομιδή του Άμπινγκερ" (1936) και "Δύο ζήτω για τη δημοκρατία" (1951). Πέθανε τον Ιούνιο του 1970.

Yourcenar, Marguerite
Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (φιλολογικό ψευδώνυμο-αναγραμματισμός του επωνύμου της, το πραγματικό της όνομα ήταν Marguerite Ghislaine Cleenewerck de Crayencour), γεννήθηκε στις Βρυξέλλες, στις 8 Ιουνίου του 1903. Η μητέρα της που ήταν βελγίδα πέθανε δέκα ημέρες μετά τον τοκετό. Ο πατέρας της, Γάλλος αξιωματικός, τη μεγάλωσε στη Λιλ, όπου βρισκόταν ο πατρογονικός πύργος του, με ρομαντικές ιστορίες και ταξίδια. Μορφώθηκε κατ΄ οίκον με έμφαση στις ξένες γλώσσες, ζωντανές και νεκρές, όπως τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Ο πατέρας της πέθανε το 1929, την ίδια χρονιά εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα, ο "Αλέξης". Ταξίδεψε στη Μαύρη Θάλασσα, το 1935, με συντροφιά τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Τότε γράφτηκαν οι λυρικές "Φωτιές" (1936) και τα "Διηγήματα της Ανατολής" (1939). Γνωστή και η συνεργασία της με τον Κ. Θ. Δημαρά, το 1939, με αφορμή την ποίηση του Καβάφη που πρώτη αυτή έκανε γνωστό στη Γαλλία με τις μεταφράσεις της και το σχετικό δοκίμιό της. Το 1939 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Το 1947, πήρε την αμερικανική υπηκοότητα, που έμελλε να της προκαλέσει αρκετά προβλήματα στη Γαλλία. Τρία χρόνια αργότερα, αγόρασε και σπίτι σε νησάκι της Πολιτείας του Μέιν, το νησί των "Έρημων Λόφων" (Μάουντ Ντέζερτ). Μεγάλο μέρος της ζωής της η Γουρσενάρ συνέζησε με τη σύντροφο, μεταφράστρια και γραμματέα της Γκρέις Φρικ. Το 1951 εξέδωσε το έργο της "Αδριανού Απομνημονεύματα" με τεράστια εμπορική και κριτική αποδοχή αφού το είχε δουλέψει επί πολλά χρόνια μελετώντας σε βιβλιοθήκες και επισκεπτόμενη πολλά από τα μέρη όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Άλλωστε το έργο της Γιουρσενάρ είναι συνυφασμένο με την ελληνική, ανθρωπιστική αντίληψη. Στα 1968 η "Άβυσσος" ("L΄Oeuvre au noir") θα κερδίσει παμψηφεί το βραβείο Femina. Τέλος "Ο λαβύρινθος του κόσμου Ι: Ευλαβικές αναμνήσεις" (1974), "Ο λαβύρινθος του κόσμου ΙΙ: Αρχεία του Βορρά" (1977) και "Ο λαβύρινθος του κόσμου ΙΙΙ: Τι; Η αιωνιότητα" (1988) συγκροτούν το τρίπτυχο, στο οποίο η συγγραφέας ανακαλεί τις μνήμες της οικογένειάς της και των δικών της παιδικών χρόνων. Το 1980 η Γαλλική Ακαδημία αποφάσισε να σπάσει την παράδοση 345 ετών και να δεχτεί ανάμεσα στους σαράντα "αθανάτους" και μια γυναίκα. Άλλα σημαντικά βιβλία της είναι: "Ο οβολός του ονείρου" (1934), "Χαριστική βολή" (1939), "Ποιος δεν έχει τον Μινώταυρό του;" (1963), "Το στεφάνι και η λύρα" (ανθολογία, 1979), "Μισίμα ή το Όραμα του κενού" (1981), "Σαν το νερό που κυλάει" (1982), "Η σμίλη του χρόνου" (1982). Η Γιουρσενάρ πέθανε στο νησί Μάουντ Ντέζερτ των ΗΠΑ, στις 17 Δεκεμβρίου 1987, σε ηλικία 84 ετών, από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Τέλλος Άγρας (1899 - 1944). Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου) γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, γιος του σχολάρχη Γεωργίου Ιωάννου και της Ειρήνης Βλάχου. Είχε ένα μικρότερο αδερφό το Χρήστο. Το 1899 η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και το 1906 μετακόμισε στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τέλειωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 έγινε συνδρομητής στη Διάπλαση των Παίδων, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία έντεκα μόλις ετών, στη στήλη της αλληλογραφίας. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησε και τα δυο μοναδικά ταξίδια της ζωής του, ένα στην Κάρυστο και ένα στη Χαλκίδα. Από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών της Διάπλασης με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Η πρώτη του ποιητική δημοσίευση ήταν ο Βράχος. Το 1912 γράφτηκε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα, μένοντας στο σπίτι της αδερφής της μητέρας του Αριστέας Βλάχου ως το 1925 που η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο της θείας του ο Άγρας κράτησε το μικρό σπίτι της ως ερημητήριο. Η συνεργασία του με τη Διάπλαση των Παίδων συνεχίστηκε συστηματικά και ο συνολικός όγκος των νεανικών δημοσιευμάτων του υπήρξε πολύ μεγάλος. Το 1914 ο Ξενόπουλος σχεδίαζε να κάνει τον Άγρα τακτικό συνεργάτη του περιοδικού, τα σχέδιά του αναβλήθηκαν όμως με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (πραγματοποιήθηκαν τελικά το 1916). Το 1916 τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1923). Η πρώτη επίσημη παρουσία του στις στήλες της Διάπλασης σημειώθηκε το Μάη του ίδιου χρόνου με το πεζογράφημα Αποχαιρετισμός. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Λύρα, Βωμός, Νέοι κ.α. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό και στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Λονδίνου Εσπερία. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και εξέδωσε τη μετάφραση των Στροφών του Jean Moreas, ενώ το 1926 πραγματοποίησε και δεύτερη έκδοση μεταφράσεων από το έργο του Moreas με μια μελέτη για την ποίηση του γαλλόφωνου έλληνα ποιητή και μια για τη λογοτεχνική μετάφραση. Από το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Έγραφε στη Νέα Εστία από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της και έγινε γρήγορα αρχισυντάκτης της (παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία το 1932 και το 1936 ανέλαβε τη στήλη της αλληλογραφίας), ενώ δημοσίευσε επίσης κείμενά του στα Γράμματα, τη Νέα Ζωή, την Αλεξανδρινή Τέχνη (και τα τρία περιοδικά της Αλεξάνδρειας), το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου και σε πολλά άλλα έντυπα. Το 1928 έγινε συνεργάτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με τίτλο Τα βουκολικά και τα εγκώμια. Ακολούθησε (1939) η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Καθημερινές (1923-1930), που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο ενώ τα Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας (1929-1944) εκδόθηκαν μόλις το 1966. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και ο Άγρας μετακόμισε με τη μητέρα του στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Οι κακουχίες της γερμανικής κατοχής αποδυνάμωσαν περισσότερο την ήδη ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Τη μέρα της Απελευθέρωσης χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο. Μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου πέθανε το Νοέμβρη του 1944. Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτ

Ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης (Αλεξάνδρεια, 1890 - Annecy Γαλλίας, 1947), ήταν αιγυπτιώτης ποιητής και αναρχικός διανοούμενος κρητικής καταγωγής. Σπούδασε γαλλική λογοτεχνία και θετικές επιστήμες στο Παρίσι. Από το καλοκαίρι του 1912 έως την άνοιξη του 1913 έζησε στο Βιαρέτζιο (Viarezzio) της Ιταλίας, όπου συνδέθηκε με τους Ιταλούς αναρχικούς. Επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια ασχολήθηκε με φιλολογικές μελέτες, έγραψε μια κριτική για το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη ("Το έργο του Κ. Π. Καβάφη", ελλ. έκδ. Ίκαρος, 1975), έκανε μεταφράσεις (μεταξύ των οποίων και κειμένων των θεωρητικών του αναρχισμού), δημοσίευσε ελληνόγλωσσα κείμενα στην ιταλική αναρχική εφημερίδα του Καΐρου "Idea" ("Ιδέα") και εξέδωσε το περιοδικό "Γράμματα". Στο κείμενό του "Η ατομική επανάστασις" (1914) τόνιζε πως "τίποτε δεν χαρακτηρίζει ασφαλέστερα την μετριότητα, όσο το να μην έχη κανείς ποτέ θεωρηθή ως επικίνδυνος και στασιαστής". Πέρασε το καλοκαίρι του 1915 στο Παρίσι, επέστρεψε για λίγο στην πατρίδα του, όπου για λογαριασμό του περιοδικού "Γράμματα" οργάνωσε πολιτικές διαλέξεις στην Λαϊκή Βιβλιοθήκη Αλεξάνδρειας και έκανε μεταφράσεις διαφόρων κλασικών έργων των θεωρητικών του Αναρχισμού, εκ των οποίων το "Ζωϊκότητα και ανθρωπότητα" του Μπακούνιν, που πρωτοεκδόθηκε το 1917. Ανάμεσα στο 1918 και το 1919 έζησε στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε με το περιοδικό "Βωμός". Το 1920 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε έως το 1926. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Γαλλία, μέχρι τον θάνατό του από δυστύχημα, στις 19 Δεκεμβρίου 1947, στο Annecy. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δημοσίευσε πολλά κείμενα του σε γαλλικά λογοτεχνικά περιοδικά, συνήθως με το ψευδώνυμο "Philetas". Σ΄ αυτή την περίοδο ανήκει και το κείμενό του "Η ελληνικότης του έργου του Καβάφη" (1928).

Δασκαλόπουλος, Δημήτρης, 1939- , ποιητής/βιβλιογράφος
Γεννήθηκε το 1939 στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Από το 1962 ως τη συνταξιοδότησή του, το 1996, εργάστηκε ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα. Κατά το διάστημα 1984-1996 είχε αναλάβει την έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού της Τράπεζας, "Εμείς", και την τελευταία δεκαπενταετία της υπηρεσίας του ήταν υπεύθυνος του Τομέα Εκδόσεων & Ιστορικού Αρχείου της Τράπεζας και διευθυντής Δημοσίων Σχέσεων. Το 2006 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει ποίηση, δοκίμια και μελέτες για θέματα νεοελληνικής λογοτεχνίας. Έχει επιμεληθεί εκδόσεις έργων του Σεφέρη και έχει συντάξει βιβλιογραφίες για τον Σεφέρη, τον Γ. Κ. Κατσίμπαλη, τον Σικελιανό, τον Ελύτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τη Νόρα Αναγνωστάκη, τον Κ. Π. Καβάφη και πολλούς άλλους. Επίσης, υπήρξε μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού "Εντευκτήριο" , της εφημερίδας "Τα Νέα" ως βιβλιοκριτκός και επιφυλλιδογράφος, καθώς και τακτικός συνεργάτης της εγκυκλοπαίδειας "Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα". Είναι μέλος του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α), της Εταιρείας Συγγραφέων, της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού, της Εταιρείας Σπουδών Μωραΐτη. Χρημάτισε αναπληρωματικό μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και κατά το διάστημα 2000-2004 υπήρξε αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Έχει λάβει μέρος στην επιτροπή απονομής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, καθώς και στην ανάλογη του περιοδικού "Διαβάζω". Το 1990 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην επιτροπή απονομής του ευρωπαϊκού αριστείου λογοτεχνίας (Δουβλίνο). Έχει προσκληθεί και συμμετάσχει σε πολυάριθμα συνέδρια, συμπόσια και ημερίδες. Το 2015 βραβεύθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Εργογραφία: Α. Ποίηση - Απόπλους, Αθήνα, 1963 - Επιστροφές, ΄Ικαρος, 1973 - Αλφαβητάρι, Ολκός, 1976 - Νέκυια, Ε.Λ.Ι.Α. 1978 - Γράμματα στον Ερμόλαο- Δυσκολίες Γραμματικού, Ε.Λ.Ι.Α. 1981 - Φωνές της σιωπής, Γνώση, 1982 - Κλειδούχος μοίρα, Διάττων, 1993 - Υπαινιγμοί, Γαβριηλίδης, 2007 - Με δίχτυ τον άνεμο, Κίχλη, 2015 Β. Μελέτες, δοκίμια - Εργογραφία Σεφέρη (1931-1979) Βιβλιογραφική δοκιμή. Ε.Λ.Ι.Α. Αθήνα, 1979 - Γ. Κ. Κατσίμπαλης: βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα, Ε.Λ.Ι.Α. 1980 - Βιβλιογραφικά Σικελιανού (1980-1982), Ε.Λ.ΙΑ., Αθήνα, 1983 - Γ. Σεφέρης: η ποίηση στον κινηματογράφο (επιμέλεια), Διάττων, 1986 - Τα βήματα του χρόνου: σημειώσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας, Διάττων, 1987 - Κ. Π. Καβάφης: σχέδια στο περιθώριο, Διάττων, 1988 - Λογοτεχνικά περιοδικά της Αλεξάνδρειας (1904-1950), Διάττων, 1990 - Γ. Σεφέρης-Τ. Μαλάνος: Αλληλογραφία (1935-1963), Ολκός, 1990 - Γ. Σεφέρη: Δοκιμές. Τρίτος τόμος. Παραλειπόμενα (1932-1971), ΄Ικαρος, 1992 - Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992), ΄Εκδοση Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, 1993 - Ν. Εγγονόπουλος: "...Και σ΄ αγαπώ παράφορα". Γράμματα στη Λένα (φιλολογική επιμέλεια), ΄Ικαρος, 1993 - Βιβλιογραφία Α. Κοτζιά (σε συνεργασία με την Μ. Ρώτα), Κέδρος, 1997 - Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη (σε συνεργασία με την Μ. Στασινοπούλου), Μεταίχμιο, 2002 - Βιβλιογραφία του Κ.Π. Καβάφη 1886-2000, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2003 - Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη (επιμέλεια), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005 - Εις τα περίχωρα Αντιοχείας και Κερύνειας: Καβάφης-Σεφέρης, Ίκαρος, 2006 - Ιχνογραφία: κριτικά σχόλια, Γαβριηλίδης, 2007 - "Αγαπητέ μου Γιώργο": Αλληλογραφία Γ.Κ. Κατσίμπαλη - Γιώργου Σεφέρη 1924-1970 (φιλολογική επιμέλεια), Ίκαρος, 2009 - Λευτέρης Αλεξίου, ο ποιητής (επιμέλεια), Δοκιμάκης, 2011 - Κ.Π. Καβάφης, η ποίηση και η ποιητική του, Κίχλη, 2013

Κάλας, Νικόλαος
Νκόλαος Καλαμάρης (1907-1988). Ο Nicolas Calas (γνωστός και με τα ψευδώνυμα Νικήτας Ράντος και Μ. Σπιέρος) γεννήθηκε στη Λωζάνη. Σε βρεφική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου έζησε ως το 1934 και σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ήταν μέλος της Φοιτητικής Συντροφιάς, όπου γνωρίστηκε με τον Γιώργο Θεοτοκά και τον Ηλία Τσιριμώκο και άλλα μέλη του "Εκπαιδευτικού Ομίλου", στα χνάρια του Δημήτρη Γληνού. Στη συνέχεια μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι (από το 1937 και για δύο χρόνια έμεινε μόνιμα στη γαλλική πρωτεύουσα) και από το 1939 και για ένα χρόνο έμεινε στη Λισσαβόνα. Στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με τα τότε πρωτοποριακά καλλιτεχνικά ρεύματα, ιδιαίτερα με το σουρεαλισμό. Το 1942 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου υπηρέτησε εθελοντικά στο Office of war information και το 1945 πήρε την αμερικανική υπηκοότητα. Εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Columbia, ως συνεργάτης στο πρόγραμμα "Research in Contemporary Cultures" και στο Πανεπιστήμιο Fairleigh Dickinson του New Jersey, όπου κατείχε τη θέση του Associate Professor of Art. Στην Ελλάδα επέστρεψε για λίγο στη δεκαετία του 1960, οπότε συνεργάστηκε με το περιοδικό "Πάλι", έφυγε και επέστρεψε μετά τη μεταπολίτευση του 1974. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής επίσκεψής του έδωσε διαλέξεις και συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Χνάρι" και "Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα", με τα οποία συνεργαζόταν ο φίλος του Μιχάλης Ράπτης (Pablo). Λίγο αργότερα επέστρεψε στις Η.Π.Α., όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1929 με δημοσιεύσεις άρθρων στα περιοδικά "Φοιτητική Συντροφιά", "Νουμάς" και "Πειθαρχία". Το 1932 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή που είχε τίτλο "Ποιήματα". Ενδεικτικές των επιρροών του από τα ρεύματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, του ρωσικού φουτουρισμού και του υπερρεαλισμού είναι οι ποιητικές πλακέτες "Ποιητικά τετράδια" που κυκλοφόρησε το 1936. Μαζί με τον Τάκη Παπατσώνη ο Κάλας υπήρξε πρώτος μεταφραστής του Τόμας Έλιοτ στα ελληνικά. Ο θεωρητικός προβληματισμός του Κάλας ξεκίνησε από το χώρο του ορθόδοξου μαρξισμού για να οδηγηθεί σταδιακά σε μια εκλεκτικότερη θεώρηση του σοσιαλισμού με επιρροές από τη θεωρία της ψυχανάλυσης του Freud. Αντιπροσωπευτικό του στοχασμού του είναι το δοκίμιο "Foyers dʼ incendie", εκδομένο στο Παρίσι το 1938. Εδώ πρωτοχρησιμοποίησε το όνομα Nicolas Calas, με το οποίο συνεργάστηκε με τα έντυπα "View", "Possibilities", "Tigerʼs eye", "Art News", "Art International", "Arts Magazine", "Art in America", "Art Forum", "XX Siecle", "Colloquio", και άλλα. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης το 1977, για τη συλλογή "Οδός Νικήτα Ράντου". Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νικόλα Κάλας βλ. Αργυρίου Αλεξ., "Ράντος Νικήτας", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Αργυρίου, Αλέξανδρος, "Διαδοχικές αναγνώσεις ελλήνων υπερρεαλιστών". Αθήνα, Γνώση, 1983 και Σαρρής, Κύριλλος "Πρόλογος για το Νικόλα Κάλας" στον τόμο "Η τέχνη την εποχή της διακύβευσης και άλλα δοκίμια του Νικόλα Κάλας"· μτφ. Ανδρέας Παππάς. Αθήνα, Άγρα, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μαλάνος, Τίμος
Τίμος Μαλάνος (1897-1984). Ο Τίμος Μαλάνος γεννήθηκε στον Πειραιά και καταγόταν από τα Κύθηρα. Σε ηλικία εννιά χρόνων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αλεξάνδρεια, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Εργάστηκε σε εταιρεία βάμβακος ως το 1966, οπότε αναγκάστηκε, όπως πολλοί άλλοι Αιγυπτιώτες της εποχής του, να εγκαταλείψει τη δουλειά του και την πόλη του, και να εγκατασταθεί στη Λωζάννη της Ελβετίας, όπου πέθανε. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις ποιημάτων σε αλεξανδρινά περιοδικά το 1916. Δύο χρόνια αργότερα τυπώθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Ρόδα θαλάμου, τίτλο που χρησιμοποίησε για δύο ακόμη βιβλία του, ένα του 1939 και ένα του 1979. Παράλληλα ασχολήθηκε με την πεζογραφία και τη λογοτεχνική κριτική, με πρώτη επίσημη παρουσία το βιβλίο του Ο ποιητής Κ.Π.Καβάφης, που κυκλοφόρησε το 1933 και εγκαινίασε τη σειρά μελετών του Μαλάνου για τον αλεξανδρινό ποιητή. Ασχολήθηκε επίσης με το έργο του Γιώργου Σεφέρη, του Κώστα Καρυωτάκη, του Κώστα Βάρναλη, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, της Μέλπως Αξιώτη, του Οδυσσέα Ελύτη και άλλων ελλήνων λογοτεχνών. Συνεργάτης των περιοδικών Σκέψη και Αργώ, διετέλεσε επίσης διευθυντής του περιοδικού Σημειώματα και εξέδωσε το περιοδικό Προπύλαια (1918). Εξέδωσε επίσης το αυτοβιογραφικό κείμενο Αναμνήσεις ενός Αλεξανδρινού. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τίμου Μαλάνου βλ. Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Μαλάνος Τίμος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Μαλάνος Τίμος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Νικολαρεΐζης, Δημήτριος
Ο Δημήτριος Νικολαρεΐζης γεννήθηκε το 1908, γόνος παλιάς οικογένειας της Σάμου. Μετά από τις πανεπιστημιακές σπουδές του, στα νομικά και στις πολιτικές επιστήμες, εισάχθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών και ακολούθησε την καριέρα του διπλωματικού υπάλληλου. Κριτικά κείμενά του άρχισε να δημοσιεύει από τη δεκαετία του 1930 στα περιοδικά: Νέα Εστία, Νέα Γράμματα, Νεοελληνικά Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά. Εξαιρετικά ολιγογράφος συγκέντρωσε όλες τις μελέτες του σε ένα τόμο, το 1962, με γενικό τίτλο Δοκίμια Κριτικής. Μετά από την αναγκαστική αποχώρησή του από το Διπλωματικό Σώμα συνεργάστηκε με την εφημ. Ακρόπολις, κυρίως με ανταποκρίσεις, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Πέθανε, το 1981, στην Αθήνα.

Ξενόπουλος, Γρηγόριος
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1867 από Ζακυνθινό πατέρα και από μητέρα Φαναριώτισσα. Η οικογένειά του εγκαταλείπει την Πόλη, όταν ο Γρηγόριος ήταν έντεκα μηνών και εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο. Έτσι, τον κόσμο τον πρωτογνώρισε στο μαγευτικό αυτό νησί της Επτανήσου. Η γραφικότητα του τόπου, η πανώρια φύση με τις μοναδικές της ομορφιές, ο λαός της Ζακύνθου με τα ήθη και τα έθιμά του, η ιστορία και γενικά η επτανησιακή κουλτούρα, διαπλάθουν και επηρεάζουν βαθιά την ψυχή του. Ζυμώνεται με τους Ζακυνθινούς και όλα τα ερμηνεύει με την ιδιοσυγκρασία που κουβαλάει από το νησί του. Μετά το γυμνάσιο ο Ξενόπουλος παρακολουθεί μαθήματα φυσικομαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως, η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία τον αποσπούν οριστικά. Συνεργάζεται με όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του. Το 1890 ο Γεώργιος Δροσίνης του προτείνει και αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στην Εστία. Το 1896 ο ιδιοκτήτης του παιδικού περιοδικού «Διάπλασις των παίδων» Νικόλαος Παπαδόπουλος τον παίρνει αρχισυντάκτη και αργότερα του αναθέτει τη διεύθυνση του περιοδικού. Στη "Διάπλαση των Παίδων" η αγάπη του για το ελληνόπουλο τον οδήγησε να γράψει χιλιάδες "αθηναϊκές επιστολές", στις οποίες μιλούσε για διάφορα θέματα. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγινε ο δάσκαλος και μερίμνησε συστηματικά για το παιδί - αναγνώστη, για το παιδί που χρειάζεται αγωγή και παιδεία. Διακατέχεται από μια έμφυτη παιδαγωγική κλίση που την συνθέτουν η συμπάθεια και το ενδιαφέρον του για το παιδί, η δίψα και η πίστη του για την μόρφωσή του. Η προσφορά του στο τρίπτυχο σπίτι - οικογένεια - παιδί αρχίζει αμέσως μετά που αναλαμβάνει τη διεύθυνση του περιοδικού. Για πέντε περίπου δεκαετίες προσφέρει ένα αξιόλογο παιδαγωγικό και μορφωτικό έργο. Βοηθάει το παιδί - αναγνώστη να ανακαλύψει μόνο του το αντικείμενο της γνώσης και να αγκαλιάσει τη φύση, τις αξίες και τους συνανθρώπους του. Παίρνει στα χέρια του μια τεράστιας σημασίας εξουσία, τη διαπλαστική. Η προσφορά του αυτή δεν κατευθύνεται από κάποιο συγκεκριμένο και οργανωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, αλλά κυρίως από το ένστικτό του και από την αγάπη του για το παιδί. Συνειδητά, όμως, «Ο Φαίδωνας» εργάστηκε για τη δημιουργία μιας παιδικής λογοτεχνικής γλώσσας - μιας γλώσσας ζωντανής - που θα άγγιζε τις τρυφερές ψυχές των παιδιών και που θα μάθαιναν έτσι χωρίς βιβλία και χωρίς δασκάλους. Πετυχαίνει, έτσι, ένα θερμό δόσιμο με τον αναγνώστη και μια απελευθερωτική και θετική στάση που μορφώνει και συγχρόνως δεν σκλαβώνει. "Η αδελφούλα μου" είναι το πρώτο παιδικό μυθιστόρημα που γράφει στη δημοτική γλώσσα. Αν και είναι επηρεασμένος από τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές ανακατατάξεις, δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια του ηθογραφικού μυθιστορήματος, αλλά προχωράει και ασχολείται με την περιγραφή των ψυχικών ικανοτήτων των ηρώων του. Γίνεται ένας ψυχογράφος που τηρεί όμως αυστηρά την αντικειμενικότητά του. Μόνο όταν περιγράφει Ζακυνθινά τοπία και αρχίζουν να αναδύονται μέσα από αυτά οι μνήμες των παιδικών του χρόνων, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα. Ο ρεαλισμός του 1900 ήταν εκείνο που ζητούσαν οι πολλοί και εκείνο που μπορούσε να ενώσει την απόσταση ανάμεσα στους πολλούς και στη νέα, στην αδιαμόρφωτη ακόμα ελληνική πεζογραφία. Με τα μυστικά της ρεαλιστικής σχολής η αφήγησή του έστρωνε πιο άνετα. Ο Ξενόπουλος βέβαια είχε έμφυτη αφηγηματική ευκολία, καλαισθησία, γλώσσα γλαφυρή, απλή, ρέουσα, έτσι που άρεσε σε όλους. Δεν υπήρξε ποτέ ανιαρός και κουραστικός. Στάθηκε ένας γλωσσοπλάστης - ένας ακούραστος δημιουργός του Λόγου είτε έγραφε για εφημερίδα ή για περιοδικό ή θέατρο ή μυθιστόρημα ή διήγημα ή παιδικό ανάγνωσμα, δοκίμιο ή ποίηση. Τα έργα του έχουν πλούτο, φυσικούς διαλόγους, οξύτητα παρατήρησης και άψογη τεχνική. Το περιβάλλον των μυθιστορημάτων του Ξενόπουλου είναι πότε η Αθήνα και πότε η Ζάκυνθος. Ο συγγραφέας θέλει να μας περιγράψει την ελληνική κοινωνία της εποχής του. Αυτό όμως δεν είναι κανόνας. Σε αρκετά έργα του περιγράφονται και ζωντανεύουν παλαιότερες κοινωνίες κυρίως της Ζακύνθου. Σε χρόνια ακμής, δύναμης, μεγαλείου, πλούτου και πολιτισμού, αναζήτησε και βρήκε πλούσιο και άφθονο υλικό που το εκμεταλλεύτηκε κατ

Παναγιωτόπουλος, Ι. Μ.
Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982). Ο Ι[ωάννης] Μ. Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στο Αιτωλικό, πρωτότοκος γιος του Μιχαήλ και της Ειρήνης. Οι γονείς του απέκτησαν τρία ακόμη παιδιά που πέθαναν όμως σε παιδική ηλικία. Το 1910 η οικογένεια Παναγιωτόπουλου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και γράφτηκε Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Αποφοίτησε το 1923 και εργάστηκε για πολλά χρόνια στην ιδιωτική εκπαίδευση. Υπήρξε βασικό στέλεχος της ιδιωτικής σχολής Μακρή, την οποία αργότερα αγόρασε και μετονόμασε σε Ελληνικά Εκπαιδευτήρια (πρόκειται για τη γνωστή σήμερα ως Σχολή Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου στο Παλαιό Ψυχικό). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ταξίδεψε στην Ευρώπη, τη Μικρά Ασία, την Κίνα και αλλού. Το 1947 διορίστηκε καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Διετέλεσε μέλος Διοικητικού Συμβουλίου στην Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Θέατρο και το μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή το 1974. Το 1976 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα το 1982. Το σύνολο του συγγραφικού έργου του Ι. Μ.Παναγιωτόπουλου είναι τεράστιο σε έκταση. Ασχολήθηκε επί εξήντα χρόνια παράλληλα με την ποίηση, την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αρθρογραφία, το δοκίμιο, την κριτική. Το πρώτο του δημοσίευμα ήταν ένα πεζό κείμενο γραμμένο στην καθαρεύουσα στις στήλες της εφημερίδας "Ελλάδα" το 1916, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά "Ναυτική Δόξα", "Σφαίρα και Εθνικό Εγερτήριο". Το 1920 πραγματοποίησε την πρώτη του ουσιαστική εμφάνιση στα γράμματα από τις στήλες του περιοδικού "Μούσα" των Νάσου Χρηστίδη και Παύλου Καλλιγά (1920-1923), του οποίου υπήρξε συνδιευθυντής μαζί με τους Λέοντα Κουκούλα, Μιχαήλ Στασινόπουλο και Κλέωνα Παράσχο. Ακολούθησαν συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες όπως η "Ζωή", η "Νέα Ζωή", τα "Νέα Γράμματα", το "Νέον Κράτος", η "Νέα Εστία", η "Πρωία", η "Ελευθερία", ενώ συνεργάστηκε επίσης στη "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" του Πυρσού. Στα πρώτα του ποιήματα κινήθηκε στο πλαίσιο του αισθητισμού, του νεοσυμβολισμού και του νεορομαντισμού με έντονες επιρροές από τον Κωστή Παλαμά (εδώ ανήκει η πρώτη του ποιητική συλλογή "Το βιβλίο της Μιράντας" του 1924) και στράφηκε αργότερα προς την ανανεωτική τάση των ποιητών του μεσοπολέμου, την εσωτερικότητα και τον υπερρεαλισμό (ορόσημο η ποιητική συλλογή "Αλκυόνη", γραμμένη από το 1934 ως το 1948). Στην πεζογραφία του παρατηρείται συνύπαρξη ποιητικών στοιχείων με στοιχεία κριτικού στοχασμού, καθώς επίσης μια ιδιαίτερη φροντίδα της έκφρασης (σημειώνονται ενδεικτικά τα έργα του "Αστροφεγγιά" (1945), "Χαμοζωή" (1946), και "Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά" (1956 - Αʼ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος). Στην κοσμοθεωρία του ανιχνεύονται αρχικές επιρροές από την πεσιμιστική αντίληψη για τη ζωή που υιοθέτησαν και σύγχρονοί του αισθητιστές λογοτέχνες (Κώστας Ουράνης, Τέλλος Άγρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης κ.ά.), ενώ στα έργα της ωριμότητάς του στράφηκε προς μια τραγική στάση αποδοχής του ανεκπλήρωτου της ηδονής και της ματαιότητας της ανθρώπινης ζωής. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ι. Μ.Παναγιωτόπουλου βλ. Ζήρας Αλεξ., "Παναγιωτόπουλος Ι. Μ.", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κούσουλας Λουκάς, "Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος", Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Στ΄, σ.364-417. Αθήνα, Σοκόλης, 1993 και Χατζηφώτης Ι.Μ., "Παναγιωτόπουλος Ι.Μ.", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Αλεξανδρινός ποιητής, κοινός φίλος του Κ.Π. Καβάφη και του Γεωργίου Σκληρού κατά τις δεκαετίες του ΄10 και του ΄20, δημοτικιστής και συνεργάτης των περιοδικών "Νέα Ζωή" και "Γράμματα".

Πιερής, Μιχάλης
Ο Μιχάλης Πιερής γεννήθηκε το 1952 στην Εφταγώνια της Κύπρου. Σπούδασε φιλολογία και θέατρο στη Θεσσαλονίνη και στο Σίνδεϋ και δημοσίευσε αρκετές φιλολογικές και κριτικές μελέτες. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές στην εκδοτική σειρά του περιοδικού Πλανόδιον και μια θεατρική διασκευή του μεσαιωνικού Χρονικού της Κύπρου του Λεοντίου Μαχαιρά, το οποίο δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Δημοσίευσε (και με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μιχάλης Εφταγωνίτης) ποιήματα και διηγήματα σε περιοδικά της Κύπρου. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, καταλανικά, ρωσικά και τουρκικά. Έζησε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Λεμεσό, τη Θεσσαλονίκη, στο Σίδνεϋ, στην Αθήνα, στο Ρέθυμνο, στη Μελβούρνη και ταξίδεψε σε πολλές χώρες. Από το 1992 ζει και εργάζεται στη Λευκωσία.

Ο Αλέκος Σεγκόπουλος γεννήθηκε στη Μιτζέλα ή Αμαλιάπολη Αλμυρού Βόλου, το 1898, τόπο καταγωγής του πατέρα του. Μετά το θάνατο του πατέρα του Δημήτρη, οινοποιού, το 1906, η μητέρα του Μαρία, το γένος Πράσσα, που εργαζόταν ως ράπτρια, εγκαταλείπει τον Βόλο και τον επόμενο χρόνο εγκαθίσταται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μαζί με τον μικρό Αλέκο και τα τρία μικρότερα αδέλφια του. Στην Αλεξάνδρεια η Μαρία Σεγκοπούλου εξελίσσεται σύντομα στην ράπτρια της καλής κοινωνίας. Έτσι κατάφερε να μορφώσει τα παιδιά της στα σχολεία της Ελληνικής Κοινότητας, μαθαίνοντάς τους ξένες γλώσσες και μουσική. Ο Αλέκος Σεγκόπουλος σπούδασε στη Σαλβάγειο Εμπορική Σχολή της Αλεξάνδρειας και άρχισε να εργάζεται ως λογιστής σε ελληνικές επιχειρήσεις επεξεργασίας βαμβακιού και, στη συνέχεια, ως χρηματιστής στο Χρηματιστήριο της πόλης. Τότε γνωρίστηκε με τον κατά 35 χρόνια μεγαλύτερό του, ποιητή Κ.Π. Καβάφη (τον οποίο αποκαλούσε "πατέρα", η δε μητέρα του ήταν ράπτρια της μητέρας του, Χαρίκλειας), με τον οποίο συνδέθηκε με σχέσεις σεβασμού και φιλίας. Με τη δε διαθήκη που συνέταξε ο ποιητής, το 1923, ο νεαρός Αλέκος Σεγκόπουλος ορίστηκε διαχειριστής και κληρονόμος της περιουσίας και του αρχείου του. Έχοντας επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα, ο Σεγκόπουλος πέθανε στην Αθήνα, το 1966.

Σεφέρης, Γιώργος
Ο Γιώργος Σεφέρης (πραγματικό όνομα Γιώργος Σεφεριάδης) γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου / 13 Μαρτίου του 1900 στην Σμύρνη της Μικράς Ασίας και ήταν γιος του Στυλιανού και της Δέσπως Σεφεριάδη (το γένος Τενεκίδη). Ο Στυλιανός Σεφεριάδης υπήρξε διακεκριμένος ακαδημαϊκός και καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συγγραφέας (με πλουσιότατο επιστημονικό έργο) και διπλωμάτης. Την αγάπη του για τη λογοτεχνία θα την μεταδώσει και στα τρία του παιδιά, Γιώργο, Άγγελο και Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου), τα οποία και θα ασχοληθούν με αυτήν. Το 1914, με την αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένεια Σεφεριάδη μετακομίζει στην Αθήνα όπου ο Σεφέρης τελειώνει το Γυμνάσιο το 1917. Κατόπιν θα μεταβεί στο Παρίσι όπου και θα σπουδάσει Νομικά ως το 1924. Ήδη όμως από το 1918 θα εκδηλωθεί η αγάπη του για την ποίηση και θα αρχίσει να γράφει στίχους. Στα χρόνια των σπουδών του, όντας στο εξωτερικό, έχει την ευκαιρία να έρθει σε άμεση επαφή με τα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής. Στο Παρίσι θα τον βρει και η μικρασιατική καταστροφή, η οποία θα τον επηρεάσει βαθύτατα και θα παραμείνει χαραγμένη στη μνήμη του. Το 1926 ο Γιώργος Σεφέρης θα αρχίσει την διπλωματική του σταδιοδρομία, διοριζόμενος στο Υπουργείο Εξωτερικών ως ακόλουθος. Μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτείται θα υπηρετήσει ως υποπρόξενος και πρόξενος στο Λονδίνο (1931-1934), στην Κορυτσά της Αλβανίας (1936-1938), ως σύμβουλος τύπου στο Υπουργείο Εξωτερικών. Μετά την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα ακολουθήσει την ελληνική Κυβέρνηση στην Κρήτη, την Αίγυπτο, την Νότια Αφρική και την νότια Ιταλία, και μετά την απελευθέρωση στην Αθήνα όπου και μένει μέχρι το 1948. Κατόπιν διορίζεται σύμβουλος στις ελληνικές πρεσβείες στην Άγκυρα και το Λονδίνο, αργότερα πρέσβης στο Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και το Ιράκ, και τελικά στο Λονδίνο (1957-1962). Αφότου αποσύρεται, αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στο λογοτεχνικό του έργο, μέχρι το θάνατό του, το 1971, ο οποίος εν μέσω δικτατορίας και κατόπιν της Δήλωσής του το 1969, είχε τον χαρακτήρα εκδήλωσης εναντίον του καθεστώτος των συνταγματαρχών. Το πρώτο έργο του Γιώργου Σεφέρη είναι η συλλογή Στροφή που δημοσιεύτηκε το 1931. Η συλλογή του αυτή δημιούργησε ποικίλες αντιδράσεις, καθώς έφερνε έναν αέρα ανανέωσης στην ελληνική ποίηση. Ακολούθησαν η Στέρνα (1932) και το Μυθιστόρημα (1935). Ένα χρόνο μετά γράφει την Γυμνοπαιδία, και το 1938 απαντώντας στο δοκίμιο του Κωνσταντίνου Τσάτσου δημοσιεύει το Διάλογος πάνω στην ποίηση. Το 1940 δημοσιεύονται το Τετράδιο Γυμνασμάτων 1928-1937, και το Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄ τα οποία περιέχουν σημαντικά ποιήματα, όπως τα ποιήματα "του κ. Στράτη θαλασσινού", και ο Βασιλιάς της Ασίνης καθώς επίσης και μία συλλογή των ως τότε δημοσιευμένων έργων του με τίτλο Ποιήματα. Το 1944 δημοσιεύεται το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄ το οποίο γράφτηκε στην Αίγυπτο και την Νότια Αφρική, όπου ο Σεφέρης ακολούθησε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄ ακολουθούν η τριμερής Κίχλη, (1947) που από πολλούς θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του Γιώργου Σεφέρη, και η συλλογή "..Κύπρον, ου μʼ εθέσπισεν" η οποία κυκλοφόρησε το 1955, εν μέσω του Κυπριακού Αγώνα, και αργότερα μετονομάστηκε σε Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄. Το 1950 δημοσιεύτηκε η συλλογή Ποιήματα 1924-1946, που είναι μια εμπλουτισμένη έκδοση της πρώτης συλλογής των έργων του (Ποιήματα Ι). Η τελευταία συλλογή που τύπωσε ο Γιώργος Σεφέρης όσο ζούσε και η οποία δημοσιεύτηκε 11 χρόνια μετά το Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄ είναι τα Τρία Κρυφά Ποιήματα (1966). Το κύκνειο άσμα του ποιητή είναι το Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, το οποίο εκδόθηκε το 1976, με επιμέλεια του Γ.Π. Σαββίδη, ο οποίος έχει επιμεληθεί και τις περισσότερες εκδόσεις έργων του ποιητή. Εκτός από το ποιητικό έργο, ο Σεφέρης έχει κάνει αξιολογότατες μεταφράσεις, όπως την Έρημη Χώρα (1936) και το Φονικό στην Εκκλησιά (1963) του Τ.Σ. Έλλιοτ, το Άσμα Ασμάτων (1965), την Αποκάλυψη του Ιωάννη (1966), τις Αντιγραφές (1965, περιέχει έργα Ευρωπαίων και Αμερικανών ποιητών όπως Ezra Pound, Andre Gide, Eluard, Jouve), και τις Μεταγραφές (1980, περιέχει κεί

Τσίρκας, Στρατής
ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ (1911 - 1980) Ο Στρατής Τσίρκας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηαντρέα από παρατσούκλι του πατέρα του), γιος του Κώστα και της Περσεφόνης Χατζηαντρέα, γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στο Κάιρο. Είχε τρία μικρότερα αδέρφια. Γύρω στο 1917 γράφτηκε στην Αμπέτειο Σχολή, στο εμπορικό τμήμα, από όπου αποφοίτησε το 1928. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου για ένα χρόνο και από το 1929 ως το 1939 σε μια εταιρεία βάμβακος στην Άνω Αίγυπτο, αρχικά ως λογιστής και στη συνέχεια ως διευθυντής των εκκοκιστηρίων. Το 1933 πέθανε ο πατέρας του από φυματίωση. Το 1935 εντάχτηκε στην αντιφασιστική οργάνωση "Ligue Pacifiste" και ίδρυσε μαζί με τον Θεοδόση Πιερίδη την "Αντιφασιστική Πρωτοπορία". Το 1937 παντρεύτηκε την Αντιγόνη Κερασσώτη, με την οποία ταξίδεψε στην Αυστρία, την Ιταλία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Γαλλία και την Ελλάδα και απέκτησε ένα γιο τον Κώστα (γεν. 1957). Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου πήρε μέρος (ανάμεσα στους Μπέρτολντ Μπρεχτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα και άλλους) στο Βʼ Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας εναντίον του Πολέμου και του Φασισμού, στο Παρίσι, και έγραψε μαζί με τον Χιούς τον όρκο στον Λόρκα, που προωθήθηκε από τον Λουί Αραγκόν και υπογράφτηκε από σαράντα συγγραφείς. Από το 1939 ως το 1963 έζησε στην Αλεξάνδρεια και εργάστηκε ως διευθυντής βυρσοδεψείου (έφυγε για λίγους μήνες το 1942 όταν ο Ρόμμελ απείλησε την πόλη). Το 1943 έγινε καθοδηγητικό στέλεχος του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται η γνωριμία του με το Γιώργο Σεφέρη. Το 1961 διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε., καθώς αρνήθηκε να αποκηρύξει το έργο του "Η Λέσχη", που είχε εκδοθεί λίγο νωρίτερα. Το 1963 έφυγε για την Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του. Μετά την κήρυξη της δικτατορίας του Παπαδόπουλου έγινε μέλος του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου. Το 1969 εντάχθηκε στο Κ.Κ.Ε. εσωτερικού και ένα χρόνο αργότερα πήρε μέρος στη σύνταξη του αντιδικτατορικού τόμου "18 Κείμενα" με το διήγημα "Αλλαξοκαιριά". Συμμετείχε επίσης στον τόμο "Νέα Κείμενα" (1970) και στα "Νέα Κείμενα 2". Πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο σε ηλικία 69 χρόνων από ανεύρυσμα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Έλλην" - αργότερα όργανο του ΕΑΣ -, "Κυπριακά Γράμματα", "Ελεύθερα Γράμματα", "Αλεξανδρινή Λογοτεχνία", "Πάροικος", "Φωνή", "Επιθεώρηση Τέχνης", "Αυγή", "Ταχυδρόμος", "Συνέχεια". Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιογραφίας για το έργο του "Ο Καβάφης και η εποχή του" (1959) και με το Βραβείο Κριτικών και Εκδοτών της Γαλλίας για τις "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (1972). Ο Στρατής Τσίρκας τοποθετείται ανάμεσα στη μεσοπολεμική και μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής πεζογραφίας και το έργο του συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και τη γενέτειρά του, στις οποίες πήρε ενεργό μέρος. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1927 με μεταφράσεις των Μυσσέ, Χάινε και Σίλλερ στα περιοδικά "Μπουκέτο" και "Οικογένεια" και τη δημοσίευση του πρώτου του πεζογραφήματος με τίτλο "Το φεγγάρι" στο περιοδικό "Παναιγυπτία". Το 1930 δημοσίευσε το πεζογράφημα "Μεσημεριάτικο" στο περιοδικό "Πρωτοπορία" και το πρώτο του ποίημα, με τίτλο "Pot pouri", στο περιοδικό "Αλεξανδρινή Τέχνη". Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με τον Κ.Π. Καβάφη. Το 1937 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή "Φελλάχοι", όπου υπέγραψε για πρώτη φορά με το όνομα Στρατής Τσίρκας. Ως το ξέσπασμα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ασχολήθηκε με την ποίηση και το διήγημα. Γνωστός έγινε κυρίως μετά την έκδοση της βιογραφίας "Ο Καβάφης και η εποχή του" και της μυθιστορηματικής τριλογίας "Ακυβέρνητες Πολιτείες", που δίχασαν τους κριτικούς και λογοτεχνικούς κύκλους και προκάλεσαν ζυμώσεις στο χώρο της αριστερής διανόησης. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Στρατή Τσίρκα βλ. Προκοπάκη Χρύσα, "Στα ίχνη του Στρατή Τσίρκα· σχεδίασμα χρονολογίου", Αθήνα, Κέδρος, 1985· Παπαλέξης Ηρακλής, "Χρονολόγιο Στρατή Τσίρκα (1911-1980)", Διαβάζω τ. 171, 15/7/1987, σ.10-16, Ζήρας Αλέξης, "Τσίρκας Στρατής", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 9β, Αθήνα, Εκδοτική Α

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.