Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Του γέλιου
(Δραστικότερον του πυρός του καθαρτηρίου)

No Cover


Σημείωση: Πρόλογος: Άννα Χρυσογέλου - Κατσή. Ανθολογούνται οι: Αννίνος, Μπάμπης - Ιωάννου, Γιώργος - Καμπούρογλους, Δημήτριος - Καρκαβίτσας, Ανδρέας - Καστανάκης, Θράσος κ.ά.

17χ12 εκ., 288 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Ελληνικό Διήγημα
Ονομασία υποσειράς: Θεματική Ανθολόγηση
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.300 8 (Νεοελληνική πεζογραφία - Διήγημα - Συλλογές ), 889.7 (Νεοελληνικό χιούμορ)
Άλλα πρόσωπα: Μαίρη Ι. Γιόση (Ανθολόγος) , Μαρία Λαϊνά (Ανθολόγος) , Άννα Χρυσογέλου - Κατσή (Ανθολόγος) ,
ISBN: 978-960-7058-31-7
ISBN (10ψήφιο): 960-7058-31-3
Βάρος: 0.304 κιλά
Έτος Κυκλοφορίας: 1994
Γράψε τη δική σου κριτική
12.72
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

8.90
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Ιωάννου, Γιώργος, 1927-1985
Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και ήταν ο πρωτότοκος από τα τέσσερα παιδιά της μικροαστικής οικογένειάς του. Τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια τα έζησε στη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση το διάστημα της Κατοχής, όταν για να προστατευτούν από τους βομβαρδισμούς, αυτός και τα αδέλφια του κατέφυγαν στη Χαλκιδική και στη συνέχεια στην Αθήνα. Η περίοδος της Κατοχής έχει σημαδέψει έντονα τη ψυχή του και επανέρχεται συχνά στο συγγραφικό του έργο. Το 1947 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. απ΄ όπου αποφοίτησε το 1950. Στη συνέχεια εργάστηκε για λίγο καιρό ως φιλόλογος και τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή τα Ηλιοτρόπια. Το 1954 διορίστηκε βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Παραιτήθηκε όμως γρήγορα (1955) και προσελήφθη στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου δίδαξε ένα χρόνο. Την περίοδο 1956-1959 δίδαξε σε ιδιωτικά γυμνάσια της Αθήνας και της επαρχίας, ενώ παράλληλα ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Διαγώνιος στο οποίο το 1959 δημοσίευσε 18 ποιήματα. Το 1960 διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση και τοποθετήθηκε στο Καστρί Κυνουρίας. Το 1961 άρχισε να γράφει τα πρώτα του πεζά έργα και αποσπάστηκε στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου ίδρυσε το Ελληνικό Γυμνάσιο. Από τη Λιβύη επέστρεψε στην Κυνουρία το 1963. Το 1964 κυκλοφόρησε το "Για ένα φιλότιμο" το πρώτο του βιβλίο με πεζογραφήματα. Μετά το 1974 έγινε βασικό μέλος της επιτροπής που ετοίμασε το Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού και ο εισηγητής των περισσότερων κειμένων που ανθολογήθηκαν από το 1975 στα Νεοελληνικά αναγνώσματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το 1979 μετατέθηκε ως γυμνασιάρχης στο Καρλόβασι της Σάμου, αλλά παρέμεινε αποσπασμένος στο υπουργείο Παιδείας. Το 1980 ο Ιωάννου κέρδισε το πρώτο κρατικό βραβείο πεζογραφίας για το βιβλίο του "Το δικό μας αίμα". Το 1985 μετά από εγχειρητικό σηψαιμικό σοκ πέθανε στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο. Το ποιητικό του έργου εκτός από τα Ηλιοτρόπια περιλαμβάνει: "Τα χίλια δέντρα" Διαγώνιος Θεσσαλονίκη 1963, "Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα 1954-1963" Ερμής, 1973. Το πεζογραφικό του έργο περιλαμβάνει τα εξής έργα: "Η σαρκοφάγος" Ερμής, Αθήνα 1971· "Η μόνη κληρονομιά", Ερμής, Αθήνα 1974· "Το δικό μας αίμα" Ερμής 1978· "Ομόνοια" Οδυσσέας, Αθήνα 1980· "Επιτάφιος θρήνος" Κέδρος, Αθήνα, 1980· "Κοιτάσματα", Ορέστης, Αθήνα, 1980· "Πολλαπλά κατάγματα" Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1980 κ.ά. Θεατρικά: "Το αυγό της κότας" και "Η Μεγάλη Άρκτος" (1981). Μεταφραστικά: Ευριπίδη "Ιφιγένεια η εν Ταύροις", Κέδρος Αθήνα 1969· Τάκιτου: "Γερμανία" (1980)· "Παλατινή Ανθολογία". Στράτωνος: "Μούσα παιδική", Κέδρος, Αθήνα 1980. Φιλολογικά: "Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας", Διαγώνιος Θεσσαλονίκη, 1965· "Τα δημοτικά μας τραγούδια", Ταχυδρόμος, Αθήνα 1966· "Μαγικά παραμύθια του Ελληνικού λαού", Ταχυδρόμος, Αθήνα, 1966· "Παραλογές", Ερμής Αθήνα 1970· "Καραγκιόζης" (3 τόμοι) Ερμής, Αθήνα 1973· "Παραμύθια του λαού μας" Ερμής, Αθήνα 1973· "Αλεξάνδρεια 1916, Ημερολόγιο Φίλιππου Δραγούμη", Δωδώνη, Αθήνα 1984. Περιοδικά: "Φυλλάδιο", τεύχη 1-6, 1978-1982, τεύχη 7-8. Παιδικά: "Ο Πίκος και η Πίκα", Αθήνα 1986.

Καμπούρογλου, Δημήτριος Γ.
Δημήτριος Καμπούρογλου (1852-1942). Ο Δημήτριος Καμπούρογλου γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του κωνσταντινουπολίτη Γρηγορίου Καμπούρογλου, λόγιου και ιδρυτή της πρώτης εθνικής θεατρικής σκηνής στη χώρα μας, και της Μαριάννας το γένος Σωτηριανού - Γέροντος από την Αθήνα. Μεγάλωσε σε υψηλό πνευματικό περιβάλλον, καθώς και η μητέρα του ήταν εξαιρετικά μορφωμένη για την εποχή. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και άσκησε στη δικηγορία για δεκαπέντε χρόνια. Στη συνέχεια εργάστηκε στο δημόσιο τομέα [Πρωτοδικείο Αθηνών (1872-1873), Αρχαιολογική Εταιρεία, Εθνική Βιβλιοθήκη, της οποίας διετέλεσε και διευθυντής (1904-1917)]. Ασχολήθηκε παράλληλα με τη δημοσιογραφία. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του συγκέντρωσε ιστορικό και χρονογραφικό υλικό για την Αθήνα, επανέκδωσε το ιδρυμένο από τον πατέρα του περιοδικό Εβδομάς, του οποίου ανέλαβε και τη διεύθυνση (1884-1886) και κυκλοφόρησε το λαογραφικό περιοδικό Δίπυλον (1910-1912). Τιμήθηκε με το κρατικό Αριστείο των Γραμμάτων (1923) και υπήρξε μέλος (από το 1927) και πρόεδρος (1934) της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1932 γιόρτασε τα πενήντα χρόνια της φιλολογικής του δραστηριότητας στο σύλλογο Παρνασσός. Πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1872, φοιτητής ακόμη, με την υποβολή της κωμωδίας του Ευσυνειδησία και Ασυνειδησία στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό, στον οποίο βραβεύτηκε τον επόμενο χρόνο για την ποιητική συλλογή Η φωνή της καρδιάς μου. Ακολούθησαν πολλές δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων του, με τα οποία κάλυψε πολλούς τομείς του γραπτού λόγου. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της λεγόμενης γενιάς του 1880. Στο σύνολο του έργου του κυριαρχεί η πρόθεσή του να καταγράψει την ιστορία της Αθήνας, για την οποία έτρεφε βαθιά αγάπη, και να αναδείξει μέσω του λόγου του την αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού στο πέρασμα των αιώνων. Για το λόγο αυτό στράφηκε τόσο στην ιστορική και λαογραφική μελέτη του παρελθόντος, κυρίως της περιόδου της τουρκοκρατίας, όσο και στην παρατήρηση της σύγχρονής του πραγματικότητας με έμφαση στα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Στον τομέα της γλώσσας κινήθηκε στα πλαίσια μιας συγκρατημένης δημοτικιστικής έκφρασης. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημήτριου Καμπούρογλου βλ. Γιάκος Δημ., «Καμπούρογλους Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μερακλής Μ.Γ., «Δημήτριος Καμπούρογλου», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.194-197. Αθήνα, Σοκόλης, 1977, Παπαγεωργίου Κώστας Γ., «Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖʼ (1880-1900), σ.52-69. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Σολωμού Αλίκη, «Καμπούρογλου Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Σπεράντσας Σ.Γ., «Καμπούρογλου Δημήτριος Γρ.», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 13. Αθήνα, Πυρσός, 1933. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Καρκαβίτσας, Ανδρέας
O Aνδρέας Kαρκαβίτσας (1865-1922), κύριος εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος, μετά τον Παπαδιαμάντη, γεννήθηκε στα Λεχαινά Hλείας. Ήταν πρωτότοκος γιος του Δημητρίου Καρκαβίτσα και της Άννας το γένος Σκαλτσά. Είχε τέσσερις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Τα πρώτα γράμματα έμαθε στη γενέτειρά του και δεκατριών χρόνων πήγε στην Πάτρα για γυμνασιακές σπουδές. Στην Πάτρα μελέτησε ελληνική μυθολογία και ελληνική λογοτεχνία, κυρίως τους Επτανήσιους και τους πεζογράφους της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Την περίοδο αυτή χρονολογείται ο άτυχος έρωτάς του για την Ιολάνθη Βασιλειάδη, από τη μορφή της οποίας θεωρείται πως εμπνεύστηκε για την ηρωίδα της "Λυγερής" (1896). Το 1883 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από οπού αποφοίτησε πέντε χρόνια αργότερα. Στην Αθήνα σχετίστηκε με τον Κωστή Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Η προκήρυξη του διαγωνισμού διηγήματος της "Εστίας" τον ώθησε στο χώρο της ηθογραφίας και ταξίδεψε σε χωριά της Ρούμελης για να συλλέξει λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε στα πρώτα έργα του. Το 1889 στρατεύτηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του "Ο ζητιάνος" το 1897. Υπηρέτησε επίσης ως έφεδρος δόκιμος γιατρός και το 1891 μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας διορίστηκε υγειονομικός γιατρός στο ατμόπλοιο "Αθήναι", με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τα παράλια της Μικράς Ασίας και τον Ελλήσποντο. Οι εμπειρίες του από την περίοδο αυτή της ζωής του περιέχονται στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο "Σ΄ Ανατολή και Δύση" και αξιοποιήθηκαν στη συλλογή διηγημάτων "Λόγια της πλώρης" (1899). Από τον Αύγουστο του 1896 και ως το 1921 υπήρξε μόνιμος αξιωματικός του ελληνικού στρατού φθάνοντας ως το βαθμό του γενικού αρχίατρου. Από τη θέση αυτή συνέχισε να ταξιδεύει με συνεχείς μεταθέσεις που επιδίωξε ο ίδιος (την έντονη αυτή επιθυμία του για τα ταξίδια ονόμαζε ο ίδιος "αειφυγία"). Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρίας που προωθούσε τη Μεγάλη Ιδέα και η ήττα του 1897 στάθηκε για τον Καρκαβίτσα πολύ μεγάλη απογοήτευση. Μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909, συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στράφηκε όμως στη συνέχεια εναντίον του Βενιζέλου. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχτηκε στο κίνημα Εθνικής Αμύνης με αποτέλεσμα να τεθεί σε περιορισμό και να εξοριστεί στη συνέχεια στη Μυτιλήνη. Στο στράτευμα επανήλθε το 1920 και αποστρατεύτηκε δυο χρόνια αργότερα με δική του αίτηση. Οι κακουχίες της εξορίας συνέβαλαν στον κλονισμό της υγείας του και το 1922 πέθανε από φυματίωση του λάρυγγα. Σύντροφός του στα τελευταία χρόνια της ζωής του στάθηκε η Δέσποινα Σωτηρίου. Η πορεία του Ανδρέα Καρκαβίτσα στα γράμματα ξεκίνησε στο πλαίσιο της φθίνουσας περιόδου του Αθηναϊκού Ρομαντισμού. Από την περίοδο αυτή σώζονται χειρόγραφα από ποιητικά και πεζά έργα του στην καθαρεύουσα. Πολύ σύντομα όμως στράφηκε στη δημοτική και έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους, δημοσιεύοντας από το 1885 άρθρα ποικίλου περιεχομένου, διηγήματα και νουβέλες σε πολλά αθηναϊκά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τις εκδόσεις των έργων του φρόντιζε ο ίδιος διορθώνοντας και συμπληρώνοντας τις αρχικές μορφές των κειμένων του. Το 1898 βραβεύτηκε στο διαγωνισμό της Εστίας για το διήγημα "Πάσχα στα πέλαγα" και το 1911 τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό. Γύρω στο 1905 η λογοτεχνική παραγωγή του παρουσίασε σημαντική κάμψη που διάρκεσε ως το τέλος της ζωής του με μοναδική εξαίρεση τη διετία 1918-1920, οπότε ξεκίνησε η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σχολικών αναγνωσμάτων σε συνεργασία με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ. Πριν το θάνατό του εξέδωσε δυο ακόμη συλλογές παλιότερων διηγημάτων του με στρατιωτική θεματογραφία ("Διηγήματα για τα παλικάρια μας" και "Διηγήματα του γυλιού"), ενώ δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον "Αρματωλό", μυθιστόρημα που είχε ξεκινήσει από το 1894. Στο λογοτεχνικό έργο του Καρκαβίτσα κυριαρχεί η δημοτική γλώσσα στη μετριοπαθή της έκφραση. Η συμβολή του συγγραφέα στο δημοτικιστ

Καστανάκης, Θράσος
Θράσος Καστανάκης (1901-1967). Ο Θράσος Καστανάκης γεννήθηκε στα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης. Είχε δυο μεγαλύτερους αδερφούς και έχασε σε παιδική ηλικία τη μητέρα του. Στα Ταταύλα πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και συνδέθηκε φιλικά με τον Λύσανδρο Πράσινο, καθηγητή γαλλικών και συνεκδότη του πολιτικού περιοδικού "Λόγος". Η φιλία αυτή γέννησε την αγάπη του Καστανάκη για τη γαλλική λογοτεχνία και τον ώθησε στην πρώτη του συγγραφική απόπειρα, το διήγημα "Φοβισμένη ψυχή", γραμμένο κατά τα μαθητικά του ακόμη χρόνια (1918). Την ίδια περίοδο δημοσίευσε μια μελέτη για τον σχεδόν άγνωστο τότε στον ελλαδικό χώρο Αρθούρο Ρεμπώ και το 1919, λίγο μετά την αποφοίτησή του από το Lycee National Francohellenique, έφυγε για το Παρίσι μαζί με τους φίλους του Γιώργο Βακαλό και Αντώνη Γιαννίδη. Εκεί σπούδασε στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του πανεπιστημίου της Σορβόννης. Αποφοίτησε με άριστα το 1921 και τον ίδιο χρόνο διορίστηκε επιμελητής του τμήματος Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας στην ίδια σχολή με διευθυντή το Γιάννη Ψυχάρη. Το 1929 παντρεύτηκε τη φιλόλογο Αγγέλα Βαλιάδου. Ο γάμος τους κράτησε τρία χρόνια και αμέσως μετά το διαζύγιο ο Καστανάκης παντρεύτηκε τη μαθήτριά της Αγγέλας Ελπίδα Μαυροειδή, που καταγόταν από το Κάιρο. Η Μαυροειδή στάθηκε μακροχρόνια σύντροφός του ως το θάνατό της από καρκίνο το 1964. Στην Ελλάδα επέστρεψε λίγο πριν την 28η Οκτωβρίου του 1940 και έζησε στην Αθήνα καθόλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Μετά την απελευθέρωση γύρισε στο Παρίσι, όπου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ανέπτυξε πολιτική δράση υπέρ της Αριστεράς, συστήνοντας τη Δημοκρατική Ένωση Ελλήνων της Γαλλίας και καταγγέλλοντας τις διώξεις εναντίον των ομοϊδεατών του στην Ελλάδα, μέσω ομιλιών και δημοσιευμάτων σε αγγλικά και γαλλικά έντυπα. Στο Παρίσι πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του, η οποία στάθηκε ιδιαίτερα μοναχική και επώδυνη μετά το θάνατο της δεύτερης γυναίκας του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από αλκοολισμό και προσβλήθηκε από κύρωση του ήπατος, αρρώστια που τον οδήγησε στο θάνατο. Τάφηκε στο Παρίσι. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1921 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής του "Οι ερημιές του Ηλιόχαρου" στην Κωνσταντινούπολη, μέρη της οποίας είχε δημοσιεύσει νωρίτερα στο περιοδικό Λόγος. Δημοσιεύσεις λογοτεχνημάτων πραγματοποίησε και στο βραχύβιο περιοδικό "Διόνυσος" (Κωνσταντινούπολης), στο οποίο υπήρξε και συνεκδότης. Το 1924 βραβεύτηκε στο διαγωνισμό μυθιστορήματος του εκδοτικού οίκου του Μιχαήλ Ζηκάκη με το έργο του "Πρίγκηπες". Από τότε και ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στην πεζογραφία, αφήνοντας μεγάλο σε όγκο έργο που αποτελείται συνολικά από δεκαπέντε μυθιστορήματα και ογδόντα έξι διηγήματα, μεγάλο μέρος του οποίου παραμένει ανέκδοτο. Γνωστά έργα του που εκδόθηκαν είναι: "Πρίγκηπες", 1924, "Στο χορό της Ευρώπης", 1929, "Η φυλή των ανθρώπων", 1932, "Ο ομογενής Βλαδίμηρος", 1936, "Τον καιρό της ειρήνης", 1942, "Προδομένη Γαλλία", 1945, "Ο Χατζή Μανουήλ", 1956, "Το κόκκινο άστρο" (μεταθανάτια έκδοση, 1985). Παράλληλα έγραψε κριτικά δοκίμια, άρθρα και μελέτες για περιοδικά όπως ο "Νουμάς", ο "Κύκλος", τα "Ελεύθερα Γράμματα", η "Επιθεώρηση Τέχνης". Στενή σχέση διατηρούσε επίσης με το θέατρο. Η γραφή του επηρεάστηκε από τη θεατρική τεχνική και συνεργάστηκε ως θεατρικός ανταποκριτής με παρισινά και αθηναϊκά περιοδικά. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά και ιταλικά. Το λογοτεχνικό έργο του Θράσου Καστανάκη τοποθετείται στην παράδοση της ελληνικής λογοτεχνίας της διασποράς. Στα πρώτα του βήματα δέχτηκε ισχυρή επίδραση από το δάσκαλό του Γιάννη Ψυχάρη, του οποίου το έργο και την προσωπικότητα εκτιμούσε βαθύτατα, παρά τη μεταξύ τους σύγκρουση. Από τον Ψυχάρη ο Καστανάκης κληρονόμησε κυρίως την ισόβια επιλογή μιας τεχνητής δημοτικιστικής γλώσσας στο έργο του, καθώς επίσης την αναγωγή της Ελλάδας σε υπέρτατη Ιδέα, στην οποία ήταν ταγμένος σʼ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το έργο του αποτελεί έκφραση της θεωρίας του για την ελληνικότητα και της ιδεολογικής μάλλον παρά βιωματικής νοσταλγίας του για τον ελληνικό χώρο. Φυσικοί δεσμοί τον συνέδεαν μόνο με

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.