Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Αλλόκοτα, παράξενα
(Όπου εδιχάζετο το ρεύμα)

No Cover


Σημείωση: Ανθολογούνται οι: Βλαχογιάννης, Γιάννης - Επισκοπόπουλος, Νικόλαος - Θεοτόκης, Κωνσταντίνος - Κονδυλάκης, Ιωάννης - Μπάρας, Αλέξανδρος κ.ά. Πρόλογος: Αλεξάνδρα Πλαστήρα.

17χ13 εκ., 313 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Ελληνικό Διήγημα: Θεματική Ανθολόγηση
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.300 8 (Νεοελληνική πεζογραφία - Διήγημα - Συλλογές )
Άλλα πρόσωπα: Μαίρη Ι. Γιόση (Ανθολόγος) , Μαρία Λαϊνά (Ανθολόγος) , Άννα Χρυσογέλου - Κατσή (Ανθολόγος) ,
ISBN: 978-960-7058-40-9
ISBN (10ψήφιο): 960-7058-40-2
Βάρος: 0.357 κιλά
Έτος Κυκλοφορίας: 1995
Γράψε τη δική σου κριτική
12.72
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

8.78
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Βλαχογιάννης, Γιάννης, 1867-1945
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ (1867-1945). Ο Γιάννης Βλαχογιάννης γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1867. Ο πατέρας του Οδυσσέας Βλάχος καταγόταν από γενιά αγωνιστών της Ρούμελης και η μητέρα του Αναστασία Γκιώνη από το Σούλι. Είχε τρεις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Οι αναμνήσεις του 1821 διατηρήθηκαν ζωντανές στη μνήμη του και διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά του. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Ναύπακτο και για τα γυμνασιακά μαθήματα ταξίδεψε στη Ζάκυνθο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Το 1886 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών στο τμήμα Φιλολογίας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του (τις οποίες δεν ολοκλήρωσε), εργαζόταν ως οικοδιδάσκαλος και ως διορθωτής στην Εφημερίδα του Κορομηλά. Αργότερα έγινε συντάκτης στην Εστία, ενώ παράλληλα με την οικονομική συνδρομή ομογενών (μεταξύ άλλων και του Εμμανουήλ Μπενάκη) περισυνέλεξε τεράστιο σε όγκο αρχειακό υλικό του 19ου αιώνα κυρίως σχετικό με τον Αγώνα και κατόρθωσε να εκδώσει ένα μέρος του, (όπως τα αρχεία του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη και του Σπυρομήλιου, το Χιακό αρχείο, το Αθηναϊκό αρχείο και τη βιογραφία του Καραϊσκάκη). Στην ολοκλήρωση της αρχειακής του έρευνας ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του και ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια και το Λονδίνο. Η εργασία του υπήρξε εξαιρετικά συστηματική και συνέβαλε αποφασιστικά στην καταγραφή της ελληνικής ιστορίας του περασμένου αιώνα. Το 1914 με δική του εισήγηση ιδρύθηκαν από τον Βενιζέλο τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, όπου διετέλεσε και πρώτος διευθυντής ως το 1937. Πέθανε το 1945 στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται στα 1893 με το διήγημα Ο ξενιτεμένος και με τις Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη, συλλογή τριών ηθογραφικών διγημάτων γραμμένων στη δημοτική. Έγινε γρήγορα δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους και επαινέθηκε από τον Κωστή Παλαμά. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (όπως τα Τέχνη, Ηγησώ, Μούσα), εφημερίδες (όπως οι Εστία, Αστραπή, Εφημερίς) και ημερολόγια της εποχής του. Οι οικονομικές δυσκολίες που τον συνόδευαν σʼ όλη τη ζωή του δεν του επέτρεψαν να εκδώσει παρά ένα μικρό μέρος του συνολικού έργου του. Εξέδωσε το περιοδικό Προπύλαια (έξι τεύχη από το 1901 ως το 1908), όπου δημοσίευσε ποιήματα, πεζογραφήματα και ιστορικές μελέτες. Με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από την ελληνική Ανεξαρτησία εξέδωσε με δικά του έξοδα τις συλλογές διηγημάτων Τα μεγάλα χρόνια (1930, πρώτη δημοσίευση του 1914) και Τα παλικάρια τα παλιά (1931). Στο σύνολο των γραπτών του περιλαμβάνονται ποιήματα, πεζογραφήματα, ιστορικές μελέτες, κριτικά δοκίμια, άρθρα, ακόμη και ένα μονόπρακτο έργο για το θέατρο (Χήρα μάνα). Ως λογοτέχνης είναι γνωστός κυρίως για την πεζογραφική παραγωγή του. Ο Βλαχογιάννης επιχείρησε να συνδυάσει ιστορικά (ηρωικής θεματικής) και ηθογραφικά στοιχεία με βασικό στόχο του να συμβάλει στον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας και στην ψυχολογική σύνδεση των νεοελλήνων με το παρελθόν τους. Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης οι ψυχογραφικές και συμβολικές διαστάσεις των έργων του. Γλώσσα των γραπτών του είναι η δημοτική την οποία υιοθέτησε εξαρχής, ακόμη και στις ιστορικές μελέτες του, δε συμμετείχε όμως στις γλωσσικές διαμάχες της εποχής του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη βλ. Παπακώστας Άγγελος, «Βλαχογιάννης Γιάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 4. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Πίστας Π.Σ., «Βλαχογιάννης Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Σταυροπούλου Έρη, «Γιάννης Βλαχογιάννης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900), σ.342-344. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Επισκοπόπουλος, Νικόλαος
Νικόλαος Επισκοπόπουλος (1874 - 1944). Ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του Διονύσιου Επισκοπόπουλου και της δεύτερης γυναίκας του Αδριανής Σιγούρου, ξαδέλφης του ποιητή Μαρίνου Σιγούρου, η οποία του μετέδωσε την αγάπη της για τα γράμματα και τις ξένες γλώσσες. Στη Ζάκυνθο φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο εγκατέλειψε όμως στη δεύτερη τάξη και συνέχισε ως αυτοδίδακτος, μελετώντας μανιωδώς λογοτεχνικά και επιστημονικά κείμενα. Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων εργάστηκε ως βοηθός συνταγολόγος φαρμακοποιού και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε ένα φιλολογικό ημερολόγιο, όπου δημοσίευε κείμενά του. Μετά το θάνατο του πατέρα του εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στην Αθήνα (το 1892) και συνέχισε να μελετάει. Το 1893 πραγματοποίησε την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία δημοσιεύοντας με μεσολάβηση του Γρηγορίου Ξενόπουλου στην εφημερίδα Άστυ το διήγημα Ut diese mineur, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από το Δημ.Κακλαμάνο και οδήγησε στην πρόσληψή του στην εφημερίδα ως μόνιμου συντάκτη. Ακολούθησαν δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων, ποιημάτων, χρονογραφημάτων, μεταφράσεων και δοκιμίων κριτικής στα έντυπα Εθνικόν Ημερολόγιον του Κων/νου Σκόκου, Εστία, Παναθήναια, Τέχνη του Κων/νου Χατζόπουλου, Το περιοδικόν μας του Γεράσιμου Βώκου και αλλού, δραστηριότητα η οποία ενέταξε τον Επισκοπόπουλο στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους. Σχετίστηκε με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, τον Παύλο Νιρβάνα, και σύχναζε στα φιλολογικά σαλόνια του Γεώργιου Δροσίνη, του Γεώργιου Σουρή και της Καλλιρρόης Παρρέν. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ανατόλ Φρανς στην Αθήνα ο Επισκοπόπουλος ανέλαβε να τον ξεναγήσει στα αρχαιολογικά αξιοθέατα της πόλης και συνδέθηκε φιλικά μαζί του και με τη φίλη του, την κυρία Καβαγιέ. Οι δύο τελευταίοι του πρότειναν να εγκατασταθεί στο Παρίσι, πράγμα που έκανε το 1904 μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του Αδριανή. Στο Παρίσι ο Επισκοπόπουλος έγινε γνωστός ως λογοτέχνης, μελετητής, κριτικός και απομνημονευματογράφος του Ανατόλ Φρανς με το ψευδώνυμο Nicolas Segur και συνεργάστηκε με γνωστά έντυπα της πόλης, όπως τα Figaro, Matin, Revue des revues. Πέθανε στο Παρίσι από ημιπληγία. Το λογοτεχνικό έργο του Νικόλαου Επισκοπόπουλου κινείται στα πλαίσια του αισθητισμού, με πρότυπα συγγραφείς όπως οι Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Κάρολος Μπωντλαίρ και Ανατόλ Φρανς. Γλώσσα του ήταν η περίτεχνη καθαρεύουσα με σαφές προσωπικό στίγμα, την οποία υπέταξε στις ανάγκες της ιδιόμορφης αφηγηματικής τεχνικής του, που, μακριά από το ρεαλισμό και με συχνή χρήση των στοιχείων του φανταστικού και του παράδοξου, υπηρέτησε μια φόρμα με έμφαση στην εσωτερική πλοκή, στη δραματική δηλαδή απεικόνιση της ψυχικής κατάστασης και εξέλιξης του εκάστοτε ήρωα ή του ίδιου του συγγραφέα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νικόλαου Επισκοπόπουλου βλ. Αβουρης Σπυρ., «Επισκοπόπουλος Νικόλαος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Δάλλας Γιάννης, «Νικόλαος Επισκοπόπουλος», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Θ΄ (1900-1914), σ.24-50. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Θεοτόκης, Κωνσταντίνος
Θεοτόκης Κωνσταντίνος (1872-1923). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε το 1872 στην Κέρκυρα, γιος του Μάρκου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανιψιάς του Ιάκωβου Πολυλά. Είχε δυο αδερφούς. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιδιωτικό σχολείο Κοντούτη, στη συνέχεια φοίτησε για οχτώ χρόνια στο Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας και τέλειωσε το γυμνάσιο το 1888. Μαθητής ακόμα έγραψε το σχολικό εγχειρίδιο Εγχειρίδιον προς κατασκευήν διαφόρων εκ χάρτου παιγνίων. Μέρος πρώτον : Το πτηνόν. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε και το ενδιαφέρον του για τις φυσικές επιστήμες και το 1884 σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών εξέδωσε με τον αδερφό του Κωνσταντίνο την εφημερίδα Ελπίς. Το 1887 εξέδωσε μια μελέτη για τον ηλεκτροχημικό τηλέγραφο και έστειλε μια μελέτη για το κυβερνώμενο αερόστατο στη Γαλλική Ακαδημία των Επιστημών που επαινέθηκε.Το 1889 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης για σπουδές φυσικομαθηματικών επιστημών. Η κοσμική και σπάταλη ζωή που επέλεξε τον οδήγησε δυο χρόνια αργότερα για συνέχιση των σπουδών του στη Βενετία. Εκεί σύναψε δεσμό με τη βαρώνη Ερνεστίνη φον Μάλοβιτς, δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερή του, από την οποία χώρισε προσωρινά κατόπιν παρέμβασης του πατέρα του τον ίδιο χρόνο, την παντρεύτηκε όμως δυο χρόνια αργότερα στη Βοημία. Ένα χρόνο αργότερα εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στον πύργο των Καρουσάδων. Τότε χρονολογείται και η έναρξη της βαθιάς φιλίας του με το Λορέντζο Μαβίλη, με τον οποίο πήρε μέρος στην κρητική επανάσταση και στον πόλεμο του 1897 και από τον οποίο υιοθέτησε το ενδιαφέρον του για τη σανσκριτική μυθολογία. Στη συνέχεια ο Κωνσταντίνος έφυγε για σπουδές έξι μηνών στο Γκρατς της Αυστρίας, όπου ήρθε σε επαφή με τη σκέψη του Μαρξ και του Νίτσε και στράφηκε προς τις θεωρητικές επιστήμες. Το 1895 εξέδωσε ένα ρομάντζο στα γαλλικά, το 1899 δημοσίευσε σε συνέχειες το Πάθος και το Πίστομα στο περιοδικό Τέχνη του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Το 1900 πέθανε η κόρη του Ερνεστίνη από μηνιγγίτιδα σε ηλικία πέντε ετών. Το 1901δημοσίευσε στο Διόνυσο το διήγημα Juventus Mundi και τον επόμενο χρόνο την Κασσώπη. Το 1902 επισκέφτηκε τη Ζάκυνθο με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σολωμού και τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε ένα άρθρο για το Σολωμό στην εφημερίδα Neue Presse της Βιέννης. Το 1903 γνωρίστηκε με την μετέπειτα στενή φίλη του Ειρήνη Δεντρινού και το 1904 δημοσίευσε στο Νουμά τη διατριβή του Σανσκριτική και καθαρεύουσα. Το 1905 οργάνωσε συνέδριο δημοτικιστών στην Κέρκυρα με αφορμή την εκεί επίσκεψη του Αλέξανδρου Πάλλη. Οι καλεσμένοι επίσης Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ψυχάρης και Ιωάννης Γρυπάρης δεν παρευρέθηκαν. Στη διετία 1907-1909 βρέθηκε στο πανεπιστήμιο του Μονάχου για σπουδές και επέστρεψε στην Κέρκυρα, όπου υποδέχτηκε τον σοσιαλιστή Μαζαράκη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου Κερκύρας και κατόπιν του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας και το 1912 τιμήθηκε με το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος από την κυβέρνηση, βραβείο που όμως δε δέχτηκε. Το 1916 συμμετείχε σε ειδική αποστολή του επαναστατικού κινήματος Θεσσαλονίκης στη Ρώμη μετά από ανάθεση του τότε υπουργού Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη. Επέστρεψε στην Κέρκυρα και διορίστηκε αντιπρόσωπος της κυβέρνησης στην Κέρκυρα, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον ίδιο χρόνο. Το 1917 μετά την πτώση της αυστροουγγρικής μοναρχίας ο Θεοτόκης και η σύζυγός του καταστράφηκαν οικονομικά. Η υγεία του κλονίστηκε. Εργάστηκε σποραδικά ως διευθυντής λογοκρισίας (για δυο μέρες), ως υπάλληλος των εκδόσεων Ελευθερουδάκη, της Υπηρεσίας Ξένων και Εκθέσεων και της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ενώ δεν έπαψε σʼ όλη τη ζωή του να δημοσιεύει πεζογραφικά, ποιητικά και μεταφραστικά έργα του σε πολλά λογοτεχνικά και εφημερίδες (όπως Η Τέχνη, ο Νουμάς, ο Διόνυσος κ.α.).Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα λόγω της άθλιας οικονομικής του κατάστασης και της αρρώστιας του . Εγχειρίστηκε στον Ευαγγελισμό και οι γιατροί τον συμβούλεψαν να φύγει για την Κέρκυρα, όπου πέθανε την πρώτη Ιουλίου του 1923, αφήνοντας ανολοκλήρωτο το τελευταίο του έργο με τίτλο Ο παπά Ιορδάνης περίχαρος και η ενορία του. Στο χώρο της πρωτότυπης λογοτεχνικής δημιουργίας ο Θεοτόκης ασχολήθηκε κυρίως με την πεζογραφία. Ξεκ

Κονδυλάκης, Ιωάννης Δ.
Iωάννης Κονδυλάκης (1861-1920). Ο Ιωάννης Κονδυλάκης γεννήθηκε στην Άνω Βιάννο της Κρήτης, γόνος γνωστής οικογένειας αγωνιστών του νησιού. Σε παιδική ηλικία κατέφυγε ως πρόσφυγας με την οικογένειά του στον Πειραιά και επέστρεψε στη γενέτειρά του το 1869. Εκεί έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Στη συνέχεια ξεκίνησε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Ηράκλειο και το 1884 αποφοίτησε από το Βαρβάκειο γυμνάσιο της Αθήνας. Μεσολάβησε διακοπή των σπουδών του από το 1877 και ως το 1883, περίοδος κατά την οποία πήρε μέρος στην επανάσταση της Κρήτης, εργάστηκε στο Εφετείο και το Ειρηνοδικείο Χανίων και στις λιμενικές Αρχές της Σητείας και ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα σε εφημερίδες των Χανίων. Το 1884 διακρίθηκε στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Εστία με το έργο του Η Κρήσσα ορφανή και εξέδωσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Διηγήματα. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, για λόγους οικονομικής ανέχειας όμως δε μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Ξανάφυγε για την Κρήτη, εργάστηκε ως δάσκαλος στο Μώδι της Κυδωνίας, σύντομα όμως παραιτήθηκε και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία αρχικά στα Χανιά και στη συνέχεια στην Αθήνα, όπου κατέφυγε το 1889 διωγμένος από τις τουρκικές αρχές, εξαιτίας του πατριωτικού περιεχομένου των έργων του. Στην Αθήνα συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες ( Άστυ, Εφημερίς, Σκριπ ) και από το 1865 έγινε μόνιμος συντάκτης στο περιοδικό Εμπρός με το ψευδώνυμο Διαβάτης. Παράλληλα σύχναζε στο φιλολογικό καφενείο του Ζαχαράτου και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συντακτών. Βαθιά επίδραση στην ψυχοσύνθεσή του άσκησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Το 1918 έφυγε ξανά για την Κρήτη και επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια. Επέστρεψε στα Χανιά το 1919 σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση και ένα χρόνο αργότερα προσβλήθηκε από ημιπληγία και πέθανε στο Πανάνειο νοσοκομείο του Ηρακλείου. Στο χώρο της δημοσιογραφίας ο Κονδυλάκης ασχολήθηκε κυρίως με το χρονογράφημα. Συνολικά δημοσίευσε περίπου 6000 χρονογραφήματα, καλλιεργώντας το είδος και προσδίδοντας του λογοτεχνική αξία. Έγραψε επίσης επιφυλλίδες, σχολικά αναγνώσματα και επαναστατικά απομνημονεύματα, ενώ συμπλήρωσε την Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης των Ζαμπέλιου και Κριτοβουλίδη και μετέφρασε γαλλικά μυθιστορήματα και τα Άπαντα του Λουκιανού. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε κυρίως το διήγημα και τη νουβέλα. Τα έργα του τοποθετούνται στο πλαίσιο της ηθογραφικής πεζογραφίας με αξιόλογα ψυχολογικά και ψυχογραφικά στοιχεία και ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί και η γλώσσα του, μείγμα λόγιας έκφρασης και κρητικής διαλέκτου. Τα πιο γνωστά έργα του είναι ο Πατούχας, η Πρώτη Αγάπη και το Όταν ήμουν δάσκαλος. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ιωάννη Κονδυλάκη βλ. Κωστίου Κατερίνα, «Κονδυλάκης Ιωάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Μαυροειδή - Παπαδάκη Σοφία, «Κονδυλάκης Ιωάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Στεργιόπουλος Κώστας, «Ιωάννης Κονδυλάκης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Στ΄ (1880-1900), σ.324-391. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μπάρας, Αλέξανδρος
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΑΣ (1906 - ;) Ο Αλέξανδρος Μπάρας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Μενέλαου Αναγνωστόπουλου) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στα εφηβικά του χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή έζησε για περισσότερο από δυο χρόνια στο Κάιρο της Αιγύπτου κοντά σε συγγενείς του. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να αποφοιτήσει ποτέ. Εργάστηκε για τριανταπέντε χρόνια ως υπάλληλος του Διπλωματικού Σώματος στο ελληνικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης και από το 1966 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ταξίδεψε ανά τον κόσμο. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις ποιημάτων σε εφημερίδες του Καΐρου και της Κωνσταντινούπολης. Το 1929 έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους με τη δημοσίευση στο περιοδικό Αλεξανδρινά Γράμματα του ποιήματος Η Κλεοπάτρα, η Σεμίραμις και η Θεοδώρα, που θεωρήθηκε πρωτοποριακό για την εποχή και το 1933 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Συνθέσεις. Συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά Ρυθμός, Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Πειραϊκά Γράμματα, Ποιητική Τέχνη, Τέχνη, Πυρσός κ.α. Ασχολήθηκε επίσης με την ποιητική μετάφραση (Οχράν Βελή, Μπωντλαίρ, Ρεμπώ κ.α.), την πεζογραφία, την αρθρογραφία και την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Οι μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας τοποθετούν το έργο του Αλέξανδρου Μπάρα στο μεταίχμιο ανάμεσα στη μεσοπολεμική και τη νεώτερη ελληνική ποίηση, η οποία συνδυάζει επιρροές από την ειρωνεία του Καβάφη, τον κοσμοπολιτισμό του Κώστα Ουράνη, το πικρό χιούμορ του Καρυωτάκη και τις τάσεις της γαλλικής συμβολιστικής ποίησης. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αλέξανδρου Μπάρα βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Μπάρας Αλέξανδρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Γουνελάς Δ., «Μπάρας Αλέξανδρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987 και Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Αλέξανδρος Μπάρας», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία - Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.482-485. Αθήνα, Σοκόλης, 1980. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.