Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Για τον Σκαρίμπα

Για τον Σκαρίμπα
[...] Στο ανθολόγιο της παρούσας έκδοσης περιλαμβάνονται κείμενα κριτικής, κυρίως αποσπάσματα βιβλιοκρισιών, άλλα και άρθρων γενικότερου ενδιαφέροντος, από την πρώτη εμφάνιση του Σκαρίμπα μέχρι σήμερα. Τα κριτήρια της ανθολόγησης δεν είναι προσωποκεντρικά. Στόχος υπήρξε να εκπροσωπηθεί η πολυφωνία που χαρακτηρίζει την αντιμετώπιση του έργου του συγγραφέα και να συμπεριληφθούν όσα κείμενα θίγουν ή θέτουν θεωρητικά προβλήματα σε σχέση με το έργο του. Επίσης, έγινε προσπάθεια να τηρηθεί, κατά το δυνατόν, κάποια ισορροπία όσον αφορά το γεωγραφικό στίγμα της κριτικής, άλλα και, στο βαθμό που το υλικό επέτρεψε, να επιλεγούν κείμενα για το σύνολο του λογοτεχνικού έργου του συγγραφέα, έστω και παραβλέποντας κάποτε την όχι ικανοποιητική ποιότητα του κριτικού λόγου. Η έμφαση δόθηκε σε παλιότερα ή δυσπρόσιτα κείμενα, ενώ αποκλείστηκαν μονογραφίες ή κείμενα που αφορούν ειδικά θέματα καθώς και κριτικές των τελευταίων φιλολογικών εκδόσεων του εκδοτικού οίκου "Νεφέλη". Επιπλέον, κρίθηκε σκόπιμο να συνταχθεί συνοπτικό χρονολόγιο και πίνακας των κριτικών που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση. [...]

(από την εισαγωγή του βιβλίου)


Σημείωση: Εισαγωγή: Κατερίνα Κωστίιου

21χ13 εκ., 253 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Λογοτεχνική Κριτική
Τόπος έκδοσης: Λευκωσία
Ταξινόμιση DDC: 889.09 (Νεοελληνική λογοτεχνία - Ερμηνεία και κριτική), 028.1 (Βιβλιοκρισίες)
ISBN: 978-9963-7912-1-7
ISBN (10ψήφιο): 9963-7912-1-2
Βάρος: 0.345 κιλά
Εκδότης: Αιγαίον
Έτος Κυκλοφορίας: 1994
Γράψε τη δική σου κριτική
15.00
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

13.35
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Vitti, Mario
Ο Mario Vitti γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία μόλις τελείωσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Εκεί σπούδασε και σταδιοδρόμησε ως καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας. Για τη συμβολή του στις νεοελληνικές σπουδές τιμήθηκε με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα από τα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, του Παρισιού και της Λευκωσίας. Ολοκλήρωσε την ακαδημαϊκή διδασκαλία στη μεσαιωνική πόλη Βιτέρμπο, στα βόρεια περίχωρα της Ρώμης, όπου τελικά περνά τον περισσότερο χρόνο απασχολούμενος, όπως λέει, με τα αγαθά της γης και των γραμμάτων. Ο Mario Vitti ανακάλυψε και αξιοποίησε λανθάνοντα έργα όπως το δράμα του Μοντσελέζε "Ευγένα" (1965) ή πολύτιμα κειμήλια του Κάλβου (δύο τόμοι 1960 και 1963)· κατεύθυνε την προσοχή σε παραγνωρισμένα αριστουργήματα επανεκδίδοντας τη "Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι" (1977) και το "Έρωτος αποτελέσματα" (1993)· ανάλυσε έργα αποφασιστικής σημασίας για την πορεία της λογοτεχνίας, ιδιαίτερα της ηθογραφίας ("Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας", 1974) και του μοντερνισμού ("Η Γενιά του Τριάντα: ιδεολογία και μορφή", 1977).

Τέλλος Άγρας (1899 - 1944). Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου) γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, γιος του σχολάρχη Γεωργίου Ιωάννου και της Ειρήνης Βλάχου. Είχε ένα μικρότερο αδερφό το Χρήστο. Το 1899 η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και το 1906 μετακόμισε στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τέλειωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 έγινε συνδρομητής στη Διάπλαση των Παίδων, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία έντεκα μόλις ετών, στη στήλη της αλληλογραφίας. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησε και τα δυο μοναδικά ταξίδια της ζωής του, ένα στην Κάρυστο και ένα στη Χαλκίδα. Από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών της Διάπλασης με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Η πρώτη του ποιητική δημοσίευση ήταν ο Βράχος. Το 1912 γράφτηκε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα, μένοντας στο σπίτι της αδερφής της μητέρας του Αριστέας Βλάχου ως το 1925 που η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο της θείας του ο Άγρας κράτησε το μικρό σπίτι της ως ερημητήριο. Η συνεργασία του με τη Διάπλαση των Παίδων συνεχίστηκε συστηματικά και ο συνολικός όγκος των νεανικών δημοσιευμάτων του υπήρξε πολύ μεγάλος. Το 1914 ο Ξενόπουλος σχεδίαζε να κάνει τον Άγρα τακτικό συνεργάτη του περιοδικού, τα σχέδιά του αναβλήθηκαν όμως με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (πραγματοποιήθηκαν τελικά το 1916). Το 1916 τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1923). Η πρώτη επίσημη παρουσία του στις στήλες της Διάπλασης σημειώθηκε το Μάη του ίδιου χρόνου με το πεζογράφημα Αποχαιρετισμός. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Λύρα, Βωμός, Νέοι κ.α. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό και στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Λονδίνου Εσπερία. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και εξέδωσε τη μετάφραση των Στροφών του Jean Moreas, ενώ το 1926 πραγματοποίησε και δεύτερη έκδοση μεταφράσεων από το έργο του Moreas με μια μελέτη για την ποίηση του γαλλόφωνου έλληνα ποιητή και μια για τη λογοτεχνική μετάφραση. Από το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Έγραφε στη Νέα Εστία από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της και έγινε γρήγορα αρχισυντάκτης της (παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία το 1932 και το 1936 ανέλαβε τη στήλη της αλληλογραφίας), ενώ δημοσίευσε επίσης κείμενά του στα Γράμματα, τη Νέα Ζωή, την Αλεξανδρινή Τέχνη (και τα τρία περιοδικά της Αλεξάνδρειας), το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου και σε πολλά άλλα έντυπα. Το 1928 έγινε συνεργάτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με τίτλο Τα βουκολικά και τα εγκώμια. Ακολούθησε (1939) η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Καθημερινές (1923-1930), που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο ενώ τα Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας (1929-1944) εκδόθηκαν μόλις το 1966. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και ο Άγρας μετακόμισε με τη μητέρα του στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Οι κακουχίες της γερμανικής κατοχής αποδυνάμωσαν περισσότερο την ήδη ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Τη μέρα της Απελευθέρωσης χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο. Μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου πέθανε το Νοέμβρη του 1944. Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτ

Ο Βάσος Βαρίκας (1912-1971) γεννήθηκε στο Αιδίνι της Μικράς Ασίας και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Κάρπαθο, απ΄ όπου και η καταγωγή του. Το 1923 ήρθε στην Αθήνα όπου και σπούδασε φιλολογία. Το 1938 πήγε στη Γαλλία σαν ανταποκριτής της "Καθημερινής" και παρακολούθησε για σύντομο διάστημα στο Παρίσι μαθήματα Αισθητικής και Ιστορίας της Τέχνης. Από το 1945 άρχισε τη δημοσιογραφική σταδιοδρομία του, κατ΄ αρχήν στα "Νέα", όπου και είχε θέση πολιτικού συντάκτη, αρχισυντάκτη και διεθυντή σύνταξης, και αργότερα στο "Βήμα" (1954) όπου συστηματικά κρατούσε τη στήλη της κριτικής βιβλίου. Παράλληλα, από το 1955, ανέλαβε την κριτική θεάτρου στα "Νέα" και υπήρξε για αρκετά χρόνια προϊστάμενος του δελτίου ειδήσεων καθώς και φιλολογικός συνεργάτης του Ε.Ι.Ρ. Για μια δεκαετία ήταν γενικός γραμματέας της Επιτροπής για την απονομή Κρατικών Βραβείων. Έργα του: Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης (1936), Κ. Γ. Καρυωτάκης, το δράμα μιας γενιάς (1938), Η μεταπολεμική μας λογοτεχνία (1939). Συνεργάστηκε με τα περιοδικά: Πολιτικά Φύλλα, Λυτρωμός, Φιλολογικά Χρονικά, Φιλολογική Πρωτοχρονιά, Καινούρια Εποχή. Μεταθανάτια εκδόθηκαν τα εξής έργα του: Κριτική θεάτρου (1961-1971), 1972, Συγγραφείς και Κείμενα (1961-1965), 1975, και επανεκδόθηκαν στη σειρά "Θεωρία Λογοτεχνίας και Κριτικής" οι μελέτες του για τον Κ. Βάρναλη και τον Κ. Γ. Καρυωτάκη.

Δέλιος, Γιώργος
Ο Γιώργος Δέλιος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1896 και πέθανε το 1980. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του επιδίδεται στην εκμάθηση της αγγλικής και αποκτά το δίπλωμα του Ινστιτούτου Πέλμαν, ενώ γνωρίζει και τα γαλλικά. Κατά τα χρόνια ύστερ΄ από τον πρώτο πόλεμο, δεν υπήρχαν δυνατότητες για μια κλασική παιδεία στη Θεσσαλονίκη, το πανεπιστήμιο λειτούργησε περίπου μια δεκαετία μετά τη λήξη του βέβαια, κι ο Δέλιος γι΄ αρκετά χρόνια παρακολούθησε ως ακροατής τα κυριώτερα μαθήματα της Φιλοσοφικής Σχολής. Προσλαμβάνεται στους σιδηροδρόμους, όμως τελικά δεν σταδιοδρομεί εκεί. Ο Δέλιος είναι από τους πρώτους απεργούς στην υπηρεσία του, επιμένει σ΄ αυτήν και τελικά για τούτο το λόγο αποχωρεί. Αργότερα προσλαμβάνεται στη δημαρχία από την οποία και συνταξιοδοτείται. Ένα διάστημα, από το 1946 (τότε που ιδρύθηκε κρατικός σταθμός στη Θεσσαλονίκη) ως το 1950, διετέλεσε διευθυντής προγράμματος της ραδιοφωνίας με απόσπαση από την υπηρεσία του. Υπάρχουν ακόμη πολλοί που θα θυμούνται την υπογραφή του Δέλιου κάτω από σκαλαθύρματα δημοσιευμένα σε εβδομαδιαία αθηναϊκά περιοδικά της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου και υστερότερα τη σειρά από χρονογραφήματα σ΄ όλες τις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης. Αυτά ως το 1930. Από κει και πέρα αρχίζει η συστηματική, η υποψιασμένη πια ενασχόλησή του με τα γράμματα. Εκδίδονται οι "Μακεδονικές Ημέρες" από τη γνωστή ομάδα της οποίας είναι βασικό στέλεχος. Το 1939 παντρεύεται και το 1946 γεννιέται ο μοναχογιός του. Μέσα στην κατοχή δε σταματά η λογοτεχνική του και άλλη δραστηριότητα, δημοσιεύει σε περιοδικά τη δουλειά του και συμμετέχει στην καλλιτεχνική επιτροπή του τότε κρατικού θεάτρου. Αμέσως μετά, από το ραδιοσταθμό Θεσσαλονίκης παρουσιάζει παλιότερη και νεότερη νεοελληνική ποίηση. Από το 1962 με την ίδρυση της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης εκλέγεται πρόεδρός της συνεχώς ως τα τέλη του 1977 περίπου που αποχωρεί. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος ή μέλος σε επιτροπές θεάτρου, κινηματογράφου, λογοτεχνικών διαγωνισμών κ.λπ. και έδωσε διαλέξεις σε πολλές πόλεις της χώρας. Του έχουν απονεμηθεί αρκετές τιμητικές διακρίσεις.

Ανδρέας Καραντώνης (1910-1982). Ο Ανδρέας Kαραντώνης γεννήθηκε στην Άνδρο και σε ηλικία δεκατριών χρόνων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο και σπούδασε στη Νομική Σχολή χωρίς να αποφοιτήσει. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1927 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο παράρτημα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1929 δημοσίευσε τη μελέτη Εισαγωγή στο Παλαμικό έργο. Ακολούθησαν μια μελέτη για το Σεφέρη και μια ακόμη για τον Παλαμά. Τόσο η ποίηση όσο και η δοκιμιογραφία του ως το 1935 κινήθηκε στα παραδοσιακά πλαίσια γραφής. Τομή στο έργο του σημειώθηκε γύρω στο 1935 με τη συγγραφική δραστηριότητά του από τη θέση του διευθυντή του περιοδικού Νέα Γράμματα. Την περίοδο αυτή ο Καραντώνης στράφηκε προς την υπερρεαλιστική θεωρία της τέχνης και μετάφρασε έργα των Απολλιναίρ, Βαλερύ, Μπρετόν, Ελυάρ και άλλων. Μετά τη γερμανική κατοχή ανέπτυξε δημοσιογραφική δραστηριότητα με επίκεντρο την αντίθεσή του στον κομμουνισμό και την αριστερή διανόηση στην Ελλάδα. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσονται θεατρόμορφα κείμενά του με τίτλους όπως τα Σπουδή στο Κρεμλίνο και Ο Καραγκιόζης βγαίνει από το καλύβι του. Συνεργάστηκε με το περιοδικό Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (1945-1952) και από το 1949 ως το 1974 πραγματοποίησε ραδιοφωνικές εκπομπές κριτικού περιεχομένου στην ΕΙΡ. Υπήρξε μόνιμο μέλος της επιτροπής απονομής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, μέλος της Ομάδας των 12 και γενικός γραμματέας του ιδρύματος Παλαμά. Τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων (1957), το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των 12 (1959), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Κριτικής (1971) και το Μέγα Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1972). Ογκώδης είναι η κριτική παραγωγή του Καραντώνη ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση. Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν σε οχτώ τόμους. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ανδρέα Καραντώνη βλ. Αργυρίου Αλ., «Καραντώνης Ανδρέας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Καραντώνης Αντρέας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Καρθαίος, Κώστας
Κώστας Καρθαίος (1878-1955). Ο Κώστας Καρθαίος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κλέανδρου Λάκωνα) γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του καθηγητή μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Βασιλείου Λάκωνα. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1900 με το βαθμό του αξιωματικού του Πεζικού και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία και την Αυστρία 1907-1909). Στη συνέχεια ταξίδεψε ανά τη Γερμανία και επισκέφτηκε το Παρίσι και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε ως καθηγητής ανωτέρων μαθηματικών και πυροβολικής στο Σχολείο Υπαξιωματικών ως το 1912. Πήρε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους και κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού το 1917 εξορίστηκε ως αντιβενιζελικός στη Θήρα και την Κέα. Τη θέση του στο στρατό επανέκτησε το 1920 και αποστρατεύτηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με το βαθμό του συνταγματάρχη. Κατά τη διάρκεια της αποστρατείας του έφτασε ως το βαθμό του αντιστράτηγου. Η πρώτη εμφάνιση του Κώστα Καρθαίου στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποιήθηκε το 1917 με την έκδοση της μετάφρασης της ποιητικής συλλογής του Όσκαρ Ουάιλντ "Η μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ". Το 1921 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Τα τραγούδια του νησιού μου" και "Οι κηφισιώτικες μελωδίες". Υπήρξε αρχισυντάκτης του "Νουμά" (1919-1920), θέση από την οποία διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στο δημοτικιστικό κίνημα και διευθυντής των "Νεοελληνικών Γραμμάτων" (1935). Συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά "Πνευματική Ζωή" και "Νέα Εστία". Το 1935 διορίστηκε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και στη συνέχεια διευθυντής της δραματικής σχολής του θεάτρου, πρόεδρος της επιτροπής δραματολογίου και της καλλιτεχνικής επιτροπής. Συνεργάστηκε στη σύνταξη του "Εγκυκλοπαιδικού λεξικού" του Ελευθερουδάκη και στη "Γραμματική της Δημοτικής" του Μανώλη Τριανταφυλλίδη. Το ποιητικό έργο του Κώστα Καρθαίου χαρακτηρίζεται από στοχαστική και χαμηλών τόνων λυρική διάθεση. Ιδιαίτερη αξία έχει η πνευματική του προσφορά στο χώρο της μετάφρασης. Μετέφρασε έργα των Σαίξπηρ, Θερβάντες ("Δον Κιχώτης"), Στρίντμπεργκ, Κλάιστ, Χάουπτμαν, Καλντερόν, Λόπε δε Βέγα και άλλων σημαντικών συγγραφέων. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η νηφάλια μετριοπαθής στάση που τήρησε ο Καρθαίος στα πλαίσια της έξαρσης του δημοτικισμού που είχε οδηγήσει σε ακρότητες, στάση που είναι εμφανής στην αισθητική των μεταφράσεών του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Καρθαίου βλ. Άγρας Τέλλος, "Καρθαίος Κ.", "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια", τ. 13. Αθήνα, Πυρσός, 1933, Αθανασιάδης Τάσος, "Καρθαίος Κώστας", "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μερακλής Μ.Γ., "Κ.Καρθαίος", "Η ελληνική ποίηση· ρομαντικοί - εποχή του Παλαμά - μεταπαλαμικοί· ανθολογία - γραμματολογία", σ. 470. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και χ.σ., "Καρθαίος Κώστας", "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Κόντογλου, Φώτης
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα. Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη "δυτική" λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το 1923 το Άγιον Όρος. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδη, σε ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και το γαμπρό του. Φιλοτέχνησε πολλούς φορητούς πίνακες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά. Για το σύνολο της προσφοράς του βραβεύτηκε από το κράτος και την Ακαδημία Αθηνών. Πέθανε το 1965 στην Αθήνα.

Λέων Κουκούλας (1894-1967). Ο Λέων Κουκούλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Πραγματοποίησε θεατρικές και φιλοσοφικές σπουδές, αλλά και σπουδές καλών τεχνών στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Λειψίας, του Μονάχου και του Παρισιού. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε από τις σελίδες του Νουμά. Το 1915 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Της ζωής και του θανάτου και το 1923 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Ένας - ένας. Ακολούθησαν κι άλλες ποιητικές συλλογές του, γνωστός ωστόσο στο λογοτεχνικό χώρο έγινε κυρίως για το μεταφραστικό έργο του, κυρίως θεατρικό, από έργα των Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Σίλλερ, Μολιέρου και άλλων σημαντικών συγγραφέων. Δημοσίευσε κριτικά δοκίμια και άρθρα σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες και δίδαξε δραματολογία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου διετέλεσε και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο 1937-1946, και άλλες δραματικές σχολές. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε στην Αθήνα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Λέοντα Κουκούλα βλ. Άγρας Τέλλος, «Κουκούλας Λέων», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 15. Αθήνα, Πυρσός, 1931, Γεωργουσόπουλος Κώστας, «Κουκούλας Λέων», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Γιαλουράκης Μανώλης, «Κουκούλας Λέων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Μερακλής Μ.Γ., «Λέων Κουκούλας», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.530. Αθήνα, Σοκόλης, 1977. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μπαστιάς, Κωστής
Μπαστιάς Κωστής (1901-1972). Από πολύ νέος ασχολήθηκε με την πεζογραφία, τη δημοσιογραφία και το θέατρο. Για πολλές δεκαετίες υπήρξε στο κέντρο των πολιτιστικών και πολιτικών γεγονότων ασκώντας την επιρροή του ως εκδότης, αρχισυντάκτης ή χρονογράφος μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων και ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1937-1941), της Λυρικής Σκηνής (1940-41 και 1959-1963) και του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Η δημοσιογραφική του σταδιοδρομία αρχίζει στην Ακρόπολη του Βλάση Γαβριηλίδη. Το 1925 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης και διευθυντής των εφημερίδων Δημοκρατία και Εσπέρα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Συνεργάζεται επίσης με τον Ελεύθερο Τύπο του Χρ. Καβαφάκη, την Πρωία των αδελφών Πεσμαζόγλου, την Εστία των αδελφών Κύρου, την Καθημερινή του Γ. Α. Βλάχου και κυρίως τη Βραδυνή του Δ. Αραβαντινού από το 1936 ως το 1972. Το 1927 εκδίδει το μαχητικό περιοδικό της δημοτικής Ελληνικά Γράμματα, όπου στεγάζει την ομάδα του Αλέξανδρου Δελμούζου μετά τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, το 1935 την ημερήσια ανεξάρτητη εφημερίδα Ηχώ της Ελλάδος με αρχισυντάκτη τον ανθολόγο της ελληνικής ποίησης Ηρακλή Αποστολίδη και το 1964 το εβδομαδιαίο ειδησεογραφικό περιοδικό Άλφα. Το 1923, όταν είναι μόλις 22 ετών, η Κυβέλη ανεβάζει το θεατρικό έργο του Πέτρα σκανδάλου με θέμα τον Α. Δελμούζο και το πρότυπο παρθεναγωγείο Βόλου. Το 1924 και 1925 η Μαρίκα Κοτοπούλη ανεβάζει άλλα δύο θεατρικά έργα του. Με την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου το 1930, ο Γεώργιος Παπανδρέου τον διορίζει γενικό γραμματέα με διευθυντή τον Ιωάννη Γρυπάρη και σκηνοθέτη τον Φώτο Πολίτη. Αποχωρεί από το θέατρο το Δεκέμβριο του 1934, μετά το θάνατο του Πολίτη αλλά επανέρχεται τον Οκτώβριο του 1935, μία εβδομάδα πριν την ανατροπή της κυβερνήσεως Π. Τσαλδάρη, ως εισηγητής δραματολογίου. Το 1937, ο Ιωάννης Μεταξάς του αναθέτει τη γενική διεύθυνση Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας και τη γενική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου. Κατά την παραμονή του στο Εθνικό καθιερώνει τα φεστιβάλ αρχείου δράματος, προωθεί τις απόψεις του για την παρουσίαση των αρχαίων τραγικών στα αρχαία θέατρα με παραστάσεις στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και το 1938, για πρώτη φορά από την αρχαιότητα, χρησιμοποιεί το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ανεβάζοντας την Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Δημ. Ροντήρη. Δημιουργεί το Βασιλικό Θεσσαλονίκης (1940) και ιδρύει τη Λυρική Σκηνή (1940). Δημιουργεί επίσης το περιοδεύον θέατρο Άρμα του Θέσπιδος (1939), τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (1937) και εγκαινιάζει τον θεσμό των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων (1939) και της Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης στο Ζάππειο (1938). Το μεγάλο του όνειρο, η καθιέρωση του Εθνικού Θεάτρου ως ένα από τα σημαντικότερα θέατρα της Ευρώπης, πραγματοποιείται το 1939 με τις ιστορικές τουρνέ: Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Οξφόρδη, Καίμπριτζ, Λονδίνο, Φρανκφούρτη και Βερολίνο. Οι αγγλικές εφημερίδες συγκρίνουν το Εθνικό με την Comedie Francaise, το Θέατρο Τέχνης του Στανισλάφσκι στη Μόσχα και το θέατρο Habima. Συγκεκριμένα, οι Times του Λονδίνου γράφουν: «Σε καμμιά χώρα η θεατρική σκηνή δεν χρωστά περισσότερα στην ενεργητικότητα, τον ενθουσιασμό και την γνώση ενός ανθρώπου, όσο η ελληνική σκηνή οφείλει στον Κωστή Μπαστιά». Από τη λογοτεχνική του εργασία θα πρέπει να αναφέρουμε: Στεριές και θάλασσες (1932), Τʼ Αλιευτικά (1935), Οι άνθρωποι και τα ζώα (1939), Λιμάνια (1939), Μηνάς ο Ρέμπελος, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1939), Η Μπουμπουλίνα (1944), Αράχνη 44 (1946), Ο Παπουλάκος (1951), Νέον Κυριακοδρόμιον (1956) και το δοκίμιο Ο Παπαδιαμάντης (1962). Με την είσοδο των γερμανών στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1941, παραιτείται από το Εθνικό Θέατρο. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται διότι ασκεί «φιλοαγγλική προπαγάνδα». Μετά την Κατοχή αναχωρεί για τη Νέα Υόρκη, όπου θα μείνει για οκτώ χρόνια (1946 - 1954) ως ανταποκριτής της Βραδυνής στον Ο.Η.Ε. Με την επιστροφή του, θα αναλάβει πάλι τη γενική διεύθυνση της Λυρικής Σκηνής (1959) και θα μετακαλέσει τη Μαρία Κάλλας για να ανεβάσει στην Επίδαυρο τις ιστορικές πλέον παραστάσεις της Νόρμας (1960) και της Μήδειας (1961). Το 1961 θα αναλάβει επίσης, ταυτοχρόνως με τη Λυρική, και τη γενική διεύθυνση του Εθνικού

Παναγιωτόπουλος, Ι. Μ.
Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982). Ο Ι[ωάννης] Μ. Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στο Αιτωλικό, πρωτότοκος γιος του Μιχαήλ και της Ειρήνης. Οι γονείς του απέκτησαν τρία ακόμη παιδιά που πέθαναν όμως σε παιδική ηλικία. Το 1910 η οικογένεια Παναγιωτόπουλου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και γράφτηκε Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Αποφοίτησε το 1923 και εργάστηκε για πολλά χρόνια στην ιδιωτική εκπαίδευση. Υπήρξε βασικό στέλεχος της ιδιωτικής σχολής Μακρή, την οποία αργότερα αγόρασε και μετονόμασε σε Ελληνικά Εκπαιδευτήρια (πρόκειται για τη γνωστή σήμερα ως Σχολή Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου στο Παλαιό Ψυχικό). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ταξίδεψε στην Ευρώπη, τη Μικρά Ασία, την Κίνα και αλλού. Το 1947 διορίστηκε καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Διετέλεσε μέλος Διοικητικού Συμβουλίου στην Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Θέατρο και το μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή το 1974. Το 1976 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα το 1982. Το σύνολο του συγγραφικού έργου του Ι. Μ.Παναγιωτόπουλου είναι τεράστιο σε έκταση. Ασχολήθηκε επί εξήντα χρόνια παράλληλα με την ποίηση, την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αρθρογραφία, το δοκίμιο, την κριτική. Το πρώτο του δημοσίευμα ήταν ένα πεζό κείμενο γραμμένο στην καθαρεύουσα στις στήλες της εφημερίδας "Ελλάδα" το 1916, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά "Ναυτική Δόξα", "Σφαίρα και Εθνικό Εγερτήριο". Το 1920 πραγματοποίησε την πρώτη του ουσιαστική εμφάνιση στα γράμματα από τις στήλες του περιοδικού "Μούσα" των Νάσου Χρηστίδη και Παύλου Καλλιγά (1920-1923), του οποίου υπήρξε συνδιευθυντής μαζί με τους Λέοντα Κουκούλα, Μιχαήλ Στασινόπουλο και Κλέωνα Παράσχο. Ακολούθησαν συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες όπως η "Ζωή", η "Νέα Ζωή", τα "Νέα Γράμματα", το "Νέον Κράτος", η "Νέα Εστία", η "Πρωία", η "Ελευθερία", ενώ συνεργάστηκε επίσης στη "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" του Πυρσού. Στα πρώτα του ποιήματα κινήθηκε στο πλαίσιο του αισθητισμού, του νεοσυμβολισμού και του νεορομαντισμού με έντονες επιρροές από τον Κωστή Παλαμά (εδώ ανήκει η πρώτη του ποιητική συλλογή "Το βιβλίο της Μιράντας" του 1924) και στράφηκε αργότερα προς την ανανεωτική τάση των ποιητών του μεσοπολέμου, την εσωτερικότητα και τον υπερρεαλισμό (ορόσημο η ποιητική συλλογή "Αλκυόνη", γραμμένη από το 1934 ως το 1948). Στην πεζογραφία του παρατηρείται συνύπαρξη ποιητικών στοιχείων με στοιχεία κριτικού στοχασμού, καθώς επίσης μια ιδιαίτερη φροντίδα της έκφρασης (σημειώνονται ενδεικτικά τα έργα του "Αστροφεγγιά" (1945), "Χαμοζωή" (1946), και "Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά" (1956 - Αʼ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος). Στην κοσμοθεωρία του ανιχνεύονται αρχικές επιρροές από την πεσιμιστική αντίληψη για τη ζωή που υιοθέτησαν και σύγχρονοί του αισθητιστές λογοτέχνες (Κώστας Ουράνης, Τέλλος Άγρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης κ.ά.), ενώ στα έργα της ωριμότητάς του στράφηκε προς μια τραγική στάση αποδοχής του ανεκπλήρωτου της ηδονής και της ματαιότητας της ανθρώπινης ζωής. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ι. Μ.Παναγιωτόπουλου βλ. Ζήρας Αλεξ., "Παναγιωτόπουλος Ι. Μ.", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κούσουλας Λουκάς, "Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος", Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Στ΄, σ.364-417. Αθήνα, Σοκόλης, 1993 και Χατζηφώτης Ι.Μ., "Παναγιωτόπουλος Ι.Μ.", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Ο Φώτος Πολίτης (1890-1934) υπήρξε μεγάλος "θεατράνθρωπος" της εποχής του μεσοπολέμου, που υπηρέτησε το θέατρο με πολλές ιδιότητες: του μεταφραστή, του σκηνοθέτη, του κριτικού, του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου.

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.