Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Η χαμηλή φωνή
(Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς)

Η χαμηλή φωνή
Η ανθολογία που ακολουθεί, με ανθολόγο τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, ανήκει σε μια ασυνήθιστη κατηγορία. Έχει τη μεγαλύτερη δυνατή ομοιογένεια. Περιλαμβάνει αποκλειστικά ελάσσονες ποιητές και μόνο με τα λυρικά τους ποιήματα. Οι δύο αυτοί αποκλεισμοί αφήνουν ελεύθερο το πεδίο για να φανεί η ανάπτυξη μιας ποίησης χαμηλόφωνης, που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μετριότητα και από την οποία δεν απουσιάζει το πάθος και η ένταση. Εξ΄ άλλου λυρικά ποιήματα έγραψαν και οι μείζονες ποιητές και στο έργο τους συχνά συναντάμε λυρικούς τόνους. Κάποτε μάλιστα ολόκληρο το έργο ποιητών μείζονος σημασίας είναι λυρικό. Αφήνω που, εδώ και αρκετές δεκαετίες πριν, έχει υποστηριχθεί ότι όλη η -τότε- σύγχρονη καλή ποίηση ήταν λυρική, και ότι ποίηση και λυρισμός είναι έννοιες ταυτόσημες. [...]

Αλέξανδρος Αργυρίου
Αθήνα, Ιούνιος 1990.


Σημείωση: Εισαγωγή: Αλέξανδρος Αργυρίου

21χ14 εκ., 223 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.100 8 (Νεοελληνική ποίηση - Συλλογές )
Άλλα πρόσωπα: Μαρία Πολυδούρη
ISBN: 978-960-211-096-6
ISBN (10ψήφιο): 960-211-096-1
Βάρος: 0.35 κιλά
Εκδότης: Νεφέλη
Έτος Κυκλοφορίας: 1990
Γράψε τη δική σου κριτική
10.65
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

9.59
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Τέλλος Άγρας (1899 - 1944). Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου) γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, γιος του σχολάρχη Γεωργίου Ιωάννου και της Ειρήνης Βλάχου. Είχε ένα μικρότερο αδερφό το Χρήστο. Το 1899 η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και το 1906 μετακόμισε στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τέλειωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 έγινε συνδρομητής στη Διάπλαση των Παίδων, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία έντεκα μόλις ετών, στη στήλη της αλληλογραφίας. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησε και τα δυο μοναδικά ταξίδια της ζωής του, ένα στην Κάρυστο και ένα στη Χαλκίδα. Από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών της Διάπλασης με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Η πρώτη του ποιητική δημοσίευση ήταν ο Βράχος. Το 1912 γράφτηκε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα, μένοντας στο σπίτι της αδερφής της μητέρας του Αριστέας Βλάχου ως το 1925 που η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο της θείας του ο Άγρας κράτησε το μικρό σπίτι της ως ερημητήριο. Η συνεργασία του με τη Διάπλαση των Παίδων συνεχίστηκε συστηματικά και ο συνολικός όγκος των νεανικών δημοσιευμάτων του υπήρξε πολύ μεγάλος. Το 1914 ο Ξενόπουλος σχεδίαζε να κάνει τον Άγρα τακτικό συνεργάτη του περιοδικού, τα σχέδιά του αναβλήθηκαν όμως με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (πραγματοποιήθηκαν τελικά το 1916). Το 1916 τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1923). Η πρώτη επίσημη παρουσία του στις στήλες της Διάπλασης σημειώθηκε το Μάη του ίδιου χρόνου με το πεζογράφημα Αποχαιρετισμός. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Λύρα, Βωμός, Νέοι κ.α. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό και στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Λονδίνου Εσπερία. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και εξέδωσε τη μετάφραση των Στροφών του Jean Moreas, ενώ το 1926 πραγματοποίησε και δεύτερη έκδοση μεταφράσεων από το έργο του Moreas με μια μελέτη για την ποίηση του γαλλόφωνου έλληνα ποιητή και μια για τη λογοτεχνική μετάφραση. Από το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Έγραφε στη Νέα Εστία από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της και έγινε γρήγορα αρχισυντάκτης της (παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία το 1932 και το 1936 ανέλαβε τη στήλη της αλληλογραφίας), ενώ δημοσίευσε επίσης κείμενά του στα Γράμματα, τη Νέα Ζωή, την Αλεξανδρινή Τέχνη (και τα τρία περιοδικά της Αλεξάνδρειας), το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου και σε πολλά άλλα έντυπα. Το 1928 έγινε συνεργάτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με τίτλο Τα βουκολικά και τα εγκώμια. Ακολούθησε (1939) η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Καθημερινές (1923-1930), που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο ενώ τα Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας (1929-1944) εκδόθηκαν μόλις το 1966. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και ο Άγρας μετακόμισε με τη μητέρα του στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Οι κακουχίες της γερμανικής κατοχής αποδυνάμωσαν περισσότερο την ήδη ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Τη μέρα της Απελευθέρωσης χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο. Μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου πέθανε το Νοέμβρη του 1944. Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτ

Γκόλφης, Ρήγας
Ρήγας Γκόλφης (1886-1958). Ο Ρήγας Γκόλφης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε στη συνέχεια ως συμβολαιογράφος. Συνεργάστηκε με το περιοδικό ο Νουμάς, στις σελίδες του οποίου δημοσίευσε αρχικά νομικά κείμενα και στη συνέχεια την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα τραγούδια του Απρίλη (1909). Ακολούθησε η δεύτερη ποιητική συλλογή Ύμνοι, στην οποία ανιχνεύονται στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού σοσιαλιστικού προσανατολισμού. Στις επόμενες συλλογές του στράφηκε προς μια έντονα ερωτική και αισθησιακή γραφή. Η ποίηση του Γκόλφη κινήθηκε γενικότερα στα χνάρια της σχολής του Παλαμά και πρόβαλε τη δημοτικιστική γλωσσική έκφραση. Πέθανε στην Αθήνα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ρήγα Γκόλφη βλ. Λυγίζος Μήτσος, «Γκόλφης Ρήγας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 5. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. , Μερακλής Μ.Γ., «Ρήγας Γκόλφης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.498-499. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και χ.σ., «Γκόλφης Ρήγας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Γρυπάρης, Ιωάννης Ν.
Ιωάννης Γρυπάρης (1872-1942). Ο Ιωάννης Γρυπάρης γεννήθηκε στη Σίφνο, από όπου καταγόταν και η οικογένειά του, πέρασε όμως τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και βιβλιοπώλης. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και το 1888 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να σπουδάσει φιλολογία. Το 1892 η συλλογή του Δειλινά, γραμμένη στη δημοτική απορρίφθηκε από την επιτροπή του Φιλαδέλφειου διαγωνισμού. Την ίδια χρονιά επέστρεψε για πέντε χρόνια στην Πόλη, όπου εργάστηκε ως ελληνοδιδάσκαλος και επιμελήθηκε (μαζί με την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου) της σύνταξης του περιοδικού Φιλολογική Ηχώ του Νίκου Φαληρέα. Στα δύο χρόνια της σύμπραξής του στην Φιλολογική Ηχώ (1896-1897) ο Γρυπάρης πέτυχε συνεργασίες ονομάτων όπως του Παλαμά, του Ψυχάρη, του Εφταλιώτη και άλλων, μετατρέποντας το άλλοτε άσημο περιοδικό σε όργανο των δημοτικιστών. Υπήρξε επίσης συνιδρυτής (από κοινού με τον Κώστα Χατζόπουλο και το Γιάννη Καμπύση) του σημαντικού λογοτεχνικού περιοδικού Η Τέχνη (1898), που υπήρξε πρωτοποριακό σε επίπεδο διεθνούς ενημέρωσης για τη λογοτεχνική κίνηση και άσκησε μεγάλη επίδραση στην ανανέωση του ελληνικού πνευματικού και καλλιτεχνικού τοπίου της εποχής. Το 1897 και ενώ είχε προηγηθεί η σφαγή των Αρμενίων από τις τουρκικές αρχές, ο Γρυπάρης κατέφυγε στην Αθήνα όπου πήρε τελικά το πτυχίο του στη φιλολογία. Από το 1897 και ως το 1911 εργάστηκε ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης σε νησιά του Αιγαίου, στην ΄Άμφισσα και το Αίγιο, ενώ το 1911 παντρεύτηκε και έφυγε με υποτροφία στην Ευρώπη (Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία) ως το 1914. Γυμνασιάρχης στο Γύθειο και το Μεσολόγγι (1914-1917), γενικός επιθεωρητής Μέσης Εκπαίδευσης στη Χαλκίδα (1917-1920) τμηματάρχης Γραμμάτων και Τεχνών στο Υπουργείο Παιδείας (από το 1923), συντάκτης του περιοδικού Εικονογραφημένη Ελλάς (1925) και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1930-1936), ο Γρυπάρης ανέπτυξε παράλληλα και λογοτεχνική δραστηριότητα, ποιητική και πεζογραφική. Το μοναδικό ποιητικό έργο του είναι η γραμμένη στη δημοτική συλλογή του Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919), στην οποία συγκέντρωσε ποιήματα που είχε νωρίτερα (1893 - 1909) δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, και για την οποία τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών. Στα ποιήματα του Γρυπάρη διακρίνονται επιδράσεις από τα ρεύματα του γαλλικού συμβολισμού και του παρνασσισμού. Το πεζό έργο του αποτελείται από χρονογραφήματα, κριτικά σημειώματα , άρθρα και κυρίως μεταφράσεις (όλα τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή και του Αισχύλου, οι Βάκχες του Ευριπίδη, αποσπάσματα των Πλάτωνα, Ομήρου, Βακχυλίδη, Πίνδαρου, Ηροδότου, Κάτουλλου, Οράτιου, καθώς και έργα των Γκαίτε, Σίλλερ, Χάινε, Ζολά, Χάμσουν, Σέλλεϋ και άλλων). Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στις μεταφράσεις του των αρχαίων τραγικών που αποτέλεσαν τη βάση της αναβίωσης του αρχαιοελληνικού δράματος στα πλαίσια των Δελφικών εορτών με την οργάνωση του Άγγελου Σικελιανού και εν συνεχεία από το Εθνικό Θέατρο. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ιωάννη Γρυπάρη βλ. Βαλέτας Γ., «Γρυπάρης Ιωάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Κ.Ι.Β., «Γρυπάρης Ιωάννης», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 8. Αθήνα, Πυρσός, 1929, Λυκούργου Νίκη, «Γρυπάρης Ιωάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Μερακλής Μ.Γ., «Ιωάννης Γρυπάρης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.338-341. Αθήνα, Σοκόλης, 1977. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Καρθαίος, Κώστας
Κώστας Καρθαίος (1878-1955). Ο Κώστας Καρθαίος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κλέανδρου Λάκωνα) γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του καθηγητή μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασιλείου Λάκωνα. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1900 με το βαθμό του αξιωματικού του Πεζικού και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία και την Αυστρία 1907-1909). Στη συνέχεια ταξίδεψε ανά τη Γερμανία και επισκέφτηκε το Παρίσι και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε ως καθηγητής ανωτέρων μαθηματικών και πυροβολικής στο Σχολείο Υπαξιωματικών ως το 1912. Πήρε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους και κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού το 1917 εξορίστηκε ως αντιβενιζελικός στη Θήρα και την Κέα. Τη θέση του στο στρατό επανέκτησε το 1920 και αποστρατεύτηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με το βαθμό του συνταγματάρχη. Κατά τη διάρκεια της αποστρατείας του έφτασε ως το βαθμό του αντιστράτηγου. Η πρώτη εμφάνιση του Κώστα Καρθαίου στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1917 με την έκδοση της μετάφρασης της ποιητικής συλλογής του Όσκαρ Ουάιλντ "Η μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ". Το 1921 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Τα τραγούδια του νησιού μου" και "Οι κηφισιώτικες μελωδίες". Υπήρξε αρχισυντάκτης του "Νουμά" (1919-1920), θέση από την οποία διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στο δημοτικιστικό κίνημα και διευθυντής των "Νεοελληνικών Γραμμάτων" (1935). Συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά "Πνευματική Ζωή" και "Νέα Εστία". Το 1935 διορίστηκε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και στη συνέχεια διευθυντής της δραματικής σχολής του θεάτρου, πρόεδρος της επιτροπής δραματολογίου και της καλλιτεχνικής επιτροπής. Συνεργάστηκε στη σύνταξη του "Εγκυκλοπαιδικού λεξικού" του Ελευθερουδάκη και στη "Γραμματική της Δημοτικής" του Μανώλη Τριανταφυλλίδη. Το ποιητικό έργο του Κώστα Καρθαίου χαρακτηρίζεται από στοχαστική και χαμηλών τόνων λυρική διάθεση. Ιδιαίτερη αξία έχει η πνευματική του προσφορά στο χώρο της μετάφρασης. Μετέφρασε έργα των Σαίξπηρ, Θερβάντες ("Δον Κιχώτης"), Στρίντμπεργκ, Κλάιστ, Χάουπτμαν, Καλντερόν, Λόπε δε Βέγα και άλλων σημαντικών συγγραφέων. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η νηφάλια μετριοπαθής στάση που τήρησε ο Καρθαίος στα πλαίσια της έξαρσης του δημοτικισμού που είχε οδηγήσει σε ακρότητες, στάση που είναι εμφανής στην αισθητική των μεταφράσεών του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Καρθαίου βλ. Άγρας Τέλλος, "Καρθαίος Κ.", "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια", τ. 13. Αθήνα, Πυρσός, 1933, Αθανασιάδης Τάσος, "Καρθαίος Κώστας", "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μερακλής Μ.Γ., "Κ.Καρθαίος", "Η ελληνική ποίηση· ρομαντικοί - εποχή του Παλαμά - μεταπαλαμικοί· ανθολογία - γραμματολογία", σ. 470. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και χ.σ., "Καρθαίος Κώστας", "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Καρυωτάκης, Κώστας Γ.
Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896 στην Τρίπολη. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός κι έτσι στα παιδικά του χρόνια, αναγκάστηκε να αλλάζει συνέχεια τόπο διαμονής. Πέρασε από το Αργοστόλι, τη Λευκάδα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, την Αθήνα, μέχρι και από τα Χανιά. Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. Αφού πήρε το δίπλωμα της Νομικής Σχολής των Αθηνών, διορίστηκε υπάλληλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Η ελεύθερη φύση του δεν μπορούσε να δεχθεί την γραφειοκρατία της κρατικής μηχανής, την οποία και καυτηριάζει όποτε μπορεί (χαρακτηριστικό το πεζό: Κάθαρσις). Γι΄ αυτό και μετατέθηκε πολλές φορές διωκόμενος από ανωτέρους του. Στη διάρκεια αυτών των μεταθέσεων γνωρίζει την ανία και τη μιζέρια της επαρχίας, πράγμα που τον στιγματίζει. To Φεβρουάριο του 1919 εκδίδει την πρώτη του συλλογή: "Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων", η οποία τυγχάνει αδιάφορης ή υποτιμιτικής κριτικής. Τον ίδιο χρόνο εκδίδει μαζί με τον φίλο του Άγη Λεβέντη (με τα ψευδώνυμα Μίμης Χλαπάτσας και Νίκος Τσαπατσούλιας, αντίστοιχα) το σατιρικό περιοδικο "Η Γάμπα", που παρά την επιτυχία του κυκλοφόρησε μόνο σε έξι τεύχη γιατί η αστυνομία απαγόρευσε την έκδοσή του. Το 1921 κυκλοφορεί τη δεύτερη συλλογή του τα "Νηπενθή". Εκείνο τον καιρό συνδέεται με την ποιήτρια Μ. Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι σχέσεις τους ήταν ερωτικές. Το 1924 ταξιδεύει στο εξωτερικό, στην Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 κυκλοφορεί η τελευταία του συλλογή, "Ελεγεία και Σάτιρες". Το Φεβρουάριο του 1928 ο Καρυωτάκης αποσπάται στην Πάτρα και τον Ιούνιο στην Πρέβεζα. Από εκεί στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα που κυριαρχεί σ΄ αυτήν την πόλη (χαρακτηριστικό το ποίημα Πρέβεζα). Στις 21 Ιουλίου θέτει τέρμα στη ζωή του.

Λαπαθιώτης, Ναπολέων
Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944). Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, αξιωματικού του ελληνικού στρατού με καταγωγή από την Κύπρο, που έφτασε ως το βαθμό του στρατηγού και έγινε υπουργός Στρατιωτικών μετά από συμμετοχή του στο κίνημα στο Γουδί, και της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ανιψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη. Σε ηλικία δέκα ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο, όπου τέλειωσε το σχολείο, έμαθε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, ενώ παρακολούθησε επίσης μαθήματα πιάνου και ζωγραφικής. Το 1905 γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, από όπου αποφοίτησε κανονικά, δεν άσκησε όμως ποτέ το επάγγελμα του δικηγόρου. Την ίδια χρονιά κι ενώ ήταν μόλις δεκαεφτά χρόνων δημοσίευσε στο Νουμά το ποίημα Έκσταση. Το 1907 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, στα δέκα συνολικά τεύχη του οποίου δημοσίευσε δεκαέξι ποιήματα ως το 1908, οπότε το περιοδικό έκλεισε και ο Λαπαθιώτης άρχισε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική συνεργασία του με την εφημερίδα Εσπερινή και το περιοδικό Ελλάς του Σ.Ποταμιάνου. Τον ίδιο χρόνο γνωρίστηκε με το Χρηστομάνο και το Σικελιανό. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Δάφνη και Ανεμώνη (1909-1910) με την εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα (από το 1924) με το περιοδικό Η Διάπλασις των παίδων (1925), με το περιοδικό Μπουκέττο (1931), με τη Νέα Εστία (1933 - όπου δημοσίευσε μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού του έργου), την Πνευματική Ζωή (1938) και τα Νεοελληνικά γράμματα (1940). Το 1917 συμμετείχε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας και υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Μετά τα Νοεμβριανά γεγονότα του 1920 κατέφυγε για λίγο καιρό με την οικογένειά του στην Αίγυπτο, όπου γνωρίστηκε με τον Καβάφη. Το 1937 πέθανε η μητέρα του και τρία χρόνια αργότερα ο πατέρας του, ο θάνατος του οποίου είχε καταλυτική επίδραση στη ζωή του ποιητή. Η μοναδική ποιητική συλλογή που εξέδωσε ήταν η Τα πρώτα ποιήματα (1939). Εθισμένος στις ναρκωτικές ουσίες αναγκάστηκε να ξεπουλήσει τη βιβλιοθήκη του και αυτοπυροβολήθηκε το 1944 στο σπίτι του στα Εξάρχεια. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την ποίηση με σαφείς επιρροές από το ρεύμα του αισθητισμού (νεανικά του πρότυπα στάθηκαν οι Walter Pater και Oscar Wilde). Δημοσίευσε μανιφέστα για τον αισθητισμό και προσπάθησε να αντιδράσει στο ασφυκτικά συντηρητικό κλίμα της εποχής του με τολμηρούς στίχους και προκλητικές εμφανίσεις. Η θλίψη που χαρακτήριζε τη ζωή του τον οδήγησε στα τελευταία χρόνια του σε συμβολιστικές επιλογές με έντονα μελαγχολικό τόνο και σταθερή πάντα την επιμελημένη μορφή των ποιημάτων του. Έγραψε επίσης λογοτεχνικές μεταφράσεις και θεατρικά έργα (Νέρων ο τύραννος[1900], Η τιμή της συζύγου [1901], Τα μεσάνυχτα ως το γλυκοχάραμα [1908]) και ασχολήθηκε με το λογοτεχνικό δοκίμιο και τη μουσική σύνθεση. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη βλ. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Παναγιώτου Γιώργος, «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η εποχή του. Χρονολογικός πίνακας», Η λέξη 33, 3-4/1984, σ.238-247, Παληοδήμου Αλίκη, «Ναπολέων Λαπαθιώτης: Χρονοβιογραφία», Διαβάζω 95, 30/5/1984, σ.12-17, Κόρφης Τάσος, Ναπολέων Λαπαθιώτης Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του. Αθήνα, Πρόσπερος, 1985, Κωστίου Κατερίνα, «Λαπαθιώτης Ναπολέων», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, και Λαπαθιώτης Ναπολέων, Η ζωή μου · Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας · Φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας. Αθήνα, Στιγμή, 1986. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μαβίλης, Λορέντζος
Λορέντζος Μαβίλης (1860 - 1912). Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1860, όπου υπηρετούσε τότε ο δικαστικός πατέρας του Παύλος με καταγωγή από την Ισπανία. Η μητέρα του, που καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια Δούσμανη, είχε περάσει μέρος της ζωής της κοντά στον αγροτικό πληθυσμό της Κέρκυρας και αγάπησε τη λαϊκή γλώσσα και τέχνη και την αγάπη αυτή μετέδωσε στον γιο της. Μεγάλη επίδραση στην προσωπικότητα του Μαβίλη άσκησε ο Ιάκωβος Πολυλάς, του οποίου υπήρξε φίλος και μαθητής. Μαθήτευσε στο εκπαιδευτήριο Καποδίστριας της Κέρκυρας και κατόπιν στο κερκυραϊκό γυμνάσιο, με καθηγητή τον Ιωάννη Ρωμανό, ο οποίος τον έκανε μέλος της Αναγνωστικής Εταιρείας. Μετά το γυμνάσιο έφυγε για την Αθήνα για πανεπιστημιακές σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε και η γνωριμία του με τον Χαρίλαο Τρικούπη, μέσω του Πολυλά. Το 1879 έφυγε για τη Γερμανία , όπου έμεινε για δεκατέσσερα χρόνια. Εκεί μελέτησε τους αρχαίους κλασικούς και έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά, καθώς επίσης Σανσκριτικά. Στη Γερμανία ο Μαβίλης ολοκλήρωσε τις σπουδές του και το 1890 πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το πανεπιστήμιο του Erlangen. Το 1893 επέστρεψε στην Κέρκυρα όπου εντάχτηκε στην Κερκυραϊκή Σχολή, συνδέθηκε δε ιδιαιτέρως με τον Κων/νο Θεοτόκη. Κατόπιν στρατεύτηκε και το 1896 έγινε μέλος της Εθνικής Εταιρείας . Το 1897 έφυγε για την Κρήτη προς ενίσχυση του εκεί επαναστατικού κινήματος και κατέληξε στην Ήπειρο επικεφαλής σώματος ανταρτών. Στις εκλογές του 1910 απέκτησε βουλευτικό αξίωμα με το κόμμα των Φιλελευθέρων και από αυτή τη θέση αγωνίστηκε για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Σημειώνεται επίσης ο ερωτικός δεσμός του Λορέντζου Μαβίλη με την ποιήτρια Μυρτιώτισσα (Θεώνη Δρακοπούλου). Το 1912 σε ηλικία πενήντα τριών ετών πήρε μέρος στην εκστρατεία της Ηπείρου και σκοτώθηκε στη μάχη του Δρίσκου. Στο έργο του Μαβίλη έντονη παρουσιάζεται η σολωμική επίδραση, κυρίως στη δημοτική γλώσσα του και στο κυρίαρχο πατριωτικό συναίσθημα. Επίδραση δέχτηκε επίσης από τις παραδόσεις του Φίχτε, τις οποίες παρακολούθησε στη Γερμανία, και από τη φιλοσοφία του Καντ. Από το πρωτότυπο έργο του γνωστότερα είναι τα σονέτα του, τα οποία χαρακτηρίζονται από πληρότητα μορφής, ενώ έγραψε και πολλές μεταφράσεις.Τα πιο γνωστά σονέτα του: Λήθη, Καλλιπάτειρα, Ελιά, Μούχρωμα. Στην ποίηση του Μαβίλη συναντώνται τα ρεύματα του γερμανικού συμβολισμού με το επίσης γερμανικής προέλευσης σοσιαλιστικό πνεύμα του και τη μεγάλη αγάπη του για την πατρίδα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Λορέντζου Μαβίλη βλ. Γουνελάς Χ.Δ., «Μαβίλης Λορέντζος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Μαντουβάλου Μαρία, «Λορέντζος Μαβίλης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Περιστέρης Παναγιώτης, «Χρονολόγιο Λορέντζου Μαβίλη», Πόρφυρας 91 (Κέρκυρα), 7-9/1999, σ.116-117. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869-1943). Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης του Αγαμέμνονα και της Ζωής το γένος Κερασοβίτη, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι, καταγόμενος από γενιά αγωνιστών του 1821 από την Πίνδο. Η μητέρα του απέκτησε συνολικά οχτώ παιδιά, επέζησαν όμως μόνο ο Μιλτιάδης και τρία κορίτσια. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, κάτι που του έδωσε τη δυνατότητα να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία για ολόκληρη τη ζωή του. Τα γυμνασιακά του χρόνια πέρασε στο Μεσολόγγι, την Πάτρα και την Αθήνα και κατόπιν οικογενειακής πίεσης γράφτηκε το 1888 στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου δεν αποφοίτησε ποτέ. Φοιτητής ακόμα δημοσίευσε ποιήματα αρχικά στην Εικονογραφημένη Εστία και αργότερα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες (Διόνυσος, Τέχνη, Παναθήναια, Άστυ, Ακρόπολις κ.α.), ενώ έζησε κοσμική ζωή και ήταν μέλος της Αθηναϊκής Λέσχης. Το 1899 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Συντρίμματα, αφιερωμένη στον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο (Jean Moreas), τον οποίο γνώρισε το 1897 κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης του τελευταίου στην Αθήνα. Αγωνίστηκε για την καθιέρωση της δημοτικής στον γραπτό λόγο ως μέλος της εταιρίας Εθνική Γλώσσα, οργάνου του δημοτικιστικού κινήματος. Το 1908 παντρεύτηκε την κόρη του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη (και ξαφέλφη του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου) Ελίζα, με την οποία έζησε στο Παρίσι από το 1909 ως το 1915. Στο Παρίσι ο Μαλακάσης μπήκε στον κύκλο του Μοreas και ήρθε σε επαφή με το γαλλικό πνευματικό κόσμο της εποχής. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1915, έχοντας προηγουμένως επισκεφτεί τη Γερμανία και την Κωνσταντινούπολη. Αναγορεύτηκε κοσμήτορας της βιβλιοθήκης της Βουλής, θέση την οποία διατήρησε από το 1917 ως το 1935 και από το 1936 ως το 1937. Το 1923 τιμήθηκε με το Αριστείο γραμμάτων και το 1925 τύπωσε μια έκθεση περί βιβλιοθηκονομίας. Το 1932 εκλέχτηκε πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Ο Μαλακάσης ολοκλήρωσε συνολικά δέκα ποιητικές συλλογές (από τις οποίες η Κυρά του Πύργου σε θεατρική μορφή). Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν από χειρόγραφά του τα Μεσολογγίτικα, επιλογή παλαιότερων ποιημάτων του. Επηρεάστηκε έντονα από τη μακροχρόνια φιλία του με τον Μορεάς, αξιοποιώντας στο έργο του στοιχεία ρομαντικά στην αρχή και κατόπιν παρνασσιστικά, συμβολιστικά και νεοκλασικιστικά. Παράλληλα ασχολήθηκε με την ποιητική μετάφραση με κατ΄ εξοχήν δημιουργία του τη μετάφραση της συλλογής του Μορεάς Στροφές, και με την πεζογραφία. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην επίδραση που άσκησε ο Μαλακάσης στους μεταγενέστερούς του ποιητές. Τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Πέθανε στην Αθήνα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Μιλτιάδη Μαλακάση βλ. Άγρας Τέλλος, «Μαλακάσης Μιλτιάδης», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια ΙΣτ΄. Αθήνα, Πυρσός, 1931 (τώρα και στον τόμο Τέλλος Άγρας, Κριτικά Τόμος δεύτερος· Ποιητικά πρόσωπα και κείμενα· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ.255-257. Αθήνα, Ερμής, 1981), Νέα Εστία ΛΓ΄, 1/6/1943, αρ. 384, Μερακλής Μ.Γ., «Μιλτιάδης Μαλακάσης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.326-329. Αθήνα, Σοκόλης, 1977, Χαρτοματζίδου - Λιάμα Ι., «Μαλακάσης Μιλτιάδης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986 και Κουμάκη Κατερίνα, «Χρονολόγιο Μιλτιάδη Μαλακάση (1869-1943)», Διαβάζω 357, 11/1995, σ.130-133 και Γιάκος Δημήτρης, «Μαλακάσης Μιλτιάδης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. . (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μελαχρινός, Απόστολος
Απόστολος Μελαχρινός (1880-1952). Ο Απόστολος Μελαχρινός του Νικόλαου και της Καλλιόπης γεννήθηκε στη Βραϊλα της Ρουμανίας. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Απόστολος πέρασε τα μαθητικά του χρόνια. Τέλειωσε το Γυμνάσιο στην Αδριανούπολη. Από τα δώδεκά του χρόνια ασχολήθηκε με την ποίηση. Η πρώτη του δημοσίευση σημειώθηκε το 1896 όταν εξέδωσε στην Πόλη το Οικογενειακόν Ημερολόγιον του 1897. Το 1902 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, εξέδωσε το περιοδικό Ζωή που κυκλοφόρησε δύο μόνο τεύχη και το 1903 επέστρεψε στην Πόλη, όπου έμεινε ως το 1922 εργαζόμενος ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Το 1905 τυπώθηκε στην Αθήνα η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ο δρόμος φέρνει

Ουράνης, Κώστας
Κώστας Ουράνης (1890-1953). Ο Κώστας Ουράνης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Νέαρχος. Ο πατέρας του Νικόλαος Νέαρχος καταγόταν από την Κυνουρία και η μητέρα του Αγελική το γένος Γιαννούση από το Λεωνίδιο Αρκαδίας, όπου ο Ουράνης πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο του Ναυπλίου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη (Ροβέρτειος Σχολή και Λύκειο Χατζηχρήστου). Το 1908 ήρθε στην Αθήνα και συνεργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα με την Ακρόπολη του Βλάση Γαβριηλίδη. Έφυγε για σπουδές στην Ευρώπη, προτίμησε όμως την κοσμοπολίτικη ζωή, μπήκε στους κύκλους των μποέμ και προσβλήθηκε από φυματίωση. Νοσηλεύτηκε δυο χρόνια στην Ελβετία σε σανατόριο του Νταβός. Εκεί γνώρισε την πρώτη του γυναίκα Μανουέλα Σαντιάγκο από την Πορτογαλία, με την οποία χώρισε αργότερα και γύρω στο 1930 παντρεύτηκε την Ελένη Νεγρεπόντη, συγγραφέα και κριτικό της λογοτεχνίας, γνωστή με το ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος. Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Λισαβόνα και επέστρεψε τέσσερα χρόνια αργότερα στην Αθήνα, όπου άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος (διευθυντής στον Ελεύθερο Λόγο, συνεργάτης στο Νουμά, τη Δάφνη, τον Καλλιτέχνη, τα Γράμματα (Αλεξάνδρειας), τη Νέα Ζωή (Αλεξάνδρειας), τη Μούσα, το Ελεύθερο Βήμα, τον Ελεύθερο Λόγο, τον Εθνικό Κήρυκα της Αμερικής κ.α. ). Ταξίδεψε πολύ, όμως η κατάσταση της υγείας του που δεν αποκαταστάθηκε ποτέ και επιδεινώθηκε μετά τη γερμανική κατοχή τον ανάγκασε να περιοριστεί στην Αθήνα. Πέθανε το 1953 από καρδιακή προσβολή στο σανατόριο Παπανικολάου. Η αγάπη του Κώστα Ουράνη για τη λογοτεχνία χρονολογείται από τη νεανική ηλικία του. Μαθητής ακόμα στη Ροβέρτειο Σχολή έγραψε ένα ποίημα για την καταστροφή της Αγχιάλου και το 1908 εμφανίστηκε στις στήλες του περιοδικού Ελλάς. Η επίσημη εμφάνιση του όμως στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1909, όταν δημοσίευσε τη νεανική ποιητική συλλογή του Σαν Όνειρα, την οποία αποκήρυξε αργότερα, θεωρώντας ως πρώτη δημιουργία του τη συλλογή Spleen, που τύπωσε το 1912. Ακολούθησαν οι Νοσταλγίες (1920) και οι Αποδημίες, ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες, και συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά μετά το θάνατο του ποιητή στην έκδοση Ποιήματα του 1953. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία (Αχιλλεύς Παράσχος), την ταξιδιωτική λογοτεχνία (Sol y sombra, Σινά, το θεοβάδιστον Όρος, Γλαυκοί δρόμοι , Ταξίδια στην Ελλάδα και άλλα), το χρονογράφημα, τη συνέντευξη, ενώ εξέδωσε επίσης την κριτική μελέτη Κάρολος Μπωντλαίρ (1918). Ο Ουράνης τοποθετείται ανάμεσα στους λεγόμενους παρακμιακούς ή νεορομαντικούς έλληνες ποιητές του Μεσοπολέμου (Καρυωτάκης, Άγρας, Λαπαθιώτης, Κλέων Παράσχος και άλλοι) και καθοριστική ήταν η επίδραση που δέχτηκε από το Μπωντλαίρ. Το έργο του χαρακτηρίζεται από έντονες συμβολιστικές επιρροές με κυρίαρχο τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, το μελαγχολικό τόνο, το αίσθημα της ανεκπλήρωτης ευτυχίας, της νοσταλγίας, της πλήξης και τη διάθεση φυγής, η οποία όμως υπονομεύεται από μια ρεμβαστική νωχελικότητα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Ουράνη βλ. Άγρας Τέλλος, «Ουράνης Κώστας», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 19. Αθήνα, Πυρσός, 1932, Αργυρίου Αλεξ., «Ουράνης Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κούσουλας Λουκάς, «Κώστας Ουράνης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Στ΄, σ.316-363. Αθήνα, Σοκόλης, 1993 και Σταμέλος Δημήτρης, «Ουράνης Κώστας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη - Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Παπανικολάου, Μήτσος
Ο Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943), παράλληλα με το πρωτότυπο ποιητικό και μεταφραστικό του έργο, που συγκεντρώθηκε και εκδόθηκε από τον Τάσο Κόρφη, ασχολήθηκε με την κριτική. Δοκίμια και άρθρα του δημοσιεύθηκαν στη "Νεά Εστία", όπου αρκετά χρόνια κράτησε τη στήλη της κριτικής του βιβλίου, στα "Νεοελληνικά Γράμματα", στο "Μπουκέτο" και σε άλλα βραχύβια περιοδικά της εικοσαετίας 1920-1940. Το κριτικό έργο του Μήτσου Παπανικολάου, που είχε για βασικό θέμα του την ποίηση, μπορεί να διαιρεθεί στις κριτικές παρουσιάσεις των ποιητών (Γάλλων προπάντων) που μελέτησε και μετέφρασε, στα λίγα δοκίμιά του για Νεοέλληνες ποιητές, στις βιβλιοκρισίες του και σε μερικά άρθρα του επάνω σε θέματα της πνευματικής επικαιρότητας. Μια εργασία μικρή σε έκταση αλλά και υψηλή σε ποιότητα, γεμάτη σωστές αισθητικές θέσεις, οξύτατες παρατηρήσεις και αντικειμενικές εκτιμήσεις. Ας μη λησμονούμε πως ο Μήτσος Παπανικολάου ήταν ένας από τους πρώτους που έγραψε, με διεισδυτικότατες προοράσεις που επαληθεύθηκαν από το χρόνο, για το ξεκίνημα του Ελύτη, για τη σημασία του έργου του Σεφέρη και του Σαραντάρη και για το έργο άλλων συγχρόνων του και παλαιότερων.

Παπαντωνίου, Ζαχαρίας Λ.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940). Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γεννήθηκε στο Καρπενήσι, γιος του δασκάλου Λάμπρου Παπαντωνίου και της Ελένης Ηλιόκαυτου από το Καρπενήσι. Είχε τρία αδέλφια, το Χαρίλαο, το Θανάση και τη Σοφία. Στο Καρπενήσι έμαθε τα πρώτα γράμματα και το 1890 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο, πήρε μαθήματα ζωγραφικής και γράφτηκε στην Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου, χωρίς να αποφοιτήσει. Στράφηκε από τα φοιτητικά του χρόνια προς τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία και σε ηλικία δεκαέξι μόλις ετών ξεκίνησε να αρθρογραφεί στην "Ακρόπολη" του Βλ. Γαβριηλίδη. Ως το 1898, οπότε κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Πολεμικά τραγούδια", συνέχισε να συνεργάζεται με περιοδικά και εφημερίδες όπως η "Εφημερίδα των συζητήσεων", ο "Χρόνος" και η "Σκριπ", στην οποία υπήρξε αρχισυντάκτης από το 1900 ως το 1905. Το 1904 γίνεται ένα από τα πρώτα μέλη της εταιρίας "Η Εθνική Γλώσσα", με στόχο την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας (μαζί με τους Μιλτιάδη Μαλακάση, Λάμπρο Πορφύρα, Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Ιωάννη Κονδυλάκη και άλλους). Για την Εθνική γλώσσα συνέταξε τον επόμενο χρόνο τη διακήρυξη "Προς το ελληνικό Έθνος", εκθέτοντας τους στόχους της. Από το 1908 και ως το 1911 βρέθηκε στο Παρίσι ως απεσταλμένος της εφημερίδας "Εμπρός" του Αριστείδη Κυριακού. Παράλληλα αρθρογραφούσε σε γαλλικές εφημερίδες και γνώρισε νέα καλλιτεχνικά ρεύματα. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία (με μοναδική εξαίρεση τη συγγραφή χρονογραφημάτων στην εφημερίδα "Εμπρός" ως το 1914) και διακρίθηκε σε μια έκθεση ζωγραφικής στο Ζάππειο για σχεδιάσματα και γελοιογραφίες που είχε δημοσιεύσει κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά. Από το 1912 και ως το 1916 διετέλεσε νομάρχης στη Ζάκυνθο, τις Κυκλάδες, την Καλαμάτα και τη Σπάρτη. Από τη θέση του Νομάρχη προώθησε την ιδέα οργάνωσης εργατικού σωματείου στη Σύρο καθώς επίσης τη διοργάνωση του πρώτου Πανιονίου Συνεδρίου για τα πενήντα χρόνια της Ένωσης της Επτανήσου και αντέδρασε μαζί με τον εισαγγελέα Α.Ρέγκο στον αφορισμό του 1916 κατά του Βενιζέλου. Η τελευταία πρωτοβουλία του του στοίχισε τη θέση του και τον οδήγησε σε δίκη, στην οποία όμως απαλλάχτηκε. Δεν έπαψε παράλληλα να ασχολείται με την τέχνη και την κριτική, ενώ βραβεύτηκε μαζί με τον Στέλιο Σπεράντζα και την Ελένη Μ. Νεγρεπόντη (κατόπιν Ελένη Ουράνη) στον επίσημο διαγωνισμό Στρατιωτικών Ποιημάτων που προκήρυξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Το 1917 πέθανε ο πατέρας του και τον επόμενο χρόνο έγραψε (σε συνεργασία με τους Δ. Ανδρεάδη, Αλ. Δελμούζο, Π. Νιρβάνα και Μ. Τριανταφυλλίδη και εικονογράφηση του Π. Ρούμπου) τα "Ψηλά Βουνά", έργο που προορίστηκε για αναγνωστικό της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου (είχε προηγηθεί ανάθεση του έργου στον Παπαντωνίου από το Υπουργείο Παιδείας της επαναστατικής κυβέρνησης Βενιζέλου). Την ίδια χρονιά ανέλαβε καθήκοντα προέδρου της Εθνικής Πινακοθήκης, φροντίζοντας για τον εμπλουτισμό της με έργα πολλών ελλήνων ζωγράφων και χαρακτών (Γύζης, Παρθένης, Μαλέας, Λύτρας, Θεοτοκόπουλος). Τον επόμενο χρόνο αυτοκτόνησε σε ηλικία τριάντα εννιά χρόνων ο αδελφός του Θανάσης, ο οποίος αντιμετώπιζε έντονες ψυχικές διαταραχές από τα εικοσιδύο του. Το 1920 τύπωσε την παιδική ποιητική συλλογή "Τα χελιδόνια", αφιερωμένη στον αδελφό του, η οποία επανεκδόθηκε το 1931 με τίτλο "Παιδικά τραγούδια". Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Βενιζέλου η νέα κυβέρνηση αποφάσισε να καούν δημοσίως τα αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ανάμεσα στα οποία και τα "Ψηλά Βουνά". Το 1923 ο Παπαντωνίου εξέδωσε την ποιητική συλλογή του "Πεζοί ρυθμοί" και τους τρεις τόμους των "Νεοελληνικών αναγνωσμάτων" για τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τιμήθηκε με το εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και διορίστηκε καθηγητής στο Αμαλίειο ορφανοτροφείο και τη Σχολή Καλών Τεχνών. Την ίδια χρονιά ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Κωνσταντινούπολη και το Άγιο Όρος στα πλαίσια των καθηκόντων του ως διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης. Τέσσερα χρόνια αργότερα τυπώθηκε η συλλογή διηγημάτων του "Διηγήματα", ενώ από το 1929 και ως το 1937 εκδόθηκαν το θεατρικό έργο "Ο όρκος του πεθαμένου", διασκ

Παράσχος, Κλέων Β.
Κλέων Παράσχος (1894-1964). Ο Κλέων Παράσχος γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας. Έζησε τα παιδικά χρόνια του στη Βάρνα και το 1906 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Ξεκίνησε οικονομικές σπουδές στην Ελβετία, επέστρεψε όμως στην Αθήνα χωρίς να αποφοιτήσει και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπουδές που επίσης δεν ολοκλήρωσε. Ασχολήθηκε περιστασιακά με τη διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας και με τη δημοσιογραφία, ως συνεργάτης εφημερίδων όπως οι: Ημερήσιος Τύπος, Ελεύθερον Βήμα, Ακρόπολις, Πρωία, Καθημερινή, Δημοκραίτα και άλλες ενώ εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα και στο Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία δεκαοχτώ χρόνων με δημοσιεύσεις ποιημάτων και μεταφράσεων στα περιοδικά Ελλάς (με το ψευδώνυμο Λεύκος Ιτιώτης) και Ποιητική Έκδοσις, στο δεύτερο μάλιστα ήταν και μέλος της συντακτικής ομάδας. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα: Λύρα, Λόγος, Βωμός, Γράμματα (Αλεξάνδρειας), Κριτική και Τέχνη, Εβδομάς, Αναγέννηση, Νέα Εστία, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Το 1922 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Εικοσιοχτώ ποιήματα του Κλέωνος Παράσχου και εικοσιδύο του Μπωντλαίρ. Ακολούθησε μία ακόμη ποιητική συλλογή, με τίτλο Μακρινή Μουσική και εξέδωσε αυτοβιογραφικά κείμενα, χρονικά, χρονογραφήματα, ταξιδιωτικά κείμενα και βιβλία θεωρίας της λογοτεχνίας και κριτικής, ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση (από έργα των Ντεμέλ, Μορεάς, Πασκάλ, Σταντάλ, Μανν και άλλων). Πέθανε στην Αθήνα. Ο Παράσχος μνημονεύεται στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας κυρίως για την προσφορά του στο χώρο της λογοτεχνικής κριτικής, όπου επηρεάστηκε, όπως και στην ποίησή του από το πνευματικό ρεύμα του γαλλικού συμβολισμού του νεορομαντισμού και του αισθητισμού. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κλέωνα Παράσχου βλ. Άγρας Τέλλος, «Παράσχος Κλέων», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 19. Αθήνα, Πυρσός, 1932, Γιαλουράκης Μανώλης, «Παράσχος Κλέων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Ζήρας Αλεξ., «Παράσχος Κλέων», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Κλέων Παράσχος», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία - Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.300-304. Αθήνα, Σοκόλης, 1980. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932). Ο Λάμπρος Πορφύρας (ψευδώνυμο του Δημητρίου Συψώμου, από τα δύο ομώνυμα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού) γεννήθηκε στη Χίο, ήδη όμως από την παιδική του ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Ερμούπολη της Σύρου. Τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο στην Πλάκα και το Α΄ Γυμνάσιο Πειραιά. Μαθητής του Γυμνασίου ακόμη, δημοσίευσε το ποίημα Θλίψη του Μαρμάρου στην εφημερίδα Άστυ (1894). Αμέσως έγινε δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους και προκάλεσε το ενδιαφέρον του Κωστή Παλαμά, ενώ συνδέθηκε στενά με τα περιοδικά Τέχνη (που στήριξε και οικονομικά) και Διόνυσος, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Γιάννη Καμπύση. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τη φοίτησή του. Μαχόμενος σοσιαλιστής και δημοτικιστής, υπήρξε μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου και συνυπέγραψε το καταστατικό της Σοσιαλιστικής και δημοκρατικής Κίνησης. Το 1900 ταξίδεψε στο Παρίσι όπου ήρθε σε επαφή με τους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους με τη μεσολάβηση του Ζαν Μορεάς, τη Ρώμη και το Λονδίνο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου έμεινε ως το θάνατό του το 1932, δημοσιεύοντας ποιήματα στα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Επιστρατεύτηκε δυο φορές κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της ζωής του εξέδωσε μια μόνο ποιητική συλλογή με τίτλο Σκιές, ενώ το 1932 με επιμέλεια του αδελφού του εκδόθηκαν και οι Μουσικές φωνές, συλλογή για την οποία είχε τιμηθεί με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών. Υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής ποιητής και τιμήθηκε με τον Αργυρούν Σταυρόν των Ιπποτών του Τάγματος και του Σωτήρος από τον βασιλιά Αλέξανδρο (1918) και με μετάλλιο από τον Δήμαρχο του Πειραιά Τάκη Παναγιωτόπουλο. Ο Πορφύρας ανήκει στους συμβολιστές ποιητές και δέχτηκε επιδράσεις από τους ευρωπαίους συμβολιστές και από την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού και του Κωστή Παλαμά. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Λάμπρου Πορφύρα βλ. Άγρας Τέλλος, «Πορφύρας Λάμπρος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Κ΄. Αθήνα, Πυρσός, 1932 (τώρα και στον τόμο Τέλλος Άγρας Κριτικά Τόμος δεύτερος· Ποιητικά πρόσωπα και κείμενα· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ.258-260. Αθήνα, Ερμής, 1981), Ζήρας Αλεξ., «Πορφύρας Λάμπρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Μερακλής Μ.Γ., «Λάμπρος Πορφύρας», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.358-361. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Σταμέλος Δημήτρης, «Πορφύρας Λάμπρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868;-1920), ήταν ποιητής, πεζογράφος, διηγηματογράφος, κριτικός και μεταφραστής. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο, μεγάλωσε όμως στο Μεσολόγγι με έξοδα των αδελφών του, Σωτήρη και Ελένης, που αργότερα του κληροδότησαν σημαντική κτηματική περιουσία. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και δικηγόρησε στο Αγρίνιο. Το 1897 υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στα σύνορα της Ηπείρου. Τύπωσε τις ποιητικές συλλογές "Τραγούδια της ερημιάς" και "Τα ελεγεία και τα ειδύλλια" το 1892 με το ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός. Η ποίησή του απηχεί τους Γάλλους και Γερμανούς συμβολιστές, δίνοντας έμφαση στη μελωδία και το ρυθμό του στίχου. Εξέδωσε το συμβολιστικό μυθιστόρημα "Φθινόπωρο"· δημοσίευσε επίσης τα: "Υπεράνθρωπος", "Τασώ" (συλλογή διηγημάτων), "Η Αννιώ" και άλλα διηγήματα. Υπήρξε ιδρυτής του βραχύβιου περιοδικού "Τέχνη", που συνέβαλε στην έκφραση των γλωσσικών και φιλολογικών τάσεων της εποχής. Διακρίθηκε στη μετάφραση Γερμανών και Σκανδιναβών κυρίως συγγραφέων (Γκαίτε, Σίλλερ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ κ.ά.).

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.