Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Το Εικοσιένα
(Η κιβωτός του Νέου Ελληνισμού)

Το Εικοσιένα
Σε καιρούς πνευματικού χαλασμού, καθώς οι σημερινοί, είναι δραματικά αναγκαίο και υπαρκτικά τραγικό να αναζητεί, κάθε λαός και κάθε άνθρωπος, τη σωτηρία του σε μια βαθύτερη αυτογνωσία, φροντίζοντας ν΄ απαλλάξει την αληθινή του ταυτότητα από μύθους και στολίσματα που της πρόσθεσαν τα βιωμένα χρόνια.

Είναι δραματικά αναγκαίο, και νόμιμο, γιατί τέτοιο υψηλό αγώνισμα υποβάλλει η ίδια η εντελέχεια της Ιστορίας· και είναι υπαρκτικά τραγικό, γιατί χωρίς τέτοια συνειδητή κατάχτηση της ταυτότητας, οι άνθρωποι και τα έθνη χάνουν τον εαυτό τους, δεν υπάρχουν κατά τις προδιαγραφές του πνεύματος. Και τότε, δεν μπορούν ούτε να επισημάνουν την αποστολή τους στον κόσμο αυτό.

Το Εικοσιένα είναι ο υψηλός ιστορικός και συνάμα πνευματικός χώρος όπου ο Έλληνας και ο λαός μας σύμπας οφείλει, σε ύψιστη εγρήγορση, να αγωνιστεί για να βρει και να γνωρίσει τον εαυτό του. Αυτό είναι η ιερή κιβωτός του Ελληνισμού με την οποία στην αγκάλη είναι προορισμένο να περνά απείραχτος από την φθορά του χρόνου. Είναι το ταμείο προτύπων μορφών και υποδειγμάτων βίου που εγαλβάνισε με αίμα η Ιστορία και τα ύψωσε εκεί όπου στρέφεται ο άνθρωπος για να ζητήσει εμπνεύσεις βίου. [...]

Η "Ευθύνη"

21χ14 εκ., 221 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Κείμενα της Μεθορίου
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 938.5 (Ελλάς - Ιστορία - Επανάσταση του 1821)
Άλλα πρόσωπα: Κώστας Ε., 1930-2017 Τσιρόπουλος (Επιμελητής)
ISBN: 978-960-7033-20-8
ISBN (10ψήφιο): 960-7033-20-5
Βάρος: 0.33 κιλά
Εκδότης: Ευθύνη
Έτος Κυκλοφορίας: 1993
Γράψε τη δική σου κριτική
15.28
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

13.60
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Βαλαωρίτης, Αριστοτέλης
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (1824-1879) Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824, γιος του επιχειρηματία και γερουσιαστή Ιωάννη Βαλαωρίτη και της Αναστασίας το γένος Τυπάλδου Φορέστη. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Λύκειο της Λευκάδας (1830-1837), κατόπιν φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία στην Κέρκυρα (1838-1841) και ταξίδεψε στην Ιταλία και την ελεύθερη Ελλάδα (1841-1842). Ακολούθησαν σπουδές στη Γενεύη (όπου πήρε πτυχίο προλύτη Γραμμάτων και επιστημών από το εκεί κολλέγιο), το Παρίσι (νομικά) και τέλος την Πίζα, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ νομικής στο εκεί πανεπιστήμιο. Μεσολάβησε (1846) προσβολή του από τυφώδη πυρετό και επιστροφή στη γενέτειρά του. Ακολούθησαν ταξίδια του στην Ιταλία και την Αυστρία, όπου με κίνδυνο της ζωής του πήρε μέρος σε ενέργειες υπέρ της ελληνικής απελευθέρωσης. Παράλληλα μελέτησε γερμανική φιλοσοφία και το 1847 είχε ήδη τυπώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Στιχουργήματα στην Κέρκυρα. Ακολούθησε μια περίοδος περιπλάνησής του στην Ιταλία, κυρίως στη Βενετία. Εκεί πήρε μέρος σε φοιτητικές κινητοποιήσεις και γνώρισε την κόρη του Αιμιλίου Τυπάλδου Ελοϊσία, την οποία παντρεύτηκε το 1852. Από το γάμο του απέκτησε τρεις κόρες (τη Μαρία, που πέθανε το 1855 σε βρεφική ηλικία, μια δεύτερη, επίσης Μαρία, που πέθανε το 1866 και τη Ναθαλία, που πέθανε το 1875 στη Βενετία) και δύο γιους, το Νάνο και τον Αιμίλιο. Μετά το γάμο του ταξίδεψε στην Ευρώπη για ένα χρόνο και όταν επέστρεψε στη Λευκάδα ενίσχυσε το επαναστατικό κίνημα της Ηπείρου με άντρες και χρήματα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του τότε άγγλου αρμοστή και να αναγκαστεί να φύγει για την Ιταλία ξανά. Το 1856 πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του. Το 1857 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο Μνημόσυνα, που τιμήθηκε από τον Όθωνα με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Την ίδια χρονιά απέκτησε το δεύτερο γιο του, τον Αιμίλιο και εξελέγη βουλευτής Λευκάδας στην Ιόνιο Βουλή, θέση την οποία κράτησε από το 1857 ως το 1864. Το 1864 επισκέφτηκε την Αθήνα μαζί με τον πρόεδρο της Ιονίου Βουλής και άλλους επιφανείς πολιτικούς και συνέταξε το σχέδιο για το ψήφισμα της Ένωσης. Η εμφάνισή του στην Εθνοσυνέλευση στέφτηκε από μεγάλη επιτυχία. Εκλέχτηκε δυο φορές βουλευτής στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου (1865 και 1868), αρνήθηκε όμως να αναλάβει υπουργικά καθήκοντα. Μετά τις εκλογές του 1868, απογοητευμένος από την πολιτική αποσύρθηκε και απομονώθηκε στη Μαδουρή, ένα μικρό νησί κοντά στη Λευκάδα. Εκεί συνέθεσε το ποίημα Διάκος και τον Αστραπόγιαννο, έργα που τύπωσε μαζί το 1867. Κατόπιν πρόσκλησης του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1871 έγραψε και απήγγειλε με μεγάλη επιτυχία ένα ποίημα για τον Πατριάρχη στην αποκάλυψη του ανδριάντα του. Πέθανε το 1879. Λίγο πριν το θάνατό του έγραψε τα τρία πρώτα άσματα του Φωτεινού, έργου που έμεινε ημιτελές λόγω του θανάτου του. Ο Φωτεινός εντάχθηκε στο δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο των έργων του που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, το 1891. Έγραψε επίσης λίγες μεταφράσεις (Η Λίμνη του Λαμαρτίνου, Το τριακοστό τρίτο άσμα της Κόλασης του Δάντη κ.α.) και δημοσίευσε άρθρα πολιτικού και ιστορικού προβληματισμού. Στο έργο του Βαλαωρίτη συναντιέται η γλωσσική τεχνοτροπία της Επτανησιακής Σχολής με εκείνη της Αθηναϊκής. Τα ποιητικά του έργα είναι γραμμένα σε απλή γλώσσα ενώ τα πεζά του στην καθαρεύουσα. Ο επικός χαρακτήρας των έργων του, καθώς επίσης οι αγώνες του για την Πατρίδα, του χάρισαν τον τιμητικό τίτλο του εθνικού ποιητή, ενόσω ακόμη ήταν εν ζωή. Η κριτική διχάστηκε στην περίπτωση του Βαλαωρίτη και ποικίλει από την πλήρη αποδοχή (Παλαμάς, Ροΐδης, Σικελιανός) ως την πλήρη άρνηση (Πολυλάς, Πανάς, Βερναρδάκης). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη βλ. «Βιοχρονογραφία του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη», Τετράδια Ευθύνης10, 1979, σ.197-200, Γεωργαντά Αθηνά - Σαββίδης Γ.Π., «Αθησαύριστα κείμενα του Βαλαωρίτη ΙΙ (και άγνωστες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του)», Παλίμψηστον3 (Ηράκλειο), 12/1986, σ.35-53, Γρηγόρης Γεράσιμος, «Χρονικό του βίου και των έργων του», Αριστοτέλης Βαλαωρίτης· Ο αρματολός της Λύρας 1824-1879· Βίος, Έργα, Ανθολογία, Κριτική, Εικόνες, Βιβλιογραφία, σ.15-61. Αθήνα,

Βλαχογιάννης, Γιάννης, 1867-1945
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ (1867-1945). Ο Γιάννης Βλαχογιάννης γεννήθηκε στη Ναύπακτο το 1867. Ο πατέρας του Οδυσσέας Βλάχος καταγόταν από γενιά αγωνιστών της Ρούμελης και η μητέρα του Αναστασία Γκιώνη από το Σούλι. Είχε τρεις αδερφούς και τέσσερις αδερφές. Οι αναμνήσεις του 1821 διατηρήθηκαν ζωντανές στη μνήμη του και διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά του. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Ναύπακτο και για τα γυμνασιακά μαθήματα ταξίδεψε στη Ζάκυνθο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Το 1886 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών στο τμήμα Φιλολογίας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του (τις οποίες δεν ολοκλήρωσε), εργαζόταν ως οικοδιδάσκαλος και ως διορθωτής στην Εφημερίδα του Κορομηλά. Αργότερα έγινε συντάκτης στην Εστία, ενώ παράλληλα με την οικονομική συνδρομή ομογενών (μεταξύ άλλων και του Εμμανουήλ Μπενάκη) περισυνέλεξε τεράστιο σε όγκο αρχειακό υλικό του 19ου αιώνα κυρίως σχετικό με τον Αγώνα και κατόρθωσε να εκδώσει ένα μέρος του, (όπως τα αρχεία του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη και του Σπυρομήλιου, το Χιακό αρχείο, το Αθηναϊκό αρχείο και τη βιογραφία του Καραϊσκάκη). Στην ολοκλήρωση της αρχειακής του έρευνας ο Βλαχογιάννης αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του και ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια και το Λονδίνο. Η εργασία του υπήρξε εξαιρετικά συστηματική και συνέβαλε αποφασιστικά στην καταγραφή της ελληνικής ιστορίας του περασμένου αιώνα. Το 1914 με δική του εισήγηση ιδρύθηκαν από τον Βενιζέλο τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, όπου διετέλεσε και πρώτος διευθυντής ως το 1937. Πέθανε το 1945 στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται στα 1893 με το διήγημα Ο ξενιτεμένος και με τις Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη, συλλογή τριών ηθογραφικών διγημάτων γραμμένων στη δημοτική. Έγινε γρήγορα δημοφιλής στους λογοτεχνικούς κύκλους και επαινέθηκε από τον Κωστή Παλαμά. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (όπως τα Τέχνη, Ηγησώ, Μούσα), εφημερίδες (όπως οι Εστία, Αστραπή, Εφημερίς) και ημερολόγια της εποχής του. Οι οικονομικές δυσκολίες που τον συνόδευαν σʼ όλη τη ζωή του δεν του επέτρεψαν να εκδώσει παρά ένα μικρό μέρος του συνολικού έργου του. Εξέδωσε το περιοδικό Προπύλαια (έξι τεύχη από το 1901 ως το 1908), όπου δημοσίευσε ποιήματα, πεζογραφήματα και ιστορικές μελέτες. Με την ευκαιρία του εορτασμού των εκατό χρόνων από την ελληνική Ανεξαρτησία εξέδωσε με δικά του έξοδα τις συλλογές διηγημάτων Τα μεγάλα χρόνια (1930, πρώτη δημοσίευση του 1914) και Τα παλικάρια τα παλιά (1931). Στο σύνολο των γραπτών του περιλαμβάνονται ποιήματα, πεζογραφήματα, ιστορικές μελέτες, κριτικά δοκίμια, άρθρα, ακόμη και ένα μονόπρακτο έργο για το θέατρο (Χήρα μάνα). Ως λογοτέχνης είναι γνωστός κυρίως για την πεζογραφική παραγωγή του. Ο Βλαχογιάννης επιχείρησε να συνδυάσει ιστορικά (ηρωικής θεματικής) και ηθογραφικά στοιχεία με βασικό στόχο του να συμβάλει στον ορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας και στην ψυχολογική σύνδεση των νεοελλήνων με το παρελθόν τους. Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης οι ψυχογραφικές και συμβολικές διαστάσεις των έργων του. Γλώσσα των γραπτών του είναι η δημοτική την οποία υιοθέτησε εξαρχής, ακόμη και στις ιστορικές μελέτες του, δε συμμετείχε όμως στις γλωσσικές διαμάχες της εποχής του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιάννη Βλαχογιάννη βλ. Παπακώστας Άγγελος, «Βλαχογιάννης Γιάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 4. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Πίστας Π.Σ., «Βλαχογιάννης Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Σταυροπούλου Έρη, «Γιάννης Βλαχογιάννης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900), σ.342-344. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Βρεττάκος, Νικηφόρος
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1912-1991). Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στο χωριό Κροκεές της Λακωνίας, δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας, το γένος Παντελεάκη. Τα μαθητικά του χρόνια πέρασε στις Κροκεές και το Γύθειο (το 1927 αποφοίτησε από το Ελληνικό Σχολείο του Γυθείου). Το 1928, σε ηλικία δεκάξι μόλις χρόνων, έδωσε δύο διαλέξεις στην Εμπορική Λέσχη Γυθείου με θέμα Χριστιανισμός - Μαρξισμός. Το 1929 έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει, δεν τα κατάφερε όμως, κυρίως λόγω οικονομικής ανέχειας (είχε προηγηθεί ασθένεια και χρεοκοπία του πατέρα του). Εγκαταστάθηκε στα Κάτω Πατήσια και με τη βοήθεια του παιδικού του φίλου Θαλή Στ. Κουτούπη προσλήφθηκε στην εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης του έλους Τιρνάσου στη Λακωνία. Από το 1930 ως το 1931 έκανε διάφορες περιστασιακές, χειρωνακτικές κυρίως δουλειές για να κερδίσει τα προς το ζην, ενώ παράλληλα στράφηκε στη μελέτη από καθαρά προσωπικό ενδιαφέρον. Το 1932 κατατάχθηκε στο στρατό στην Τρίπολη για τέσσερις μήνες (καθώς ήταν προστάτης πολυμελούς οικογένειας). Το 1934 εργάστηκε ως γραφέας στις γενικές αποθήκες στρατού στον Πειραιά. Εκεί γνωρίστηκε με την Καλλιόπη Αποστολίδη, την οποία παντρεύτηκε τον ίδιο χρόνο και με την οποία απέκτησε μια κόρη τη Τζένη και ένα γιο τον Κώστα. Το 1935 εργάστηκε στα Μεταξουργία Νέας Ιωνίας και ένα χρόνο αργότερα ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως εργάτης υφαντουργείου. Το 1938 διορίστηκε στο Υπουργείο Εργασίας με παρέμβαση του φίλου του Θέμου Αμουργή. Το 1940 στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Το 1941 μετά από διάλυση του Συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Η ημερολογιακές σημειώσεις του από αυτή την περίοδο αποτέλεσαν τη βάση του βιβλίου του Το αγρίμι. Από το 1942 ως το 1944 συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, οργανώθηκε στο Ε.Α.Μ. και γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. Την περίοδο εκείνη πέθανε ο πατέρας του και η ταφή του έγινε στην Πλούμιτσα. Το 1946 προσλήφθηκε ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών του Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε τη διαμαρτυρία των ελλήνων λογοτεχνών

Δασκαλάκης, Γεώργιος Δ.
Ο Γεώργιος Δασκαλάκης (1912-1994) γεννήθηκε στη Λάρισα, καταγόμενος από το Ρέθυμνο της Κρήτης. Τακτικός (από το 1943) καθηγητής της Εισαγωγής στο Δημόσιο Δίκαιο στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, διετέλεσε επίσης νομικός σύμβουλος της UNRRA (1945-47) και των Αμερικανικών Αποστολών στην Ελλάδα (1947-53), συνταγματικός σύμβουλος της Βουλής, συνεκδότης του περιοδικού "Archiv fur Recht und Sozialphilosophie" και πρόεδρος του ΕΟΤ. Συνέγραψε πλήθος έργων.

Ζολώτας, Ξενοφών
Ο Ξενοφών Ζολώτας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904. Παρέμεινε στον πρωθυπουργικό θώκο της Ελλάδας από τις 23 Νοεμβρίου του 1989 έως τις 11 Απριλίου του 1990 ως πρόεδρος της οικουμενικής κυβέρνησης. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στις Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στην Εμπορική Σχολή της Λειψίας (όπου αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1926) και στη Νομική Σχολή του Παρισιού. Το 1928 εκλέχτηκε υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον ίδιο χρόνο εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το 1931 τακτικός καθηγητής στην αντίστοιχη έδρα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου δίδαξε μέχρι την παραίτησή του, το 1968. Από το 1931 μέχρι το 1968 ήταν εκδότης της Ελληνικής Επιθεωρήσεως Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών. Το ογκώδες και πολύγλωσσο επιστημονικό συγγραφικό του έργο αφορά σε ζητήματα Οικονομικής Θεωρίας και Οικονομικής Πολιτικής, όπως επίσης και Κοινωνικής, Νομισματικής και Δημοσιονομικής Πολιτικής. Ο Ξενοφών Ζολώτας διατέλεσε μέλος του Ανωτάτου Οικονομικού Συμβουλίου (1932), αρχηγός της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στο Οικονομικό Συμβούλιο της Βαλκανικής Συνεννοήσεως (1934-1939), πρόεδρος του ΔΣ της Αγροτικής Τράπεζας (1936-1939), συνδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μετά την απελευθέρωση (1944-1945), μέλος του ΔΣ. της UNRRA (1946), διοικητής για την Ελλάδα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (1946-1967 και 1974-1981). Επίσης, διατέλεσε μέλος της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στα Ηνωμένα Έθνη (1948-1953), αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Οικονομική Επιτροπή της Ευρώπης (1949-1953), μέλος, από το 1950, της Διεθνούς Εταιρίας Οικονομικών Επιστημών και από το 1980 επίτιμος πρόεδρός της, μέλος της Νομισματικής Επιτροπής (1950-1955). Διατέλεσε ακόμη υπουργός Συντονισμού (το 1952 στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Δ. Κιουσόπουλου και αργότερα, στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κ. Καραμανλή, το 1974). Ακόμη διατέλεσε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (1955-1967 και 1974-1981) και έκτοτε επίτιμος διοικητής, μέλος της Επιτροπής των «Τεσσάρων Σοφώ» για την αναδιοργάνωση του ΟΕΟΣ σε ΟΟΣΑ (1960). Υπήρξε μέλος της Επιτροπής για τη Νομισματική Ένωση της Ευρώπης (από το 1986). Έχει τιμηθεί με παράσημα και διακρίσεις στην Ελλάδα, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία και αλλού. Το 1952 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα των Οικονομικών Επιστημών. Ο Ξενοφών Ζολώτας απεβίωσε στις 10 Ιουνίου 2004, σε ηλικία 100 ετών.

Θεοδωρακόπουλος, Ιωάννης Ν.
O Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος γεννήθηκε το 1900 στον Bασσαρά της Σπάρτης. Tο 1920 πηγαίνει στη Bιέννη για σπουδές Kλασικής Φιλολογίας και Φιλοσοφίας και το 1922 μετακινείται στη Xαϊδελβέργη για να σπουδάσει αποκλειστικά Φιλοσοφία, όπου και ανακηρύσσεται διδάκτωρ το 1925. Tρία χρόνια αργότερα επιστρέφει στην Eλλάδα. Tο 1929 ιδρύει, με άλλους, το "Aρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Eπιστημών". Tο 1930 εκλέγεται υφηγητής και το 1933 τακτικός καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Tο 1939 εκλέγεται καθηγητής της Συστηματικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, όπου θα διδάξει σχεδόν τριάντα ολόκληρα χρόνια, ως το 1967. Tο 1960 εκλέγεται στην Aκαδημία Aθηνών και το 1971 κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος της "Φιλοσοφίας", της επετηρίδας του Kέντρου Φιλοσοφίας της Aκαδημίας, που ο ίδιος ίδρυσε. O Iωάννης Θεοδωρακόπουλος πέθανε τον Φεβρουάριο του 1981. Το έργο του απλώνεται σε χιλιάδες σελίδες.

Ιωάννου, Γιώργος, 1927-1985
Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και ήταν ο πρωτότοκος από τα τέσσερα παιδιά της μικροαστικής οικογένειάς του. Τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια τα έζησε στη Θεσσαλονίκη, με εξαίρεση το διάστημα της Κατοχής, όταν για να προστατευτούν από τους βομβαρδισμούς, αυτός και τα αδέλφια του κατέφυγαν στη Χαλκιδική και στη συνέχεια στην Αθήνα. Η περίοδος της Κατοχής έχει σημαδέψει έντονα τη ψυχή του και επανέρχεται συχνά στο συγγραφικό του έργο. Το 1947 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. απ΄ όπου αποφοίτησε το 1950. Στη συνέχεια εργάστηκε για λίγο καιρό ως φιλόλογος και τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή τα Ηλιοτρόπια. Το 1954 διορίστηκε βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Παραιτήθηκε όμως γρήγορα (1955) και προσελήφθη στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου δίδαξε ένα χρόνο. Την περίοδο 1956-1959 δίδαξε σε ιδιωτικά γυμνάσια της Αθήνας και της επαρχίας, ενώ παράλληλα ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Διαγώνιος στο οποίο το 1959 δημοσίευσε 18 ποιήματα. Το 1960 διορίστηκε στη δημόσια εκπαίδευση και τοποθετήθηκε στο Καστρί Κυνουρίας. Το 1961 άρχισε να γράφει τα πρώτα του πεζά έργα και αποσπάστηκε στη Βεγγάζη της Λιβύης όπου ίδρυσε το Ελληνικό Γυμνάσιο. Από τη Λιβύη επέστρεψε στην Κυνουρία το 1963. Το 1964 κυκλοφόρησε το "Για ένα φιλότιμο" το πρώτο του βιβλίο με πεζογραφήματα. Μετά το 1974 έγινε βασικό μέλος της επιτροπής που ετοίμασε το Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού και ο εισηγητής των περισσότερων κειμένων που ανθολογήθηκαν από το 1975 στα Νεοελληνικά αναγνώσματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το 1979 μετατέθηκε ως γυμνασιάρχης στο Καρλόβασι της Σάμου, αλλά παρέμεινε αποσπασμένος στο υπουργείο Παιδείας. Το 1980 ο Ιωάννου κέρδισε το πρώτο κρατικό βραβείο πεζογραφίας για το βιβλίο του "Το δικό μας αίμα". Το 1985 μετά από εγχειρητικό σηψαιμικό σοκ πέθανε στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο. Το ποιητικό του έργου εκτός από τα Ηλιοτρόπια περιλαμβάνει: "Τα χίλια δέντρα" Διαγώνιος Θεσσαλονίκη 1963, "Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα 1954-1963" Ερμής, 1973. Το πεζογραφικό του έργο περιλαμβάνει τα εξής έργα: "Η σαρκοφάγος" Ερμής, Αθήνα 1971· "Η μόνη κληρονομιά", Ερμής, Αθήνα 1974· "Το δικό μας αίμα" Ερμής 1978· "Ομόνοια" Οδυσσέας, Αθήνα 1980· "Επιτάφιος θρήνος" Κέδρος, Αθήνα, 1980· "Κοιτάσματα", Ορέστης, Αθήνα, 1980· "Πολλαπλά κατάγματα" Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1980 κ.ά. Θεατρικά: "Το αυγό της κότας" και "Η Μεγάλη Άρκτος" (1981). Μεταφραστικά: Ευριπίδη "Ιφιγένεια η εν Ταύροις", Κέδρος Αθήνα 1969· Τάκιτου: "Γερμανία" (1980)· "Παλατινή Ανθολογία". Στράτωνος: "Μούσα παιδική", Κέδρος, Αθήνα 1980. Φιλολογικά: "Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας", Διαγώνιος Θεσσαλονίκη, 1965· "Τα δημοτικά μας τραγούδια", Ταχυδρόμος, Αθήνα 1966· "Μαγικά παραμύθια του Ελληνικού λαού", Ταχυδρόμος, Αθήνα, 1966· "Παραλογές", Ερμής Αθήνα 1970· "Καραγκιόζης" (3 τόμοι) Ερμής, Αθήνα 1973· "Παραμύθια του λαού μας" Ερμής, Αθήνα 1973· "Αλεξάνδρεια 1916, Ημερολόγιο Φίλιππου Δραγούμη", Δωδώνη, Αθήνα 1984. Περιοδικά: "Φυλλάδιο", τεύχη 1-6, 1978-1982, τεύχη 7-8. Παιδικά: "Ο Πίκος και η Πίκα", Αθήνα 1986.

Καζαντζάκης, Νίκος
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957). Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, πρωτότοκος γιος του εμποροκτηματία Μιχάλη Καζαντζάκη. Είχε δυο αδερφούς και μια αδερφή που πέθανε σε νηπιακή ηλικία. Τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια ως το 1902, οπότε τέλειωσε το Γυμνάσιο, τα πέρασε στο Ηράκλειο με ενδιάμεσα σύντομα διαστήματα παραμονής στον Πειραιά (το 1889 - έναρξη της Κρητικής Επανάστασης- για έξι μήνες) και τη Νάξο (1897-1899 - ο Καζαντζάκης φοίτησε στην εκεί Γαλλική Εμπορική Σχολή). Το 1902 έφυγε για την Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή, από όπου αποφοίτησε το 1906 με άριστα. Το 1906 σημειώθηκαν και οι πρώτες δημοσιεύσεις κειμένων του στο περιοδικό "Πινακοθήκη" με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβανή, με το οποίο εξέδωσε και το πρώτο βιβλίο του "Όφις και κρίνο", αφιερωμένο στη Γαλάτεια Αλεξίου. Τον επόμενο χρόνο γράφτηκε στη Μασονική Στοά Αθηνών και έφυγε για σπουδές νομικής στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε και μαθήματα φιλοσοφίας με τον Ανρί Μπεργκσόν. Από το 1907 ως το 1909 έγραψε τα πρώτα θεατρικά του έργα (ανάμεσά τους τα "Ξημερώνει" [έπαινος στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα] , "Φασγά", "Ο πρωτομάστορας" [ βραβείο στο Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα] ,το μυθιστόρημα "Σπασμένες ψυχές", καθώς επίσης μελετήματα και δοκίμια, όλα δημοσιευμένα σε περιοδικά της εποχής ("Νουμάς", "Παναθήναια"). Το 1909 εξέδωσε στο Ηράκλειο την εναίσιμη επί υφηγεσία διατριβή του με τίτλο "Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας". Το 1910 εγκαταστάθηκε με τη Γαλάτεια στην Αθήνα την οποία παντρεύτηκε τον επόμενο χρόνο στο Ηράκλειο και πήρε μέρος στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Ως το 1915 ασχολήθηκε με τη μετάφραση έργων των Μπεργκσόν, Πλάτωνα, Νίτσε, Μπύχνερ, Ντάρβιν και άλλων, στρατεύτηκε εθελοντικά στους βαλκανικούς πολέμους και υπηρέτησε στο γραφείο του Βενιζέλου, έγραψε πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο με τη Γαλάτεια Αλεξίου (η οποία και τα υπέγραφε) και γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό με τον οποίο ταξίδεψαν στο Άγιο Όρος. Το καλοκαίρι του 1907 προσπάθησε χωρίς επιτυχία να αξιοποιήσει ένα λιγνιτωρυχείο στη Μάνη μαζί με το μεταλλωρύχο Γιώργη Ζορμπά και το φθινόπωρο ταξίδεψε στην Ελβετία, όπου είχε ερωτικό δεσμό με την Ελένη Λαμπρίδου. Το 1919 ανέλαβε δράση υπέρ του επαναπατρισμού των Ελλήνων του Καυκάσου από τη θέση του γενικού διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως και συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Παρίσι. Τα τρία επόμενα χρόνια ταξίδεψε ανά την Ευρώπη και την Ελλάδα. Πήρε μέρος στο Συνέδριο των Αναμορφωτών της Παιδείας στο Βερολίνο και στο Συνέδριο Σεξουαλικής Παιδαγωγικής στη Δρέσδη, μελέτησε έργα του Φρόυντ, γνωρίστηκε με το Λεό Σεστώβ και έγραψε την Ασκητική. Το 1924, επιστρέφοντας στην Ελλάδα ταξίδεψε στην Ιταλία και γνωρίστηκε στην Αθήνα με την Ελένη Σαμίου. Από τον Οκτώβριο του 1925 ως το Φεβρουάριο του 1926 έμεινε στη Ρωσία ως απεσταλμένος της εφημερίδας "Ελεύθερος Λόγος". Ακολούθησαν δυο ακόμη ταξίδια του στη Ρωσία, ένα στα τέλη του 1927 μετά από πρόσκληση της Σοβιετικής Κυβέρνησης και ένα από τον Απρίλη του 1928 ως τον Απρίλη του 1929, ενώ με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα επισκέφτηκε επίσης την Ιταλία και την Ισπανία (1926, 1932-1933, 1936-1937, 1950), την Αίγυπτο και το Σινά (1927). Το 1926 πήρε διαζύγιο από τη Γαλάτεια και ταξίδεψε με την Ελένη στην Παλαιστίνη και την Κύπρο. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε στο περιοδικό "Αναγέννηση" το πρώτο δείγμα από την "Οδύσσεια", που ολοκλήρωσε σε πρώτη γραφή το 1927 στην Αίγινα και εξέδωσε μόλις το Δεκέμβρη του 1938, μετά από εφτά συνολικά γραφές. Το 1928 διώχτηκε δικαστικά με αφορμή τη διοργάνωση συγκέντρωσης για τη Σοβιετική Ένωση μαζί με τον ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι στο αθηναϊκό θέατρο Αλάμπρα και κατά τη διάρκεια του καλοκαιρινού ταξιδιού του στη Ρωσία συνέχισε να ασχολείται με τη συγγραφή. Τον ίδιο χρόνο έγινε γνωστός στη Γαλλία μέσα από ένα άρθρο του Ιστράτι στο περιοδικό "Monde" . Η σχέση του Καζαντζάκη με τον Ιστράτι διακόπηκε το Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου στη Σοβιετική Ένωση. Συνέχισε να ταξιδεύει με την Ελένη στη Γερμανία, την Τσεχοσλοβακία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιαπωνία, την Κίνα και την Αγγλία με ενδιάμεσες επιστροφές στην

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792. Η μητέρα του ονομάζονταν Αδριανή. Ο πατέρας του, ο Ιωάννης Κάλβος, ήταν εθελοντής και αξιωματικός στο βενετικό μισθοφορικό στρατό. Ο Ιωάννης είχε παντρευτεί δύο φορές και αυτό επηρέασε αρνητικά τον Ανδρέα με συνέπεια τα δραματικά του ποιήματα. Από το φθινόπωρο του 1813 στην Ιταλία γνώρισε τον Ούγο Φωσκόλο και αργότερα ετέθη στην υπηρεσία του ως γραμματικός και αντιγραφέας. Παράλληλα μελέταγε αρχαία κείμενα και ιδιαίτερα νεοκλασική ιταλική λογοτεχνία. Ο Κάλβος είχε έντονη και άστατη ερωτική ζωή. Τέλος το 1819 παντρεύτηκε την Αγγλίδα Μαρία Τερέζα Τόμας και απέκτησε μια κόρη. Όμως γρήγορα πέθαναν και οι δύο, μήτερα και κόρη, και έτσι ο Ανδρέας Κάλβος φεύγοντας από την Αγγλία το 1820 κινήθηκε μεταξύ Φλωρεντίας, Ελβετίας και Γαλλίας. ΄Ετσι το 1826 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και γνώρισε πολλούς φιλέλληνες και ανατολίτες. Μετά από πολλά ταξίδια εφυγε από το Ναύπλιο και πήγε στην Κέρκυρα τον Αύγουστο του 1826. Εκεί έγινε διδάκτορας της φιλοσοφίας και δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία ως το 1828 ως μή μόνιμος καθηγητής. Στα τέλη του 1852 έφυγε για το Λονδίνο όπου στις αρχές του 1853 παντρεύτηκε τη δασκάλα Καρλότα Αυγούστα Ουάνταμς. Εγκαταστάθηκαν στο Λάουθ του Λινκονσάιρ. Η γυναίκα του ίδρυσε εκεί ανώτερο παρθεναγωγείο και εκεί ο Ανδρέας Κάλβος δίδαξε μαθηματικά και ξένες γλώσσες. Πέθανε το 1867 και τάφηκε στο Κέντιγκτον. Τα οστά του Κάλβου και της γυναίκας του μεταφέρθηκαν το 1960 στη Ζάκυνθο.

Κανελλόπουλος, Παναγιώτης Κ.
Παναγιώτης Κ. Κανελλόπουλος (1902-1986). Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα, γιος του φαρμακοποιού Κανέλλου Κανελλόπουλου και της Αμαλίας Γούναρη. Είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό τον Αναστάσιο και μια μικρότερη αδερφή τη Μαρία. Φοίτησε στο αʼ Γυμνάσιο Πατρών και σπούδασε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών (1919-1920), τη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης (1920-1923, οπότε αναγορεύτηκε διδάκτωρ του Δικαίου) και τη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου του Μονάχου (1923). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και απολύθηκε ένα χρόνο αργότερα με το βαθμό του τυφεκιοφόρου. Διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Κοινωνικών Επιστημών (το 1925 μετά από δημοσίευση της πρώτης κοινωνιολογικής του πραγματείας στο Αρχείο των Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Δ.Καλλιτσουνάκη και με πρόταση του τελευταίου, του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και του Αριστοτέλη Σιδέρη), γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας στην οικουμενική κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Ζαΐμη (1926), υφηγητής (1929) και καθηγητής (1933) Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1929 πήρε μέρος (από κοινού με τους Κων/νο Τσάτσο και Μ.Τσαμαδό) στην ίδρυση και σύνταξη του περιοδικού Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών. Το 1935 παντρεύτηκε τη Θεανώ Πουλικάκου. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε σειρά άρθρων υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας στην εφημερίδα Ακρόπολις, απομακρύνθηκε από το πανεπιστήμιο μετά από άρνησή του να ορκιστεί πίστη στο βασιλιά και ίδρυσε το Εθνικόν Ενωτικόν Κόμμα, με το οποίο εισηγήθηκε την υπερνίκηση του εθνικού διχασμού και πήρε μέρος στις εκλογές του 1926 χωρίς επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά συνελήφθη και εξορίστηκε στην Κύθνο, τη Θάσο και την Κάρυστο, ως το 1940. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου κατατάχτηκε εθελοντικά και υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή (Πόγραδετς - Κορυτσά). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής διώχτηκε για αντιστασιακή δράση και κατέφυγε στην Ερυθραία της Μικράς Ασίας. Διετέλεσε αντιπρόεδρος και υπουργός εθνικής άμυνας της εξόριστης κυβέρνησης Τσουδερού, θέση από την οποία αγωνίστηκε υπέρ του ελληνικού αγώνα. Πήρε μέρος στο διεθνές συνέδριο του Λίβανο (1944) και υπήρξε υπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ανέλαβε γενναίες πρωτοβουλίες για την αποσόβηση των σφαγών. Ως το 1967 συνέχισε την πολιτική του δραστηριότητα καταλαμβάνοντας υπουργικά και βουλευτικά αξιώματα σε πολλές κυβερνήσεις, ενώ διετέλεσε και πρωθυπουργός της χώρας από την 1η ως τις 22 Νοεμβρίου του 1945. Αρχηγός της Ελληνικής αντιπροσωπείας στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. την περίοδο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 1950 και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1959, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος υπέγραψε ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης τη συμφωνία ένταξης της χώρας στην Ε.Ο.Κ. τον Ιούλιο του 1961. Υπήρξε επίσης αρχηγός του κόμματος της Ε.Ρ.Ε. και λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου σχημάτισε κυβέρνηση με στόχο τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εναντιώθηκε στο καθεστώς των συνταγματαρχών . Στην πολιτική επέστρεψε ως ανεξάρτητος βουλευτής του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας το 1977 και το 1981 και με το κύρος του επιβλήθηκε ως υπερκομματικά αξιοσέβαστο πρόσωπο. Στο χώρο των γραμμάτων είναι γνωστός κυρίως για το πολύτομο ιστορικό έργο του Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη φιλοσοφία και το κοινωνιολογικό και επιστημονικό δοκίμιο. Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (1957 για το Γεννήθηκα στο 1402) και το Μετάλλιο Γκαίτε (1982) και το 1979 εκλέχτηκε ξένος εταίρος της Βουλγαρικής Ακαδημίας των Επιστημών. Εξέδωσε και δημοσίευσε μελέτες στο εξωτερικό (κυρίως στη Γερμανία) και έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά. Πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα από καρδιακή ανακοπή. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1918 με δημοσίευση ποιήματός του στο Νουμά. Το 1920 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Ρυθμοί στα κύματα. Ως το 1955 εξέδωσε τρεις ακόμη συλλογές. Εκτός από την ποίηση ασχολήθηκε με την πεζογραφία (εξέδωσε στο Μό

Κόντογλου, Φώτης
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα. Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη "δυτική" λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το 1923 το Άγιον Όρος. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδη, σε ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και το γαμπρό του. Φιλοτέχνησε πολλούς φορητούς πίνακες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά. Για το σύνολο της προσφοράς του βραβεύτηκε από το κράτος και την Ακαδημία Αθηνών. Πέθανε το 1965 στην Αθήνα.

Κοραής, Αδαμάντιος
Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833). Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη και η οικογένειά του καταγόταν από τη Χίο. Μεγάλωσε σε περιβάλλον λογίων και αποφοίτησε από την Ευαγγελική Σχολή επί διευθύνσεως του Ιερόθεου Δενδρινού. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την εκμάθηση ευρωπαϊκών γλωσσών. Το 1772 έφυγε για το Άμστερνταμ, τυπικά για να εργαστεί στις επιχειρήσεις του εμπόρου Στάθη Θωμά, ουσιαστικά όμως για να διευρύνει τους πνευματικούς και κοινωνικούς του ορίζοντες. Δέκα χρόνια αργότερα κατόρθωσε παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της οικογένειάς του να φύγει στο Μομπελιέ της Γαλλίας για σπουδές ιατρικής (τις οποίες ολοκλήρωσε το 1787, οπότε αναγορεύτηκε διδάκτωρ). Εκεί μυήθηκε στο πνεύμα του γαλλικού Διαφωτισμού και αφοσιώθηκε στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γραμματείας. Η δύσκολη οικονομική κατάσταση που αντιμετώπισε μετά το θάνατο των γονιών του ένα χρόνο αργότερα, τον ανάγκασε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μετάφραση. Από το 1788 και ως το τέλος της ζωής του έζησε στο Παρίσι και έζησε από κοντά τη Γαλλική Επανάσταση, τα γεγονότα της οποίας επηρέασαν καθοριστικά τη σκέψη του. Μέλος της Εταιρείας των Παρατηρητών του Ανθρώπου, ανέπτυξε φιλογαλλική δράση, μετέφρασε τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και άλλα φιλελεύθερα νομικά και πολιτικά κείμενα. Το ενδιαφέρον του για την πολιτική κατάσταση στο νέο ελληνικό κράτος, αν και από απόσταση, τον συντρόφεψε ως τα τελευταία χρόνια του, οπότε τήρησε πολεμική στάση έναντι της διακυβέρνησης του Καποδίστρια. Παράλληλα ο Κοραής εξελίχθηκε σε κεντρική μορφή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, εμβαθύνοντας περισσότερο στις φιλολογικές και γλωσσολογικές μελέτες και διευρύνοντας τον κύκλο των γνωριμιών του με γάλλους και έλληνες ομογενείς. Στις αρχές του 19ου αιώνα οδηγήθηκε σταδιακά στη διαμόρφωση μιας θεωρίας για το νεοελληνικό γλωσσικό ζήτημα, γνωστής ως θεωρία της «μέσης οδού», η οποία αποτέλεσε σημείο αναφοράς και είχε ποικίλες επιπτώσεις στη μετέπειτα εξέλιξη της νεοελληνικής γλώσσας και γραμματείας. Αποτέλεσμα συνειδητής και εκ των έξω επέμβασης στη φυσική λειτουργία της γλώσσας, η «καθαρεύουσα» του Κοραή χαρακτηρίζεται θεμελιακά από τον τεχνητό χαρακτήρα της και ο ρόλος της στη λύση του μακρόχρονου ελληνικού γλωσσικού ζητήματος υπήρξε μάλλον ανασταλτικός παρά βοηθητικός. Στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται με το όψιμο αφηγηματικού χαρακτήρα κείμενό του Ο Παπατρέχας, τυπικό δείγμα απόπειρας συγγραφής με διδακτικό διαφωτιστικό στόχο. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αδαμάντιου Κοραή βλ. Κεχαγιόγλου Δημήτρης, «Αδαμάντιος Κοραής», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Β΄,2, σ.80-96. Αθήνα, Σοκόλης, 1999. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.