Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Κότινος στον Άγγελο Σικελιανό
(Τριάντα χρόνια από τον θάνατό του)

Κότινος στον Άγγελο Σικελιανό
Στον χρόνο που μας έρχεται συμπληρώνονται κιόλας 30 χρόνια από τότε που ο Άγγελος Σικελιανός σφάλισε τα μεγάλα του μάτια κι έφυγε ανηφορίζοντας στα ουράνια, απ΄ όπου στα 1884 είχε κατέβει στη γη.

Για τέτοιους αντρειωμένους του πνεύματος η μνήμη της θανής δεν φέρνει δάκρυα αλλά θάμβος στην ψυχή και στο νου έξαρση και φωτισμό. Με τέτοια αισθήματα και καθώς ο κηλιδωμένος αυτός αιώνας γέρνει προς τη δύση του, στεκόμαστε σ΄ ένα καταράχι κι αντικρύζουμε πάλι τον Σικελιανό, φορτισμένοι με την πείρα πικρών ημερών και την θανάσιμη αγωνία μιας εποχής που σύντριψε πολλές βεβαιότητες της ψυχής και μας βύθισε στην ταπείνωση μιας ανθρώπινης σχετικότητας των πάντων. Τον αντικρύζουμε τρισμέγιστο κι ολόφωτο, πνευματικά ακέραιο και ποιητικά εγκυρότατο, να συγκερνά, να συντήκτει μέσα στο εύρος της τιτάνιας έμπνευσής του και στον τόνο του ποιητικού του λόγου ολόκληρο τον Ελληνισμό, από την αρχαιότητα ως τα νεώτερα χρόνια.

Είναι ποιητής σπανίου διαμετρήματος, είναι μύστης και ιεροφάντης. Έφερε τον ποιητικό λόγο σε χείλη πυθικά, έφτασε την ελληνική παράδοση σε μια ώρα που ξανάγινε επίκαιρη, βιώσιμη, κι έδειξε την αιώνια ειδή της μέσα στην πενιχρότητα μιας ζωής, του τόπου μας, βασανισμένης από την ιστορία.

Σ΄ αυτόν βρίσκουμε, σε κράση μοναδική, την ευρωστεία του λόγου και την υψηλοφροσύνη του ήθους, τον ένθεο οραματισμό και την συνείδηση της εθνικής αποστολής, τον βάρδο και τον απόστολο, τον Έλληνα και τον άνθρωπο, στην μεγαλοσύνη και το ακήρατο κάλλος τους.

Ήταν και είναι ο Άγγελος Σικελιανός ένα ανάστημα γιγάντιο, αξεπέραστο του πνευματικού μας βίου, μια γενναιόδωρη ψυχή και μια βαθιά φιλάνθρωπη καρδιά.

Η "Ευθύνη", με το Τετράδιο αυτό, επιθυμεί να τον ορθώσει ως υπόδειγμα, στο σύνορο των καιρών, επικεφαλής των Νέων Ελλήνων: υπόδειγμα υψηλού έργου και νοηματισμένου βίου που εξαγίασε η αγάπη στην Ελλάδα και η πίστη στην ιερότητα του ποιητικού λόγου.

Οι δάφνες που τον σκεπάζουν θα παραμένουν αμάραντες στον αιώνα!

Η "Ευθύνη"


Σημείωση: Περιέχει επίσης απόσπασμα από ένα βιβλίο της Άννας Σικελιανού "Ένας μύθος ζωής".

25χ16 εκ., 209 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Τετράδια Ευθύνης
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.1 (Νεοελληνική ποίηση - Ερμηνεία και κριτική), 928 (Σικελιανός, Άγγελος (1884-1951))
ISBN: 978-960-7033-43-7
ISBN (10ψήφιο): 960-7033-43-4
Βάρος: 0.451 κιλά
Εκδότης: Ευθύνη
Έτος Κυκλοφορίας: 1995
Γράψε τη δική σου κριτική
15.28
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

13.60
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Ο Γιάννης Αναγνωστόπουλος γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου αγγλική και ρουμανική λογοτεχνία. Έχει μεταφράσει το βιβλίο "Ο Δακρυγέννητος" (Gutenberg, 1992).

Ο Σπύρος Βασιλείου (Γαλαξίδι 1903 - Αθήνα 1985) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του εικοστού αιώνα και η οικογένεια του έχει μετατρέψει το ατελιέ και την οικία του, κάτω από την Ακρόπολη, σε γκαλερί του έργου του και σε μουσείο. Ο Βασιλείου γεννήθηκε στο Γαλαξίδι το 1903 και ήλθε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1920 για να φοιτήσει στην Σχολή Καλών Τεχνών με υποτροφία. Απογοητευμένος από τον άνυδρο τρόπο διδασκαλίας της εποχής, που έδινε έμφαση στην θεωρητική κατάρτιση, ο Βασιλείου και μια ομάδα συμφοιτητών του επαναστάτησαν και απαίτησαν μεταρρυθμίσεις. Η στάση τους ανάγκασε τη Σχολή να αλλάξει διευθυντή και μεθόδους διδασκαλίας, εισήγαγε το εργαστήριο και υιοθέτησε την διδασκαλία μοντέρνων μεθόδων και σχολών ζωγραφικής όπως ο ιμπρεσιονισμός. Ο Βασιλείου αποφοίτησε το 1923. Η καταξίωση του ήταν άμεση και στα επόμενα 60 χρόνια έγινε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες. Εκτός από τους καμβάδες του, παρήγαγε θρησκευτικές εικόνες, ξυλόγλυπτα, εικονογραφήσεις, αφίσες, σκηνικά για το θέατρο, κλπ. Οι εικόνες και τα σχέδια του έχουν αφομοιωθεί πλήρως στην σύγχρονη Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Ο Βασιλείου πίστευε ότι η σύγχρονη Ελληνική τέχνη πρέπει να ενσωματώσει τις επιρροές των διεθνών ρευμάτων χωρίς όμως να χάνει τον Ελληνικό χαρακτήρα της, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα από χιλιετίες παράδοσης. Οι ιμπρεσιονιστικοί και μοντερνιστικοί πίνακες του δεν απέχουν ποτέ πολύ από την Βυζαντινή παράδοση εικονογραφίας, όπως την προσάρμοσε ο ίδιος στην σύγχρονη πραγματικότητα. Το χρονολόγιο της ζωής του, με μια ματιά: 1903. Γεννιέται στο Γαλαξείδι. 1921. Μπαίνει στη Σχολή Καλών Τεχνών. 1929. Κάνει την πρώτη του έκθεση στην αίθουσα τέχνης Στρατηγοπούλου. 1930. Του απονέμεται το Μπενάκειο Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την αγιογράφηση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. 1934. Συμμετέχει στην Μπιενάλε της Βενετίας. 1941. Παντρεύεται την Κική Κωνσταντακοπούλου. 1945. Πρώτη σκηνογραφία για το Εθνικό Θέατρο 1949. Εικονογραφεί το αναγνωστικό της Ε΄ Δημοτικού. 1950. Ιδρύει με τη Ραλλού Μάνου το Ελληνικό Χορόδραμα 1960. Κερδίζει το βραβείο Γκουγκενχάιμ. 1961. Σκηνογραφεί την κινηματογραφικήυποψήφια για Όσκαρ "Ηλέκτρα" του Μιχάλη Κακογιάννη. 1969. Εκδίδει το αυτοβιογραφικό "Φώτα και σκιές". 1975. Μεγάλη αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη. 1982. Σκηνογραφεί το 146ο και τελευταίο έργο του. 1985. Πεθαίνει στο σπίτι του, κάτω από την Ακρόπολη.

Βότση, Όλγα
Όλγα Βότση (1922-1998). Η Όλγα Βότση (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Όλγας Μπούκη - Πλατή) γεννήθηκε στον Πειραιά. Φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1959 και για τρία χρόνια παρακολούθησε μαθήματα Γερμανικής Φιλολογίας και Ιστορίας Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα και την Κύπρο. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1943 με τη δημοσίευση του ποιήματος "Προσευχή" στο περιοδικό "Νεοελληνική Μούσα" του Πειραιά. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: "Ερημικά", 1951, "Ενδόμυχα", 1953, "Αγερινά", 1955, "Ύπαρξη και σιωπή", 1958, "Πρώτη ρίζα", 1962, "Ο μεγάλος ήχος", 1965, "Κρύπτη και σύνορο", 1970 (Κρατικό βραβείο ποίησης), "Γυμνά πέλματα", 1973, "Οι σκάλες", 1976, "Ξέφωτα", 1979, "Η άλλη γνώση", 1982, "La fuente y el oyo" (επιλογή ποιημάτων της στα ισπανικά), 1984, "Πήλινο σχήμα" (Βραβείο Λ. Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών), 1985, και "Η εξέδρα", 1988. Εξέδωσε, επίσης, δύο τόμους με στοχασμούς: "Πολύεδρα", 1978, "Οδύνη και ευδία", 1984. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Φιλολογική Πρωτοχρονιά", "Πνευματική Κύπρος", "Ευθύνη", "Νέα Εστία", "Φοιτητική Τέχνη", "Ηπειρωτική Εστία", "Το Περιοδικό μας" και άλλα. Μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1990), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1971), το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών (1987) και το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων. Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση (έργων του Φραντς Κάφκα, του Γκέοργκ Τρακλ, κ.ά.), ενώ έργα της μεταφράστηκαν στα ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά και πολωνικά. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Όλγας Βότση βλ. Αργυρίου Αλεξ., "Όλγα Βότση", στο "Η ελληνική ποίηση· Η πρώτη μεταπολεμική γενιά", σ. 520-522, Αθήνα, Σοκόλης, 1982 και Σιμόπουλος Ηλίας, "Βότση Όλγα", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τ. 4, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών γεννημένων πριν το 1935, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Βρεττάκος, Νικηφόρος
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1912-1991). Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στο χωριό Κροκεές της Λακωνίας, δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας, το γένος Παντελεάκη. Τα μαθητικά του χρόνια πέρασε στις Κροκεές και το Γύθειο (το 1927 αποφοίτησε από το Ελληνικό Σχολείο του Γυθείου). Το 1928, σε ηλικία δεκάξι μόλις χρόνων, έδωσε δύο διαλέξεις στην Εμπορική Λέσχη Γυθείου με θέμα Χριστιανισμός - Μαρξισμός. Το 1929 έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει, δεν τα κατάφερε όμως, κυρίως λόγω οικονομικής ανέχειας (είχε προηγηθεί ασθένεια και χρεοκοπία του πατέρα του). Εγκαταστάθηκε στα Κάτω Πατήσια και με τη βοήθεια του παιδικού του φίλου Θαλή Στ. Κουτούπη προσλήφθηκε στην εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης του έλους Τιρνάσου στη Λακωνία. Από το 1930 ως το 1931 έκανε διάφορες περιστασιακές, χειρωνακτικές κυρίως δουλειές για να κερδίσει τα προς το ζην, ενώ παράλληλα στράφηκε στη μελέτη από καθαρά προσωπικό ενδιαφέρον. Το 1932 κατατάχθηκε στο στρατό στην Τρίπολη για τέσσερις μήνες (καθώς ήταν προστάτης πολυμελούς οικογένειας). Το 1934 εργάστηκε ως γραφέας στις γενικές αποθήκες στρατού στον Πειραιά. Εκεί γνωρίστηκε με την Καλλιόπη Αποστολίδη, την οποία παντρεύτηκε τον ίδιο χρόνο και με την οποία απέκτησε μια κόρη τη Τζένη και ένα γιο τον Κώστα. Το 1935 εργάστηκε στα Μεταξουργία Νέας Ιωνίας και ένα χρόνο αργότερα ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως εργάτης υφαντουργείου. Το 1938 διορίστηκε στο Υπουργείο Εργασίας με παρέμβαση του φίλου του Θέμου Αμουργή. Το 1940 στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Το 1941 μετά από διάλυση του Συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Η ημερολογιακές σημειώσεις του από αυτή την περίοδο αποτέλεσαν τη βάση του βιβλίου του Το αγρίμι. Από το 1942 ως το 1944 συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, οργανώθηκε στο Ε.Α.Μ. και γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. Την περίοδο εκείνη πέθανε ο πατέρας του και η ταφή του έγινε στην Πλούμιτσα. Το 1946 προσλήφθηκε ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών του Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε τη διαμαρτυρία των ελλήνων λογοτεχνών

Γεωργουσόπουλος, Κώστας
Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία το 1937. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Δημήτρη Ροντήρη και τον Γιάννη Σιδέρη. Εργάστηκε στη δημόσια και την ιδιωτική εκπαίδευση για 35 ολόκληρα χρόνια, από το 1964 ως το 1999. Μπήκε στο στίβο της θεατρικής κριτικής το 1971 και εργάζεται ως κριτικός θεάτρου και επιφυλλιδογράφος μέχρι και σήμερα, ενώ εκτάκτως συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Κριτικά δοκίμια, επιφυλλίδες και σχόλιά του έχουν κυκλοφορήσει στους εξής τόμους: "Κλειδιά και Κώδικες Θεάτρου: Ι. Αρχαίο Δράμα (1982) ΙΙ. Ελληνικό θέατρο (1984)", "Οι πλάγιες ερωτήσεις του Πορφύριου" (1984), "Τα μετά το θέατρο" (1985) (Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου), "Προσωπολατρία" (1992), "Θίασος Ποικιλιών" (1993), "Το νήμα της στάθμης" (1996), "Παγκόσμιο θέατρο: Ι. Από τον Μένανδρο στον Ίψεν (1998) ΙΙ. Από τον Στρίντμπεργκ και τον Τσέχωφ στον Πιραντέλλο και τον Μπρεχτ (1999) (Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών) ΙΙΙ. Από τον Μίλλερ στον Μύλλερ (2000)" Με το ψευδώνυμο Κ. Χ. Μύρης έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή "Αμήχανον Τέχνημα" (1971 & 1980), "Παράβαση" (1980), τα διηγήματα "Καμπάνα και Οδάξ" (1985), και τη συλλογή τραγουδιών, τα οποία έχουν μελοποιήσει γνωστοί συνθέτες ("Χρονικό", "Ιθαγένεια", "Η μεγάλη αγρυπνία", "Ανεξάρτητα Τραγούδια", "Μεταφυσική Τοπολογία"). Κύριος άξονας του μεταφραστικού του έργου είναι, το αρχαίο δράμα. Έχει μεταφράσει τα ακόλουθα έργα: "Ικέτιδες", "Ορέστεια", "Προμηθεύς Δεσμώτης", "Επτά επί Θήβας" (Αισχύλου), "Ηλέκτρα", "Αντιγόνη", "Αίας", "Τραχίνιες", "Οιδίπους Τύραννος", "Οιδίπους επί Κολωνώ" (Σοφοκλή), "Ιφιγένεια εν Αυλίδι", "Ιφιγένεια εν Ταύροις", "Βάκχες", "Ηλέκτρα", "Ορέστης", "Εκάβη", "Κύκλωψ", "Τρωάδες", "Ελένη", "Ανδρομάχη", "Φοίνισσες" (Ευριπίδη), "Λυσιστράτη", "Πλούτος", "Νεφέλες", "Εκκλησιάζουσες", "Θεσμοφοριάζουσες", "Ιππής", "Όρνιθες" (Αριστοφάνη), "Ταρτούφος", "Ασυλλόγιστος", "Γιατρός με το ζόρι" (Μολιέρου). Συνέπραξε και συνεργάστηκε, επίσης, με τον καθηγητή - αρχαιολόγο κ. Σάββα Γώγο και ομάδα θεατρολόγων για τη συγγραφή του λευκώματος "Επίδαυρος: το αρχαίο θέατρο, οι παραστάσεις" (2002). Ακόμα, το σχολικό εγχειρίδιο "Δραματική Ποίηση" διδάχθηκε επί 25 έτη στα ελληνικά Γυμνάσια, ενώ διδακτέα ύλη σε σχολικά βιβλία του Λυκείου είναι οι μεταφράσεις του της "Αντιγόνης" και του "Οιδίποδα Τυράννου". Από το 1990 διδάσκει ως Επιστημονικός Συνεργάτης του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών. Έχει διατελέσει μέλος, αλλά και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου και επί μία εικοσαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιχορηγήσεων Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι ιδρυτικό μέλος του "Κέντρου Έρευνας & Πρακτικών Εφαρμογών του Αρχαίου Ελληνικού Δράματος ΔΕΣΜΟΙ", του οποίου σήμερα είναι Πρόεδρος του Δ.Σ., είναι Αντιπρόεδρος της "Εταιρείας Συγγραφέων", μέλος της "Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων" και από τον Νοέμβριο του 2003 Πρόεδρος του Δ.Σ. του "Κέντρου Μελέτης & Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου - Θεατρικού Μουσείου". Το 2000 του απενεμήθη το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών, ενώ τον Ιούνιο του 2006 αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το Μάρτιο του 2009 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2008, από το Υπουργείο Πολιτισμού για το συνολικό του έργο.

Ευαγγελάτος, Σπύρος Α.
Ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά είναι Κεφαλονίτης και (από μάνα) Κρητικός. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης - Ινστιτούτο Θεατρολογίας και με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου έμεινε ένα χρόνο στο Λονδίνο για επιστημονικές έρευνες. Αριστούχος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1970). Από νέος επιδόθηκε σε πρωτογενείς έρευνες σε Αρχεία της Βενετίας, της Πάντοβας, της Κεφαλονιάς, των Κυθήρων κ.α. και ανέδειξε νέα στοιχεία σε σχέση με κεφαλαιώδη θέματα που αφορούν στον Γεώργιο Χορτάτση, τον Βιτσέντζο Κορνάρο, τον Πέτρο Κατσαΐτη, τον Γεώργιο Μόρμορη, τη χρονολόγηση του "Ζήνωνος", τη χρονολόγηση του "Στάθη" και έχει γράψει πολλά επιστημονικά μελετήματα κυρίως για θέματα του κρητικού και του επτανησιακού θεάτρου. Από το 1989 διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην αρχή ως αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και από το 1991 ως Καθηγητής του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, στην ίδρυση του οποίου συνέβαλε αποφασιστικά. Από την αυτονόμηση του Τμήματος είναι Πρόεδρος ή αναπληρωτής Πρόεδρός του. Έχει διδάξει περί τις 200 σκηνοθεσίες: 50 αρχαίου δράματος, 24 παλαιών, κυρίως αγνώστων, νεοελληνικών κειμένων (11ος αιώνας έως 1900), 65 έργων του κλασικού, νεοκλασικού, ρεαλιστικού και σύγχρονου δραματολογίου, 53 όπερες. Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1977-1980) και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (1984-1987) και απεχώρησε, και στις δύο περιπτώσεις, με δική του επιθυμία, κατά τη λήξη της θητείας του. Πρόεδρος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από το 1999. Του έχουν απονεμηθεί πολλές διακρίσεις. Ανάμεσα σ΄ αυτές: Βραβείο "Κάρολος Κουν" του Δήμου Αθηναίων (1988), Βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (1994 και 1996), Βραβείο "Φώτος Πολίτης" του Μουσείου και Κέντρου Μελέτης του Ελληνικού Θεάτρου (1997), ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κ. Στεφανόπουλος του απονέμει το παράσημο του "Ταξιάρχη του Φοίνικος" (1999), η Ακαδημία Αθηνών τον τιμά με το Αργυρό Μετάλλιό της (2001).

Κανελλόπουλος, Παναγιώτης Κ.
Παναγιώτης Κ. Κανελλόπουλος (1902-1986). Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα, γιος του φαρμακοποιού Κανέλλου Κανελλόπουλου και της Αμαλίας Γούναρη. Είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό τον Αναστάσιο και μια μικρότερη αδερφή τη Μαρία. Φοίτησε στο αʼ Γυμνάσιο Πατρών και σπούδασε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών (1919-1920), τη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης (1920-1923, οπότε αναγορεύτηκε διδάκτωρ του Δικαίου) και τη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου του Μονάχου (1923). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και απολύθηκε ένα χρόνο αργότερα με το βαθμό του τυφεκιοφόρου. Διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Κοινωνικών Επιστημών (το 1925 μετά από δημοσίευση της πρώτης κοινωνιολογικής του πραγματείας στο Αρχείο των Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Δ.Καλλιτσουνάκη και με πρόταση του τελευταίου, του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και του Αριστοτέλη Σιδέρη), γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας στην οικουμενική κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Ζαΐμη (1926), υφηγητής (1929) και καθηγητής (1933) Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1929 πήρε μέρος (από κοινού με τους Κων/νο Τσάτσο και Μ.Τσαμαδό) στην ίδρυση και σύνταξη του περιοδικού Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών. Το 1935 παντρεύτηκε τη Θεανώ Πουλικάκου. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε σειρά άρθρων υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας στην εφημερίδα Ακρόπολις, απομακρύνθηκε από το πανεπιστήμιο μετά από άρνησή του να ορκιστεί πίστη στο βασιλιά και ίδρυσε το Εθνικόν Ενωτικόν Κόμμα, με το οποίο εισηγήθηκε την υπερνίκηση του εθνικού διχασμού και πήρε μέρος στις εκλογές του 1926 χωρίς επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά συνελήφθη και εξορίστηκε στην Κύθνο, τη Θάσο και την Κάρυστο, ως το 1940. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου κατατάχτηκε εθελοντικά και υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή (Πόγραδετς - Κορυτσά). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής διώχτηκε για αντιστασιακή δράση και κατέφυγε στην Ερυθραία της Μικράς Ασίας. Διετέλεσε αντιπρόεδρος και υπουργός εθνικής άμυνας της εξόριστης κυβέρνησης Τσουδερού, θέση από την οποία αγωνίστηκε υπέρ του ελληνικού αγώνα. Πήρε μέρος στο διεθνές συνέδριο του Λίβανο (1944) και υπήρξε υπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ανέλαβε γενναίες πρωτοβουλίες για την αποσόβηση των σφαγών. Ως το 1967 συνέχισε την πολιτική του δραστηριότητα καταλαμβάνοντας υπουργικά και βουλευτικά αξιώματα σε πολλές κυβερνήσεις, ενώ διετέλεσε και πρωθυπουργός της χώρας από την 1η ως τις 22 Νοεμβρίου του 1945. Αρχηγός της Ελληνικής αντιπροσωπείας στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. την περίοδο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 1950 και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1959, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος υπέγραψε ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης τη συμφωνία ένταξης της χώρας στην Ε.Ο.Κ. τον Ιούλιο του 1961. Υπήρξε επίσης αρχηγός του κόμματος της Ε.Ρ.Ε. και λίγο πριν την επιβολή της δικτατορίας του Παπαδόπουλου σχημάτισε κυβέρνηση με στόχο τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εναντιώθηκε στο καθεστώς των συνταγματαρχών . Στην πολιτική επέστρεψε ως ανεξάρτητος βουλευτής του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας το 1977 και το 1981 και με το κύρος του επιβλήθηκε ως υπερκομματικά αξιοσέβαστο πρόσωπο. Στο χώρο των γραμμάτων είναι γνωστός κυρίως για το πολύτομο ιστορικό έργο του Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη φιλοσοφία και το κοινωνιολογικό και επιστημονικό δοκίμιο. Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (1957 για το Γεννήθηκα στο 1402) και το Μετάλλιο Γκαίτε (1982) και το 1979 εκλέχτηκε ξένος εταίρος της Βουλγαρικής Ακαδημίας των Επιστημών. Εξέδωσε και δημοσίευσε μελέτες στο εξωτερικό (κυρίως στη Γερμανία) και έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά. Πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα από καρδιακή ανακοπή. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1918 με δημοσίευση ποιήματός του στο Νουμά. Το 1920 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Ρυθμοί στα κύματα. Ως το 1955 εξέδωσε τρεις ακόμη συλλογές. Εκτός από την ποίηση ασχολήθηκε με την πεζογραφία (εξέδωσε στο Μό

Καρούζος, Νίκος
Νίκος Καρούζος (1926-1990). Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά από νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση. Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με τη δημοσίευση του ποιήματός του "Σίμων ο Κυρηναίος" στο περιοδικό "Ο Αιώνας μας". Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Η επιστροφή του Χριστού" εκδόθηκε το 1954. Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε πιο γνωστός στη δεκαετία του ʼ60 με τις συλλογές "Η έλαφος των άστρων", "Ο υπνόσακκος" και "Πενθήματα". Ακολούθησαν πολλές ακόμη συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του ως τη συγγραφή του τελευταίου του ποιητικού έργου "Αιώρηση", γραμμένου στις 29 Αυγούστου 1990 στο νοσοκομείο Υγεία, όπου ο ποιητής νοσηλευόταν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, άρρωστος από καρκίνο. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά όπως "Νέα Εστία", "Αθηναϊκά Γράμματα", "Ευθύνη", "Σπείρα", "Τομές", "Η Λέξη". Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α΄ Εθνικό Βραβείο Ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Καρούζου βλ. Ι. Μ. Χατζηφώτης, "Καρούζος Ν.Δ.", στη "Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας", τ. 8, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. [1968], Αλέξανδρος Αργυρίου, "Νίκος Καρούζος", στο "Η ελληνική ποίηση· η πρώτη μεταπολεμική γενιά", Αθήνα, Σοκόλης, 1982, Αλέξης Ζήρας, "Καρούζος Νίκος", στο "Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό", τ. 4, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Κωστής Παπακόγκος, "Αιχμάλωτος της ελευθερίας", περιοδικό "Η λέξη", τχ. 88-89, 10-11/1989, Ελισσάβετ Λαλουδάκη, "Νίκος Καρούζος (1926-1990): Χρονολόγιο", περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 393, 2/1999 και Αλέξης Ζήρας, "Καρούζος, Νίκος" στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2007. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Παναγιωτόπουλος, Ι. Μ.
Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982). Ο Ι[ωάννης] Μ. Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στο Αιτωλικό, πρωτότοκος γιος του Μιχαήλ και της Ειρήνης. Οι γονείς του απέκτησαν τρία ακόμη παιδιά που πέθαναν όμως σε παιδική ηλικία. Το 1910 η οικογένεια Παναγιωτόπουλου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και γράφτηκε Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Αποφοίτησε το 1923 και εργάστηκε για πολλά χρόνια στην ιδιωτική εκπαίδευση. Υπήρξε βασικό στέλεχος της ιδιωτικής σχολής Μακρή, την οποία αργότερα αγόρασε και μετονόμασε σε Ελληνικά Εκπαιδευτήρια (πρόκειται για τη γνωστή σήμερα ως Σχολή Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου στο Παλαιό Ψυχικό). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ταξίδεψε στην Ευρώπη, τη Μικρά Ασία, την Κίνα και αλλού. Το 1947 διορίστηκε καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Διετέλεσε μέλος Διοικητικού Συμβουλίου στην Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Θέατρο και το μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή το 1974. Το 1976 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα το 1982. Το σύνολο του συγγραφικού έργου του Ι. Μ.Παναγιωτόπουλου είναι τεράστιο σε έκταση. Ασχολήθηκε επί εξήντα χρόνια παράλληλα με την ποίηση, την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αρθρογραφία, το δοκίμιο, την κριτική. Το πρώτο του δημοσίευμα ήταν ένα πεζό κείμενο γραμμένο στην καθαρεύουσα στις στήλες της εφημερίδας "Ελλάδα" το 1916, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά "Ναυτική Δόξα", "Σφαίρα και Εθνικό Εγερτήριο". Το 1920 πραγματοποίησε την πρώτη του ουσιαστική εμφάνιση στα γράμματα από τις στήλες του περιοδικού "Μούσα" των Νάσου Χρηστίδη και Παύλου Καλλιγά (1920-1923), του οποίου υπήρξε συνδιευθυντής μαζί με τους Λέοντα Κουκούλα, Μιχαήλ Στασινόπουλο και Κλέωνα Παράσχο. Ακολούθησαν συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες όπως η "Ζωή", η "Νέα Ζωή", τα "Νέα Γράμματα", το "Νέον Κράτος", η "Νέα Εστία", η "Πρωία", η "Ελευθερία", ενώ συνεργάστηκε επίσης στη "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" του Πυρσού. Στα πρώτα του ποιήματα κινήθηκε στο πλαίσιο του αισθητισμού, του νεοσυμβολισμού και του νεορομαντισμού με έντονες επιρροές από τον Κωστή Παλαμά (εδώ ανήκει η πρώτη του ποιητική συλλογή "Το βιβλίο της Μιράντας" του 1924) και στράφηκε αργότερα προς την ανανεωτική τάση των ποιητών του μεσοπολέμου, την εσωτερικότητα και τον υπερρεαλισμό (ορόσημο η ποιητική συλλογή "Αλκυόνη", γραμμένη από το 1934 ως το 1948). Στην πεζογραφία του παρατηρείται συνύπαρξη ποιητικών στοιχείων με στοιχεία κριτικού στοχασμού, καθώς επίσης μια ιδιαίτερη φροντίδα της έκφρασης (σημειώνονται ενδεικτικά τα έργα του "Αστροφεγγιά" (1945), "Χαμοζωή" (1946), και "Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά" (1956 - Αʼ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος). Στην κοσμοθεωρία του ανιχνεύονται αρχικές επιρροές από την πεσιμιστική αντίληψη για τη ζωή που υιοθέτησαν και σύγχρονοί του αισθητιστές λογοτέχνες (Κώστας Ουράνης, Τέλλος Άγρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης κ.ά.), ενώ στα έργα της ωριμότητάς του στράφηκε προς μια τραγική στάση αποδοχής του ανεκπλήρωτου της ηδονής και της ματαιότητας της ανθρώπινης ζωής. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ι. Μ.Παναγιωτόπουλου βλ. Ζήρας Αλεξ., "Παναγιωτόπουλος Ι. Μ.", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κούσουλας Λουκάς, "Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος", Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Στ΄, σ.364-417. Αθήνα, Σοκόλης, 1993 και Χατζηφώτης Ι.Μ., "Παναγιωτόπουλος Ι.Μ.", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Παπανούτσος, Ευάγγελος Π.
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος γεννήθηκε το 1900 στον Πειραιά. Σπούδασε στα πανεπιστήμια Αθηνών, Βερολίνου, Τυβίγγης και Παρισίων. Διετέλεσε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας, του γερμανικού Πανεπιστημίου της Τυβίγγης. Και "τιμής ένεκεν" διδάκτωρ του Δικαίου, του σκωτικού Πανεπιστημίου του Αγίου Ανδρέου. Η συμβολή του στη λειτουργία και στην ανακαίνιση της Ελληνικής Παιδείας είναι πασίγνωστη. Υπηρέτησε την εκπαίδευση από το 1920, και ως εκπαιδευτικός πέρασε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας, έως ότου (μετά την απελευθέρωση της χώρας) διορίστηκε γενικός διευθυντής και αργότερα (1950 και 1963) γενικός γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας. Δίδαξε επί 20 χρόνια φιλοσοφία, ψυχολογία και παιδαγωγικά στον μορφωτικό σύλλογο "Αθήναιον". Διετέλεσε αντιπρόεδρος του "Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου" και βουλευτής επικρατείας στην πρώτη Δημοκρατική Βουλή. Με τη διεύθυνσή του δημοσιεύτηκαν 15 τόμοι του Περιοδικού "Παιδεία" (1946-1961) και 100 τόμοι Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, έκδοση Ι. Ζαχαρόπουλου (1954-1958). Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει δεκάδες βιβλία, όχι μόνο στην ελληνική, αλλά και στη γερμανική, την αγγλική και τη γαλλική. Πέθανε το 1982.

Δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας (1922-2003).

Πρεβελάκης, Παντελής
Παντελής Πρεβελάκης (1909 - 1986). Ο Παντελής Πρεβελάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, δεύτερος γιος του Γεωργίου Πρεβελάκη και της Ειρήνης το γένος Φραγκιαδάκη. Στο Ρέθυμνο πέρασε τα σχολικά του χρόνια και σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων εξέδωσε μαζί με τον Γ.Ανδρουλιδάκη το λογοτεχνικό περιοδικό Αθηνά, που κυκλοφόρησε για ένα χρόνο. Το 1926 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην Αθήνα γνωρίστηκε με το Νίκο Καζαντζάκη με τον οποίο συνδέθηκε με μακρόχρονη φιλία. Δυο χρόνια μετά την έναρξη των σπουδών του πήρε μετεγγραφή στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου και το 1930 έφυγε για περαιτέρω σπουδές στο Παρίσι. Εκεί έμεινε για δυο χρόνια και παρακολούθησε μαθήματα στη Σχολή Γραμμάτων της Σορβόννης και στο Ινστιτούτο Τέχνης και Αρχαιολογίας, από όπου αποφοίτησε το 1933. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα αναγορεύτηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και διορίστηκε έκτακτος καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας Τέχνης, χωρίς ποτέ να μονιμοποιηθεί λόγω της πολιτικής του ιδεολογίας υπέρ του Βενιζέλου. Το 1937 διορίστηκε στη Διεύθυνση Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας, και παρά το εχθρικό κλίμα του μεταξικού καθεστώτος δραστηριοποιήθηκε έντονα, κυρίως στον τομέα Καλών Τεχνών. Το 1939 διορίστηκε καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών και από το 1938 δίδασκε στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Μετά τη κήρυξη του πολέμου από τους ιταλούς έκανε αίτηση να καταταγεί εθελοντής και όταν δεν έγινε δεκτή στράφηκε προς τον αγώνα για τη διαφύλαξη και διάσωση των έργων της Εθνικής Πινακοθήκης και του Εθνολογικού Μουσείου. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής απουσίασε από την εκδοτική δραστηριότητα και παύτηκε από τις εργασίες του. Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο και ταξίδεψε σε πολλές χώρες. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου αρνήθηκε να διοριστεί στη Μέση Εκπαίδευση και να τιμηθεί από τη χούντα, κυκλοφόρησε μυστικά την Αντίστροφη Μέτρηση και εκτός εμπορίου τον Νέο Ερωτόκριτο και συμμετείχε στην ίδρυση της Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη. Μετά τη Μεταπολίτευση τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (1977) και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ των Φιλοσοφικών Σχολών των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Πέθανε στο σπίτι του στην Εκάλη από καρδιά σε ηλικία 77 ετών. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1928 με το μονόπρακτο θεατρικό έργο Ο μίμος και το μακροσκελές ποίημα Στρατιώτες εμπνευσμένο από τη Μικρασιατική καταστροφή. Το 1938 εξέδωσε το Χρονικό μιας Πολιτείας με το οποίο καθιερώθηκε στο χώρο της πεζογραφίας της γενιάς του Τριάντα. Στο έργο του Πρεβελάκη, ποιητικό και πεζογραφικό κυριαρχεί η εμπλοκή ιστορικής και λογοτεχνικής πραγματικότητας, η εμμονή σε μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου. Στην πορεία της συγγραφικής του δραστηριότητας, η οποία κάλυψε τριανταέξι χρόνια από τη ζωή του, πέρασε από την έκφραση των μεγάλων οραμάτων της ελευθερίας σε μια εσωτερικότερη γραφή, πάντα όμως σε στενή σχέση με τον αφετηριακό προσανατολισμό του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Παντελή Πρεβελάκη βλ. Αλεξίου Στυλιανός, «Πρεβελάκης Παντελής», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Γιαλουράκης Μανώλης, «Πρεβελάκης Παντελής», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Παρίσης Νικήτας, «Παντελής Πρεβελάκης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ζ΄ , σ.338-371. Αθήνα, Σοκόλης, 1993. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.