Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Του έρωτα
(Μύρον εκκενωθέν όνομά σου)

No Cover


Σημείωση: Ανθολογούνται οι: Δαμβέργης, Ιωάννης - Επισκοπόπουλος, Νικόλαος - Θεοτόκης, Κωνσταντίνος - Καραγάτσης, Μ. - Κρυστάλλης, Κώστας κ.ά. Πρόλογος: Μαρία Κακαβούλια.

17χ13 εκ., 319 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Ελληνικό Διήγημα: Θεματική Ανθολόγηση
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.300 8 (Νεοελληνική πεζογραφία - Διήγημα - Συλλογές )
Άλλα πρόσωπα: Μαίρη Ι. Γιόση (Ανθολόγος) , Μαρία Λαϊνά (Ανθολόγος) , Άννα Χρυσογέλου - Κατσή (Ανθολόγος) ,
ISBN: 978-960-7058-36-2
ISBN (10ψήφιο): 960-7058-36-4
Βάρος: 0.364 κιλά
Έτος Κυκλοφορίας: 1994
Γράψε τη δική σου κριτική
12.72
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

8.90
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Δαμβέργης, Ιωάννης Μ.
Ιωάννης Μ. Δαμβέργης (1862-1938). Ο Ιωάννης Δαμβέργης του Μιλτιάδη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σε παιδική ηλικία και ενώ μαινόταν η κρητική επανάσταση κατέφυγε με την οικογένειά του στη Σμύρνη, όπου μαθήτευσε στην Ευαγγελική Σχολή. Σπούδασε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών και εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα, όπου ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία και τις εκδόσεις περιοδικών και εφημερίδων. Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού Εβδομάς την περίοδο 1887-1892 και της Εφημερίδας των συζητήσεων, ενώ από το 1902 ως το 1916 ανέλαβε την έκδοση και διανομή του ακραίου εθνικιστικού φυλλαδίου Πάτρια. Αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική ως μέλος της κρητικής αντιπροσωπείας και της τελευταίας απελευθερωτικής επιτροπής των Κρητών, θέσεις από τις οποίες ενίσχυσε τον αγώνα των κρητικών για ανεξαρτησία, ενώ υπήρξε επίσης διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθέριου Βενιζέλου, γενικός γραμματέας της οργανωτικής επιτροπής για τον εορτασμό της εθνικής εκατονταετηρίδας το 1931, και οργανωτικό μέλος του εορτασμού των εκατό χρόνων από τη γέννηση του λόρδου Byron. Ως υποστηρικτής της βενιζελικής παράταξης συνελήφθη το Νοέμβρη του 1916 και φυλακίστηκε ως το Γενάρη του επόμενου χρόνου επί εσχάτη προδοσία. Ιδρυτής του σωματείου Αδελφότητα Αγάπης Ακριτών και συνεργάτης της νεοϋορκέζικης ελληνόφωνης εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ, ο Ιωάννης Δαμβέργης υπήρξε επίσης γενικός γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου κατά τα πρώτα έτη της λειτουργίας του, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του και ιδρυτής επιστημονικών οργανώσεων όπως της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών και της Εταιρείας Κρητικών Μελετών. Πέθανε στην Αθήνα. Το πεζογραφικό έργο του Ιωάννη Δαμβέργη τοποθετείται χρονικά στη λογοτεχνική γενιά του 1880, η δράση της οποίας σημαδεύτηκε από το γλωσσικό ζήτημα. Ο Δαμβέργης ανήκε στη συντηρητική γλωσσική παράταξη και για τη συλλογή του Οι Κρήτες μου υιοθέτησε μια μικτή έκφραση (καθαρεύουσα στα αφηγηματικά μέρη, δημοτική στους λαϊκούς διαλόγους), η οποία ανταποκρινόταν στο σαφή πατριωτικό προσανατολισμό της αφηγηματογραφίας του με συχνές αναφορές στο ένδοξο παρελθόν του έθνους. Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Επεισόδια της ζωής πλησιάζει περισσότερο το χρονογράφημα παρά τη λογοτεχνική γραφή. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ιωάννη Δαμβέργη βλ. Γαραντούδης Ευριπίδης, «Ιωάννης Μ. Δαμβέργης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ζ΄ (1880-1900), σ.310-321. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Γιαλουράκης Μανώλης, «Δαμβέργης Ιωάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και χ.σ., «Δαμβέργης Ιωάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Επισκοπόπουλος, Νικόλαος
Νικόλαος Επισκοπόπουλος (1874 - 1944). Ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, γιος του Διονύσιου Επισκοπόπουλου και της δεύτερης γυναίκας του Αδριανής Σιγούρου, ξαδέλφης του ποιητή Μαρίνου Σιγούρου, η οποία του μετέδωσε την αγάπη της για τα γράμματα και τις ξένες γλώσσες. Στη Ζάκυνθο φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο εγκατέλειψε όμως στη δεύτερη τάξη και συνέχισε ως αυτοδίδακτος, μελετώντας μανιωδώς λογοτεχνικά και επιστημονικά κείμενα. Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων εργάστηκε ως βοηθός συνταγολόγος φαρμακοποιού και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε ένα φιλολογικό ημερολόγιο, όπου δημοσίευε κείμενά του. Μετά το θάνατο του πατέρα του εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στην Αθήνα (το 1892) και συνέχισε να μελετάει. Το 1893 πραγματοποίησε την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία δημοσιεύοντας με μεσολάβηση του Γρηγορίου Ξενόπουλου στην εφημερίδα Άστυ το διήγημα Ut diese mineur, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από το Δημ.Κακλαμάνο και οδήγησε στην πρόσληψή του στην εφημερίδα ως μόνιμου συντάκτη. Ακολούθησαν δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων, ποιημάτων, χρονογραφημάτων, μεταφράσεων και δοκιμίων κριτικής στα έντυπα Εθνικόν Ημερολόγιον του Κων/νου Σκόκου, Εστία, Παναθήναια, Τέχνη του Κων/νου Χατζόπουλου, Το περιοδικόν μας του Γεράσιμου Βώκου και αλλού, δραστηριότητα η οποία ενέταξε τον Επισκοπόπουλο στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους. Σχετίστηκε με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, τον Παύλο Νιρβάνα, και σύχναζε στα φιλολογικά σαλόνια του Γεώργιου Δροσίνη, του Γεώργιου Σουρή και της Καλλιρρόης Παρρέν. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Ανατόλ Φρανς στην Αθήνα ο Επισκοπόπουλος ανέλαβε να τον ξεναγήσει στα αρχαιολογικά αξιοθέατα της πόλης και συνδέθηκε φιλικά μαζί του και με τη φίλη του, την κυρία Καβαγιέ. Οι δύο τελευταίοι του πρότειναν να εγκατασταθεί στο Παρίσι, πράγμα που έκανε το 1904 μαζί με τη γυναίκα του και την κόρη του Αδριανή. Στο Παρίσι ο Επισκοπόπουλος έγινε γνωστός ως λογοτέχνης, μελετητής, κριτικός και απομνημονευματογράφος του Ανατόλ Φρανς με το ψευδώνυμο Nicolas Segur και συνεργάστηκε με γνωστά έντυπα της πόλης, όπως τα Figaro, Matin, Revue des revues. Πέθανε στο Παρίσι από ημιπληγία. Το λογοτεχνικό έργο του Νικόλαου Επισκοπόπουλου κινείται στα πλαίσια του αισθητισμού, με πρότυπα συγγραφείς όπως οι Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Κάρολος Μπωντλαίρ και Ανατόλ Φρανς. Γλώσσα του ήταν η περίτεχνη καθαρεύουσα με σαφές προσωπικό στίγμα, την οποία υπέταξε στις ανάγκες της ιδιόμορφης αφηγηματικής τεχνικής του, που, μακριά από το ρεαλισμό και με συχνή χρήση των στοιχείων του φανταστικού και του παράδοξου, υπηρέτησε μια φόρμα με έμφαση στην εσωτερική πλοκή, στη δραματική δηλαδή απεικόνιση της ψυχικής κατάστασης και εξέλιξης του εκάστοτε ήρωα ή του ίδιου του συγγραφέα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νικόλαου Επισκοπόπουλου βλ. Αβουρης Σπυρ., «Επισκοπόπουλος Νικόλαος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Δάλλας Γιάννης, «Νικόλαος Επισκοπόπουλος», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Θ΄ (1900-1914), σ.24-50. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Θεοτόκης, Κωνσταντίνος
Θεοτόκης Κωνσταντίνος (1872-1923). Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε το 1872 στην Κέρκυρα, γιος του Μάρκου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά, ανιψιάς του Ιάκωβου Πολυλά. Είχε δυο αδερφούς. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιδιωτικό σχολείο Κοντούτη, στη συνέχεια φοίτησε για οχτώ χρόνια στο Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας και τέλειωσε το γυμνάσιο το 1888. Μαθητής ακόμα έγραψε το σχολικό εγχειρίδιο Εγχειρίδιον προς κατασκευήν διαφόρων εκ χάρτου παιγνίων. Μέρος πρώτον : Το πτηνόν. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε και το ενδιαφέρον του για τις φυσικές επιστήμες και το 1884 σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών εξέδωσε με τον αδερφό του Κωνσταντίνο την εφημερίδα Ελπίς. Το 1887 εξέδωσε μια μελέτη για τον ηλεκτροχημικό τηλέγραφο και έστειλε μια μελέτη για το κυβερνώμενο αερόστατο στη Γαλλική Ακαδημία των Επιστημών που επαινέθηκε.Το 1889 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης για σπουδές φυσικομαθηματικών επιστημών. Η κοσμική και σπάταλη ζωή που επέλεξε τον οδήγησε δυο χρόνια αργότερα για συνέχιση των σπουδών του στη Βενετία. Εκεί σύναψε δεσμό με τη βαρώνη Ερνεστίνη φον Μάλοβιτς, δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερή του, από την οποία χώρισε προσωρινά κατόπιν παρέμβασης του πατέρα του τον ίδιο χρόνο, την παντρεύτηκε όμως δυο χρόνια αργότερα στη Βοημία. Ένα χρόνο αργότερα εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του στον πύργο των Καρουσάδων. Τότε χρονολογείται και η έναρξη της βαθιάς φιλίας του με το Λορέντζο Μαβίλη, με τον οποίο πήρε μέρος στην κρητική επανάσταση και στον πόλεμο του 1897 και από τον οποίο υιοθέτησε το ενδιαφέρον του για τη σανσκριτική μυθολογία. Στη συνέχεια ο Κωνσταντίνος έφυγε για σπουδές έξι μηνών στο Γκρατς της Αυστρίας, όπου ήρθε σε επαφή με τη σκέψη του Μαρξ και του Νίτσε και στράφηκε προς τις θεωρητικές επιστήμες. Το 1895 εξέδωσε ένα ρομάντζο στα γαλλικά, το 1899 δημοσίευσε σε συνέχειες το Πάθος και το Πίστομα στο περιοδικό Τέχνη του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Το 1900 πέθανε η κόρη του Ερνεστίνη από μηνιγγίτιδα σε ηλικία πέντε ετών. Το 1901δημοσίευσε στο Διόνυσο το διήγημα Juventus Mundi και τον επόμενο χρόνο την Κασσώπη. Το 1902 επισκέφτηκε τη Ζάκυνθο με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σολωμού και τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε ένα άρθρο για το Σολωμό στην εφημερίδα Neue Presse της Βιέννης. Το 1903 γνωρίστηκε με την μετέπειτα στενή φίλη του Ειρήνη Δεντρινού και το 1904 δημοσίευσε στο Νουμά τη διατριβή του Σανσκριτική και καθαρεύουσα. Το 1905 οργάνωσε συνέδριο δημοτικιστών στην Κέρκυρα με αφορμή την εκεί επίσκεψη του Αλέξανδρου Πάλλη. Οι καλεσμένοι επίσης Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ψυχάρης και Ιωάννης Γρυπάρης δεν παρευρέθηκαν. Στη διετία 1907-1909 βρέθηκε στο πανεπιστήμιο του Μονάχου για σπουδές και επέστρεψε στην Κέρκυρα, όπου υποδέχτηκε τον σοσιαλιστή Μαζαράκη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου Κερκύρας και κατόπιν του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας και το 1912 τιμήθηκε με το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος από την κυβέρνηση, βραβείο που όμως δε δέχτηκε. Το 1916 συμμετείχε σε ειδική αποστολή του επαναστατικού κινήματος Θεσσαλονίκης στη Ρώμη μετά από ανάθεση του τότε υπουργού Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη. Επέστρεψε στην Κέρκυρα και διορίστηκε αντιπρόσωπος της κυβέρνησης στην Κέρκυρα, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον ίδιο χρόνο. Το 1917 μετά την πτώση της αυστροουγγρικής μοναρχίας ο Θεοτόκης και η σύζυγός του καταστράφηκαν οικονομικά. Η υγεία του κλονίστηκε. Εργάστηκε σποραδικά ως διευθυντής λογοκρισίας (για δυο μέρες), ως υπάλληλος των εκδόσεων Ελευθερουδάκη, της Υπηρεσίας Ξένων και Εκθέσεων και της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ενώ δεν έπαψε σʼ όλη τη ζωή του να δημοσιεύει πεζογραφικά, ποιητικά και μεταφραστικά έργα του σε πολλά λογοτεχνικά και εφημερίδες (όπως Η Τέχνη, ο Νουμάς, ο Διόνυσος κ.α.).Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα λόγω της άθλιας οικονομικής του κατάστασης και της αρρώστιας του . Εγχειρίστηκε στον Ευαγγελισμό και οι γιατροί τον συμβούλεψαν να φύγει για την Κέρκυρα, όπου πέθανε την πρώτη Ιουλίου του 1923, αφήνοντας ανολοκλήρωτο το τελευταίο του έργο με τίτλο Ο παπά Ιορδάνης περίχαρος και η ενορία του. Στο χώρο της πρωτότυπης λογοτεχνικής δημιουργίας ο Θεοτόκης ασχολήθηκε κυρίως με την πεζογραφία. Ξεκ

Καραγάτσης, Μ.
O M. Kαραγάτσης (πραγματικό όνομα Δημήτρης Pοδόπουλος) γεννήθηκε το 1908 στην Aθήνα. Tο αινιγματικό αρχικό M. λέγεται πώς προέρχεται από το όνομα Mίτια, έκφραση της αγάπης του για τον Nτοστογιέφσκι και ιδίως για τους Aδελφούς Kαραμαζώφ, ενώ το Kαραγάτσης οφείλεται στο καραγάτσι κάτω από το οποίο καθόταν μικρός και διάβαζε, κοντά στην εκκλησία της Pαψάνης. Tο 1924 τελειώνει το Γυμνάσιο και πηγαίνει στην Γκρενόμπλ για να σπουδάσει νομικά τα οποία, από τον επόμενο χρόνο, θα τα συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Tο 1927 παίρνει μέρος στον πρώτο λογοτεχνικό διαγωνισμό της "Nέας Eστίας" με το διήγημα "Kυρία Nίτσα", το οποίο θα αποσπάσει τον Aʼ έπαινο και θα δημοσιευτεί το 1929 σε συλλογικό τόμο που περιελάμβανε τα βραβευμένα διηγήματα του διαγωνισμού ("Oι θεότητες του Kοτύλου", εκδ. Bιβλιοπωλείον της Eστίας). Mε το διήγημα αυτό ξεκινάει ο Kαραγάτσης τη λογοτεχνική σταδιοδρομία του και την μακρά συνεργασία του με τη "Nέα Eστία", δημοσιεύοντας σε αυτήν διηγήματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες και μεταφράσεις. Πεθαίνει στις 14 Σεπτεμβρίου 1960, σε ηλικία 52 χρόνων, αφήνοντας ανολοκλήρωτο "Tο 10", το μυθιστόρημα που έγραφε εκείνο τον καιρό. H τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει, η τελευταία φράση της ζωής του, ήταν "Aς γελάσω".

Κρυστάλλης, Κώστας
Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894). Ο Κώστας Κρυστάλλης γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου, γιος του εύπορου εμπόρου Δημητρίου Κρυστάλλη και της συζύγου του Γιαννούλας, το γένος Ψαλίδα. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και μετά το θάνατό της μητέρας του, το δεύτερο γάμο του πατέρα του και την εγκατάσταση της οικογένειας στα Γιάννενα συνέχισε στη Ζωσιμαία Σχολή. Το 1887 τύπωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Αι σκιαί του Άδου, το επαναστατικό πατριωτικό περιεχόμενο της οποίας έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του στην αλύτρωτη τότε ΄Ηπειρο και τον ανάγκασε να καταφύγει το 1889 στην Αθήνα, ενώ το τουρκικό στρατοδικείο τον καταδίκασε ερήμην του σε εικοσιπεντάχρονη εξορία. Στην Αθήνα εργάστηκε ως τυπογράφος για δυο χρόνια, δημοσίευσε το ιστορικό επύλλιο (σύμφωνα με δικό του χαρακτηρισμό) Ο καλόγηρος της Κλεισούρας του Μεσολογγίου, και έγραψε την ποιητική συλλογή Χελιδόνες και την ηθογραφία Παρά την πηγήν. Αργότερα υπέβαλε στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό τη συλλογή Αγροτικά,που τιμήθηκε με έπαινο. Εξακολούθησε να γράφει και να δημοσιεύει ποιήματα και αφηγήματα σε διάφορα έντυπα της εποχής και προσλήφθηκε στο περιοδικό Εβδομάς, όπου από το 1892 δημοσίευε σε συνέχειες το λαογραφικό έργο του Οι Βλάχοι της Πίνδου. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε και το ενδιαφέρον του για την ιστριοδιφική έρευνα, ενώ δε σταμάτησε να αγωνίζεται για την ελευθερία της πατρίδας του κυρίως ως συνεργάτης στην εφημερίδα Φωνή της Ηπείρου (1892-1894). Συνέταξε επίσης λήμματα για την ΄Ηπειρο στο Εγκυκλοπαιδικό λεξικό των Μπαρτ και Μπεκ. Το 1892 τιμήθηκε ξανά με έπαινο στο Φιλαδέλφειο διαγωνισμό για τη συλλογή του Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης. Η προτίμηση της κριτικής επιτροπής προς τον Γεώργιο Στρατήγη για το πρώτο βραβείο προκάλεσε την αντίδραση του Κρυστάλλη αλλά και των λογοτεχνικών κύκλων.Στο τέλος του 1893 κέρδισε 2.500 δραχμές σε λαχείο και έτσι μπόρεσε το 1894 να δημοσιεύσει τα Πεζογραφήματα. Την περίοδο εκείνη ο Κρυστάλλης εργαζόταν στη εταιρεία σιδηροδρόμων Πελοποννήσου και παρά τη δύσκολη κατάσταση της υγείας του ολοκλήρωσε το ποιήμα Ο ψωμοπάτης, σε 259 στίχους χωρισμένους σε οχτώ καφάλαια, αποτέλεσμα τελικής επεξεργασίας του μακροσκελούς ποιμενικού ειδυλλίου του Γκόλφω. Η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του υπήρξε ραγδαία, έφυγε για την Κέρκυρα και κατόπιν για την ΄Αρτα στο σπίτι της αδερφής του, όπου πέθανε σε ηλικία εικοσιέξι μόλις ετών. Οι πρώτες ποιητικές συλλογές του Κρυστάλλη εντάσσονται στο ρομαντισμό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής και είναι γραμμένες σε καθαρεύουσα γλώσσα, αποτέλεσμα των επιρροών που δέχτηκε ο ποιητής από την επαφή του με το πνεύμα του αθηναϊκού ρομαντισμού. Με τα Αγροτικά του 1890 πέρασε στον κύκλο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, στρεφόμενος προς τη δημοτική γλώσσα, και το δημοτικό τραγούδι. Στην πεζογραφία οι επιρροές του εντοπίζονται στο χώρο των λαϊκών παραδόσεων. Και στα πεζά του χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, στράφηκε ωστόσο σύντομα προς τη δημοτική, στη χρήση της οποίας συγκαταλέγεται στους πρωτοπόρους. Ο πρόωρος θάνατος του Κρυστάλλη μας στέρησε μιας ωριμότερης δημιουργίας του και μιας πιο ολοκληρωμένης άποψης των δυνατοτήτων του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Κρυστάλλη βλ. Άγρας Τέλος, «Κρυστάλλης Κώστας», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια ΙΕ΄. Αθήνα, Πυρσός, 1931, Αράγης Γιώργος, «Κώστας Κρυστάλλης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900), σ.252-263. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Αργυρίου Αλεξ., «Κρυστάλλης Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Μερακλής Μ.Γ., «Κώστας Κρυστάλλης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.278-282. Αθήνα, Σοκόλης, 1977, Περάνθης Μιχαήλ, «Κρυστάλλης Κώστας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και «Χρονολόγιο Κώστα Κρυστάλλη», Διαβάζω 326, 5/1/1994, σ.38-39. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.