Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Ανθολογία της ελληνικής ποίησης (20ός αιώνας)
(Τόμος Β΄: 1920-1940 )

Ανθολογία της ελληνικής ποίησης (20ός αιώνας)
Η πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία (1920-1930) μπορεί να είναι μάλλον φτωχή σε νέες, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες παρουσίες στον χώρο της ποίησης, δεν παύει, ωστόσο, να αποτελεί ένα ενδιάμεσο, στη βαριά έως και ζοφερή ατμόσφαιρα του οποίου κυοφορούνται συνθήκες πρόσφορες για την ανάδειξη του "καινούριου". Εγγύηση γι΄ αυτό αποτελούν οι ποιητές που έκαναν την εμφάνισή τους λίγα χρόνια πριν, ανάμεσα στα 1910 και στα 1920 (Ρώμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης, Κ.Γ. Καρυωτάκης, Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης, Τέλλος Άγρας, Μήτσος Παπανικολάου), και οι οποίοι τώρα διανύουν την περίοδο της πρώιμης έστω ωριμότητάς τους, ωθούμενοι προς αυτήν από εσωτερικούς -ιδιοσυγκρασιακής υφής- όσο και από εξωτερικούς -κοινωνικούς και ιστορικούς- παράγοντες: οι ποιητές του 1920.

Είναι οι ποιητές που απαλλαγμένοι από το βάρος της Μεγάλης Ιδέας παρουσιάζονται πρόθυμοι να απορροφήσουν τα νέα αισθητικά ρεύματα, ιδίως τα προερχόμενα από τη Γαλλία. [...]

Η δεκαετία του 1920 ανήκει στους ίδιους, αλλά και σε όλους εκείνους οι οποίοι εμφανίζονται λίγο αργότερα (Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Μαρία Πολυδούρη, Μίνως Ζώτος, Κούλης Αλέπης, Τεύκρος Ανθίας, Γιώργος Κοτζιούλας, Γιάννης Αηδονόπουλος). Τους ανήκει, αλλά δεν έχει να τους προσφέρει κάτι που να ανταποκρίνεται στις πνευματικές τους αναζητήσεις και στον ευάλωτο ψυχισμό τους. [...]

Η αυλαία, πάντως, για μιαν ακόμη, αυτή τη φορά ριζικότερη, ανανέωση του ελληνικού ποιητικού λόγου έχει αρχίσει εμφανώς να ανασηκώνεται. Ο μοντερνισμός και η γενιά του 1930 είναι προ των πυλών. Με τη "Στροφή" (1931) και τη "Στέρνα" (1932) ο Σεφέρης, εκ των αρχηγετών της ποιητικής γενιάς του ΄30, θα διαταράξει τις παραδεδομένες γραμμές, απογυμνώνοντας την έκφρασή του από κάθε διακοσμητικό βαρίδι, ρίχνοντας άφοβα το βλέμμα του στην καθημερινότητα και υιοθετώντας μιαν άτακτη διαδοχή των εικόνων και των φράσεων, που αλλάζει εις βάθος το μοντέλο της ποιητικής αρχιτεκτονικής. [...]

Είναι πασιφανές πως η προσέλευση των Ελλήνων ποιητών του Μεσοπολέμου στον μοντερνισμό μέσω του Έλιοτ και του υπερρεαλισμού δεν πραγματοποιείται ούτε περιστασιακά ούτε τυχαία: τα μέτρα και οι κανόνες της ιστορίας του ποιητικού λόγου ανατρέπονται εν εκτάσει, η γλώσσα και η εικονοποιία δοκιμάζουν μια σειρά από εντελώς καινούριες δυνατότητες ενώ η αναπαραγωγή της παράδοσης αποκτά, τόσο στην περίπτωση του Σεφέρη όσο και στην περίπτωση των υπερρεαλιστών, λοξό και ανισομερές σχήμα, δημιουργώντας μιαν εντελώς διαφορετική συνθήκη για τη χρησιμοποίηση και τη λειτουργία της.

(από την εισαγωγή των επιμελητών-ανθολόγων)

21χ15 εκ., 363 σελίδες
Δέσιμο: Σκληρό εξώφυλλο
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Αριθμός τόμου: 2 από 5
Ταξινόμιση DDC: 889.100 8 (Νεοελληνική ποίηση - Συλλογές )
Άλλα πρόσωπα: Γιάννης Ρίτσος
ISBN: 978-960-6727-09-2
ISBN (10ψήφιο): 960-6727-09-2
Βάρος: 0.751 κιλά
Εκδότης: Κότινος
Έτος Κυκλοφορίας: 2009
Γράψε τη δική σου κριτική
18.35
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

16.33
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Βαφόπουλος, Γεώργιος Θ.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ (1903 - 1996). Ο Γιώργος Βαφόπουλος γεννήθηκε το 1903 στη Γευγελή της τότε Γιουγκοσλαβίας, δεύτερος γιος του Θωμά Βαφόπουλου και της Ρούλας το γένος Δεμερτζή. Είχε πέντε αδέρφια. Μαθήτευσε στην Αστική Σχολή Γευγελής. Μετά το τέλος του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου η οικογένεια Βαφόπουλου εκπατρίστηκε και ο ποιητής έζησε στην Έδεσσα, το Φανό, τη Γουμένισσα και τελικά στη Θεσσαλονίκη, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο (1917-1924). Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στα περιοδικά Σφαίρα (Γυναίκα) και Νουμάς (Ελεγείο στους αδικοσκοτωμένους). Το 1923 επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, γράφτηκε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως αντιγραφέας στη Μεγάλη Γραμματική της Ελληνικής Γλώσσης του Γ.Χατζιδάκη. Επέστρεψε τη Θεσσαλονίκη λόγω προβλημάτων υγείας και το 1924 ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού Μακεδονικά Γράμματα, από κοινού με τον Κ.Κόκκινο. Τότε γνωρίστηκε με την μετέπειτα (1931) σύζυγό του και επίσης ποιήτρια Ανθούλα Σταθοπούλου (που πέθανε το 1935). Το 1925 κλήθηκε να υπηρετήσει στο Α΄ Σύνταγμα Αθηνών, απαλλάχτηκε όμως από τη θητεία του ένα χρόνο αργότερα, καθώς έπασχε από φυματίωση, και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Το 1927 με εισήγηση του Κωστή Παλαμά δημοσιεύτηκαν στη Νέα Εστία εφτά ποιήματά του. Το 1931 ταξίδεψε στο Άγιο Όρος. Το 1932 διορίστηκε στο Δήμο Θεσσαλονίκης. Το 1938 ίδρυσε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (την οποία διηύθυνε ως το 1963). Τον ίδιο χρόνο γνωρίστηκε με την Αναστασία Γερακοπούλου, αργότερα (1946) δεύτερη σύζυγό του. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής αποσπάστηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας, όπου γνωρίστηκε με τον Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, τον Γιώργο Θέμελη (με τους οποίους συνδέθηκε στενά), τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τον Καίσαρα Εμμανουήλ, το Στέλιο Ξεφλούδα, τον Τάσο Αθανασιάδη, τον Τέλλο Άγρα, και άλλους λογοτέχνες. Το Μάρτιο του 1951 ταξίδεψε στην Αγγλία με πρόσκληση του Βρετανικού Συμβουλίου, για να μελετήσει το σύστημα λειτουργίας των εκεί βιβλιοθηκών. Τον ίδιο χρόνο ταξίδεψε στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ελβετία. Ακολούθησαν πολλά ταξίδια του, στις Η.Π.Α. (1957), την Αυστρία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία (1967), στην Ελλάδα (1967, 1968), το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία (1968), την Ιταλία (1969), την Ισπανία (1970), τη Σκανδιναβία (1973), την Κύπρο (1974) και αλλού. Το 1954 πέθανε ο πατέρας του, που είχε τυφλωθεί το 1939 σε ατύχημα. Το καλοκαίρι του 1955 επέστρεψε για λίγο στη Γιουγκοσλαβία, όπου επισκέφτηκε τον τάφο του παππού του. Το καλοκαίρι του 1962 πέθανε η μητέρα του. Το 1974 έπαθε βαριά καρδιακή προσβολή. Το 1983 με δωρεά του ποιητή και της Αναστασίας ιδρύθηκε το Βαφοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Υπήρξε μέλος της επιτροπής απονομής λογοτεχνικών βραβείων του Δήμου Θεσσαλονίκης, της επιτροπής του διαγωνισμού Μαρίας Ράλλη, Γενικός Γραμματέας του Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης (1944), μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κ.Θ.Β.Ε. (1964-1967), αντεπιστέλλον μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της επιτροπής του κινηματογραφικού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1966), της επιτροπής απονομής συντάξεως στους λογοτέχνες (1973), επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1988). Τιμήθηκε με τον Α΄ Έπαινο του διαγωνισμού διηγήματος της Νέας Εστίας (1927), με το Βραβείο της πόλεως Θεσσαλονίκης (1963), με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1967), με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1972). Πέθανε στη Θεσσαλονίκη. Για αναλυτικότερα βιογραφικά στοιχεία του Γ.Θ.Βαφόπουλου, βλ. Λυγίζος Μήτσος, «Βαφόπουλος Γεώργιος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 3. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Παπαγεωργίου Κώστας, «Βαφόπουλος Γιώργος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Παπαθανασόπουλος Θανάσης, «Βίος και έργα του Γ.Θ.Βαφόπουλου», Νεά Εατία 143, 1η-15/4/1998, ετ.ΟΒ΄, αρ.1698-1699, σ.446-456. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Βρεττάκος, Νικηφόρος
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ (1912-1991). Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε στο χωριό Κροκεές της Λακωνίας, δευτερότοκος γιος του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας, το γένος Παντελεάκη. Τα μαθητικά του χρόνια πέρασε στις Κροκεές και το Γύθειο (το 1927 αποφοίτησε από το Ελληνικό Σχολείο του Γυθείου). Το 1928, σε ηλικία δεκάξι μόλις χρόνων, έδωσε δύο διαλέξεις στην Εμπορική Λέσχη Γυθείου με θέμα Χριστιανισμός - Μαρξισμός. Το 1929 έφυγε για την Αθήνα για να σπουδάσει, δεν τα κατάφερε όμως, κυρίως λόγω οικονομικής ανέχειας (είχε προηγηθεί ασθένεια και χρεοκοπία του πατέρα του). Εγκαταστάθηκε στα Κάτω Πατήσια και με τη βοήθεια του παιδικού του φίλου Θαλή Στ. Κουτούπη προσλήφθηκε στην εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης του έλους Τιρνάσου στη Λακωνία. Από το 1930 ως το 1931 έκανε διάφορες περιστασιακές, χειρωνακτικές κυρίως δουλειές για να κερδίσει τα προς το ζην, ενώ παράλληλα στράφηκε στη μελέτη από καθαρά προσωπικό ενδιαφέρον. Το 1932 κατατάχθηκε στο στρατό στην Τρίπολη για τέσσερις μήνες (καθώς ήταν προστάτης πολυμελούς οικογένειας). Το 1934 εργάστηκε ως γραφέας στις γενικές αποθήκες στρατού στον Πειραιά. Εκεί γνωρίστηκε με την Καλλιόπη Αποστολίδη, την οποία παντρεύτηκε τον ίδιο χρόνο και με την οποία απέκτησε μια κόρη τη Τζένη και ένα γιο τον Κώστα. Το 1935 εργάστηκε στα Μεταξουργία Νέας Ιωνίας και ένα χρόνο αργότερα ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως εργάτης υφαντουργείου. Το 1938 διορίστηκε στο Υπουργείο Εργασίας με παρέμβαση του φίλου του Θέμου Αμουργή. Το 1940 στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Το 1941 μετά από διάλυση του Συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια. Η ημερολογιακές σημειώσεις του από αυτή την περίοδο αποτέλεσαν τη βάση του βιβλίου του Το αγρίμι. Από το 1942 ως το 1944 συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, οργανώθηκε στο Ε.Α.Μ. και γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. Την περίοδο εκείνη πέθανε ο πατέρας του και η ταφή του έγινε στην Πλούμιτσα. Το 1946 προσλήφθηκε ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών του Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο υπέγραψε τη διαμαρτυρία των ελλήνων λογοτεχνών

Ο Αναστάσιος Δρίβας, γιός του Γεωργίου Δρίβα από τους Μολάους της Λακωνίας, και της Ελένης, το γένος Κορδατζή από το Άργος, γεννήθηκε το 1899 στην Αθήνα. Τα νεανικά του χρόνια συνδέονται με τρία θλιβερά περιστατικά: το θάνατο του πατέρα του το 1903, του αδελφού του Στέλιου το 1921, και της αδελφής του Παναγιώτας το 1927. Το 1926 γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Παράλληλα με τις σπουδές του, που ποτέ δεν τις πήρε στα σοβαρά, άρχισε τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα με τα "Μικρά ελεγεία", που άρχισε να τα δημοσιεύει από το 1918 σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και τα τύπωσε σε βιβλίο το 1931. Ταυτόχρονα έγραψε μια σειρά μικρά ρεαλιστικά πεζογραφήματα με τον τίτλο: "Τύποι από την ταβέρνα του πόνου και της τρέλας" που τα δημοσίευσε στο περιοδικό "Φραγγέλια" του Βέλμου, το 1927. Επίσης το 1920 πρωστάτησε στην ίδρυση της Καλλιτεχνικής Συντροφιάς του φιλολογικού καφενείου "Μαύρος Γάτος". Η γνωριμία του με τον κύκλο του "Φραγγέλιου" τον έφερε σ΄ επαφή με τον Δούκα, τον Πικιώνη, τον Παπαλουκά, τον Ρωμανό κι αργότερα τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τους μαθητές του. Από τον καλλιτεχνικό αυτό κύκλο ο Δρίβας, με το ερευνητικό του πάθος και την εκπληκτική του διείσδυση κατόρθωσε , βασισμένος κυρίως στις εικαστικές τέχνες, να γνωρίσει τα νέα πνευματικά κινήματα και να αναδειχθεί σε άξιο τεχνοκρίτη, κρατώντας μ΄ επιτυχία τη σχετική στήλη στην "Καθημερινή", στα περιοδικά "Κύκλος", "Ρυθμός" και σε άλλα έντυπα της περιόδου 1930-1940. Η προσχώρηση του Δρίβα στη σύγχρονη αισθητική φαίνεται στο δοκίμιό του "Συνομιλίες με τον εαυτό μου" και προπάντων στα ποιήματά του "Μια δέσμη αχτίδες στο νερό", που δημοσίευσε στα περιοδικά της τότε λογοτεχνικής πρωτοπορίας "Τρίτο Μάτι", "Νέα Γράμματα", και "Κύκλος". Πέθανε από τις στερήσεις της κατοχής το 1942, μόλις 43 ετών, σ΄ ένα αθηναϊκό νοσοκομείο.

Εμμανουήλ, Καίσαρ
Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970). Ο Καίσαρ Εμμανουήλ γεννήθηκε στην Αθήνα, καταγόταν όμως από την Πάτρα. Ήταν δεύτερος ξάδελφος του ποιητή Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (Jean Moreas). Τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια πέρασε στον Πόρο, το Δραγάτσι και τέλος στον Πειραιά, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε τις σπουδές του στο τελευταίο έτος για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και μετά την ολοκλήρωσή της αναγκάστηκε να εργαστεί, έτσι δεν αποφοίτησε παρά το 1938. Άνοιξε φροντιστήριο στο Νέο Φάληρο και το 1928 διορίστηκε μεταφραστής (μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά) στην ασφαλιστική εταιρεία Αθηναϊκή, όπου παρέμεινε για δέκα περίπου χρόνια. Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο δίδαξε σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια για εικοσιπέντε περίπου χρόνια. Από το 1937 ως το 1940 συνεργάστηκε με τη ρουμανική εφημερίδα Le moment ως γαλλόφωνος φιλολογικός ανταποκριτής. Μετά το 1953 εργάστηκε στην εκπαίδευση στην Κύπρο, την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και την Ισμαηλία. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα αφοσιώθηκε στις λογοτεχνικές μεταφράσεις και διασκευές ως το τέλος της ζωής του. Πέθανε από ζάχαρο στο δημοτικό νοσοκομείο της Αθήνας. Ο Καίσαρ Εμμανουήλ πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 και συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά Μούσα, Κριτική και Τέχνη, Νέοι Βωμοί, Ελληνική Επιθεώρησις, Νέα Εστία, Λόγος, Κύκλος, Ρυθμός, Μπουκέτο, Οικογένεια, Αναγέννησις, Νέα Επιθεώρησις, Το τρίτο μάτι, Μακεδονικά Γράμματα και άλλα. Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο Ο παράφωνος αυλός και εκδόθηκε το 1929. Ακολούθησαν τρεις ακόμη συλλογές, ενώ ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από ποιητικές, πεζογραφικές, θεατρικές και άλλες μεταφράσεις και διασκευές. Η ποίηση του Εμμανουήλ τοποθετείται στα πλαίσια της ελληνικής μεσοπολεμικής ποίησης, ειδικότερα στους νεώτερους ποιητές της γενιάς του είκοσι (ανάμεσα στους Αλέξανδρο Μπάρα, Γιάννη Σκαρίμπα, Ορέστη Λάσκο, Κώστα Ουράνη, Νίκο Καββαδία και άλλους που ακολούθησαν εν μέρει τα χνάρια των Καρυωτάκη, Λαπαθιώτη, Φιλύρα, Άγρα κ.α.). Ο Κώστας Στεργιόπουλος διακρίνει στο έργο του δυο φάσεις, την πρωιμότερη που κυριαρχείται από στοιχεία νεορομαντισμού και κοσμοπολιτισμού (στα χνάρια του Κώστα Ουράνη) και τη δεύτερη, που σηματοδότησε το πέρασμά του στο συμβολιστικό ρεύμα και την καθαρή ποίηση των Baudelaire, Valery, Mallarme, αλλά και του Απόστολου Μελαχρινού. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Καίσαρα Εμμανουήλ βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Εμμανουήλ Καίσαρ», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Καίσαρ Εμμανουήλ», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία - Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.436-439. Αθήνα, Σοκόλης, 1980, Στεργιόπουλος Κώστας, «Ο Καίσαρ Εμμανουήλ και η έκδοση των Ποιημάτων του», Καίσαρ Εμμανουήλ, Ποιήματα · επιμέλεια Κώστα Στεργιόπουλου, σ.13-20. Αθήνα, Πρόσπερος, 1980 και χ.σ., «Εμμανουήλ Καίσαρ», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Θέμελης, Γιώργος
Γιώργος Θέμελης (1900-1976). Ο Γιώργος Θέμελης γεννήθηκε στη Σάμο. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1930 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε ως καθηγητής της φιλολογίας στη Δημόσια Εκπαίδευση και τη Δραματική Σχολή του Κρατικού Ωδείου. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1922 με δημοσιεύσεις ποιημάτων στις στήλες του περιοδικού "Μηνιαία Επιθεώρησις Σάμου". Υπήρξε μέλος των περιοδικών της Θεσσαλονίκης "Μακεδονικές Ημέρες" (1932-1939 - όπου το 1936 δημοσίευσε και το πρώτο του ποίημα σε ελεύθερο στίχο) και "Κοχλίας" (1946-1948), ενώ συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τα λογοτεχνικά περιοδικά "Μορφές", "Τέχνη και Ζωή", "Ορίζοντες", "Ελεύθερα Γράμματα", "Νέα Πορεία", "Ο Αιώνας Μας", "Αγγλοελληνική Επιθεώρηση". Το 1945 πραγματοποιήθηκε η έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής με τίτλο "Γυμνό παράθυρο". Εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές, λογοτεχνικές μεταφράσεις, θεατρικά έργα και δοκίμια. Τιμήθηκε με τον Αʼ Έπαινο του διαγωνισμού διηγήματος της "Νέας Εστίας" (1927), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1956), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962) και το Βραβείο του Δήμου Θεσσαλονίκης (1960). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Σε δική του μετάφραση ανέβηκαν στο Κ.Θ.Β.Ε., το 1968, οι "Δανειστές" του Στρίντμπεργκ και το "Κύκνειον Άσμα" του Τσέχωφ, και το 1970, ο "Προμηθέας Δεσμώτης" του Αισχύλου. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Θέμελη, βλ. Αργυρίου Αλεξ., "Γιώργος Θέμελης", στο "Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου", σ.198-200 (της εισαγωγής) και 284-286 (της ανθολογίας), Αθήνα, Σοκόλης, 1979. Αργυρίου Αλεξ., "Θέμελης Γιώργος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985. Γεράνης Στέλιος, "Θέμελης Γιώργος", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 7. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Καζαντζάκη, Γαλάτεια
Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962). Η Γαλάτεια Αλεξίου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, πρωτότοκη κόρη του τυπογράφου Στυλιανού Αλεξίου και της Ειρήνης Ζαχαριάδη. Είχε τρία μικρότερα αδέρφια το Ραδάμανθυ, το Λευτέρη και την Έλλη. Η μόρφωσή της προήλθε από το οικογενειακό της περιβάλλον και από τη φοίτησή της σε γαλλικό σχολείο. Το 1911 παντρεύτηκε το Νίκο Καζαντζάκη, ενώ σε δεύτερο γάμο παντρεύτηκε το Μάρκο Αυγέρη. Ιδεολογικά εντάχτηκε από νεανική ηλικία (γύρω στο 1920) στο Κ.Κ.Ε. και διώχτηκε για τη δράση της από τη δικτατορία του Μεταξά αλλά και την μεταπολεμική κυβέρνηση. Πέθανε μετά από τραυματισμό σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1906 με το πεζογράφημα Δικταίον Άντρον που δημοσίευσε στο περιοδικό Πινακοθήκη με το ψευδώνυμο Lalo de Kastro. Ακολούθησαν ποιήματα, μεταφράσεις, κριτικά δοκίμια, θεατρικά έργα και μελέτες της σε περιοδικά όπως ο Νουμάς, η Νέα Ζωή, το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου, τα Γράμματα, ο Μαύρος Γάτος, η Αναγέννηση, η Κρητική Στοά και άλλα, αρχικά με το πατρικό της όνομα ή με ψευδώνυμα και μετά τον πρώτο γάμο της με το όνομα Γαλάτεια Καζαντζάκη (από το 1914), το οποίο διατήρησε και μετά το διαζύγιό της. Το 1928 ανέλαβε υπεύθυνη ύλης στο Δελτίο της Εργατικής Βοήθειας (δημοσιογραφικού οργάνου του Κ.Κ.Ε.) και το 1931 αρχισυντάκτρια του περιοδικού Πρωτοπόροι. Ακολούθησε συνεργασία της με το περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι και την εφημερίδα Ελεύθερη Γνώμη, όπου δημοσίευσε άρθρα κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε διαλέξεις παιδαγωγικού και λογοτεχνικού περιεχομένου και εκδόσεις πεζογραφημάτων της. Οι λογοτεχνικές αναζητήσεις της Γαλάτειας Καζαντζάκη ξεκίνησαν από το χώρο του αισθητισμού (με σαφείς επιρροές από το Νίκο Καζαντζάκη) και σταδιακά πέρασαν από τους χώρους της ηθογραφίας και του κοινωνικού προβληματισμού για να την οδηγήσουν το 1933 με το μυθιστόρημα Γυναίκες σε μια προσπάθεια προσέγγισης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου στο χώρο της αντιστασιακής πεζογραφίας με έντονα ανθρωπιστικό προσανατολισμό. Παράλληλα αναπτύχθηκε και η σταδιακή αντιπαράθεση τη Γαλάτειας με το Νίκο Καζαντζάκη, η οποία κορυφώθηκε στο τελευταίο της βιβλίο που είχε τίτλο Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι και στόχο την απομυθοποιητική (ομολογουμένως μονομερή) απεικόνιση του παλιού συντρόφου της ζωής της. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Γαλάτειας Καζαντζάκη βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Καζαντζάκη Γαλάτεια», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Αφιέρωμα ·Γαλάτεια Καζαντζάκη · Εις μνήμην. Αθήνα, 1964, Καστρινάκη Αγγέλα, «Γαλάτεια Καζαντζάκη», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ι΄ (1900-1914), σ.422-446. Αθήνα, Σοκόλης, 1997 και Μαυροειδή - Παπαδάκη Σοφία, «Καζαντζάκη Γαλάτεια», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 7. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Λέων Κουκούλας (1894-1967). Ο Λέων Κουκούλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Πραγματοποίησε θεατρικές και φιλοσοφικές σπουδές, αλλά και σπουδές καλών τεχνών στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Λειψίας, του Μονάχου και του Παρισιού. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε από τις σελίδες του Νουμά. Το 1915 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Της ζωής και του θανάτου και το 1923 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Ένας - ένας. Ακολούθησαν κι άλλες ποιητικές συλλογές του, γνωστός ωστόσο στο λογοτεχνικό χώρο έγινε κυρίως για το μεταφραστικό έργο του, κυρίως θεατρικό, από έργα των Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Σίλλερ, Μολιέρου και άλλων σημαντικών συγγραφέων. Δημοσίευσε κριτικά δοκίμια και άρθρα σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες και δίδαξε δραματολογία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου διετέλεσε και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο 1937-1946, και άλλες δραματικές σχολές. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε στην Αθήνα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Λέοντα Κουκούλα βλ. Άγρας Τέλλος, «Κουκούλας Λέων», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 15. Αθήνα, Πυρσός, 1931, Γεωργουσόπουλος Κώστας, «Κουκούλας Λέων», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, Γιαλουράκης Μανώλης, «Κουκούλας Λέων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Μερακλής Μ.Γ., «Λέων Κουκούλας», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.530. Αθήνα, Σοκόλης, 1977. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μελισσάνθη
Μελισσάνθη (1907-1990). Η Μελισσάνθη (πραγματικό όνομα Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη) γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική και γερμανική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο και στην Abendschule Αθηνών αντίστοιχα και φοίτησε στην προπολεμική Δημοσιογραφική Σχολή Αθηνών. Ασχολήθηκε επίσης με την αγγλική γλώσσα, τη μουσική, τη ζωγραφική και το χορό. Εργάστηκε ως καθηγήτρια γαλλικών σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία και ως δημοσιογράφος. Το 1932 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Ν. Σκανδαλάκη, δικηγόρο, πολιτικό και συγγραφέα φιλοσοφικών πραγματειών. Συνεργάστηκε σε λογοτεχνικές και θεατρικές εκπομπές του Ελληνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1945-1955), ήταν μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1961-1972), της επιτροπής Κρατικών Βραβείων (1969-1975), του Κύκλου για το παιδικό βιβλίο (1969-1971). Πέθανε στην Αθήνα. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1930 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής Φωνές εντόμου και το 1931 κυκλοφόρησε τη λιθογραφημένη ποιητική συλλογή Προφητείες, η οποία αποτέλεσε το λογοτεχνικό γεγονός της χρονιάς. Η ποίηση της Μελισσάνθης τοποθετείται στο χώρο του υπαρξισμού και της μεταφυσικής αγωνίας. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής και οδηγήθηκε σταδιακά προς τον ελεύθερο στίχο (από το 1945), επιλογή που οδήγησε και σε μια ανάλογη ανανέωση των θεματικών και γλωσσικών της επιλογών. Ασχολήθηκε επίσης με το φιλοσοφικό δοκίμιο και τις λογοτεχνικές μεταφράσεις. Τιμήθηκε με τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1936), την Εύφημο Μνεία Βραβείου Παλαμά, το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1965), το Παράσημο Χρυσούς Σταυρός Τάγματος Εποποιίας, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976), το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη, το Βραβείο Μεταφραστών, το Μετάλλιο Δήμου Πειραιώς και το Αργυρούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Μελισσάνθης βλ. Τον όρθρον τον ερχόμενον · Αφιέρωμα στην Μελισσάνθη. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α, 1985, Ζήρας Αλεξ., «Μελίσσάνθη», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987 και Μαυροειδή - Παπαδάκη Σοφία, «Μελισσάνθη», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μπούμη - Παπά, Ρίτα
Ρίτα Μπούμη - Παπά (1906 - 1984). Η Ρίτα Μπούμη γεννήθηκε στη Σύρο. Το 1920 εγκαταστάθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας, όπου σπούδασε παιδαγωγική και ειδικεύτηκε στη μέθοδο Montessori . Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια σε περιοδικά όπως η Νέα Εστία, το Νέον Κράτος, η Νέοι ρυθμοί και εφημερίδες όπως η Αλλαγή, η Μάχη, η Αυγή (την περίοδο 1957-1960). Υπήρξε αρχισυντάκτις του περιοδικού Ιόνιος Ανθολογία (από το 1929), εκδότρια των περιοδικών Εφημερίδα των ποιητών (1956-1958) και Κυκλάδες (1930-1932) και διευθύντρια του Ιδρύματος Περιθάλψεως Παιδιού (1930-1933). Το 1936 παντρεύτηκε τον ποιητή Νίκο Παππά, με τον οποίο έζησε στα Τρίκαλα ως το 1940, οπότε εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1929 με τη δημοσίευση του ποιήματός της Μικρέ μου αλήτη στη Νέα Εστία, ενώ σε παιδική ηλικία είχε δημοσιεύσει ποιήματα στη Διάπλαση των Παίδων (1919). Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, τη μετάφραση (έργα των Λ.Λέβτσεφ, Σολόχωφ, Μπέκετ, Μπέττι, Ουγκώ και άλλων). Τιμήθηκε με τον Α΄ Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1935), το Αʼ Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945), το Διεθνές Βραβείο Συρακουσών (1949), το Βραβείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1965) καθώς και από το Ρουμανικό κράτος και την Ακαδημία του Βουκουρεστίου. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, ισπανικά, ουγγρικά, σερβικά, πολωνικά, αλβανικά, πορτογαλικά και άλλες γλώσσες. Η Ρίτα Μπούμη - Παπά τοποθετείται χρονικά στους έλληνες λογοτέχνες της γενιάς του μεσοπολέμου. Η γραφή της χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από τη φυσιολατρεία της, και παρουσιάζει έντονα τα στοιχεία του αισθησιασμού, του λυρισμού αλλά και του πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, ιδιαίτερα στα μεταπολεμικά έργα της. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Ρίτας Μπούμη - Παπά βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Ρίτα Μπούμη - Παπά», Η ελληνική ποίηση · Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, σ.404-415. Αθήνα, Σοκόλης, 1979, Γιάκος Δημήτρης, «Μπούμη - Παπά Ρίτα», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Ζήρας Αλεξ., «Μπούμη - Παπά Ρίτα», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Παναγιωτόπουλος, Ι. Μ.
Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982). Ο Ι[ωάννης] Μ. Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στο Αιτωλικό, πρωτότοκος γιος του Μιχαήλ και της Ειρήνης. Οι γονείς του απέκτησαν τρία ακόμη παιδιά που πέθαναν όμως σε παιδική ηλικία. Το 1910 η οικογένεια Παναγιωτόπουλου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και γράφτηκε Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου. Αποφοίτησε το 1923 και εργάστηκε για πολλά χρόνια στην ιδιωτική εκπαίδευση. Υπήρξε βασικό στέλεχος της ιδιωτικής σχολής Μακρή, την οποία αργότερα αγόρασε και μετονόμασε σε Ελληνικά Εκπαιδευτήρια (πρόκειται για τη γνωστή σήμερα ως Σχολή Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου στο Παλαιό Ψυχικό). Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ταξίδεψε στην Ευρώπη, τη Μικρά Ασία, την Κίνα και αλλού. Το 1947 διορίστηκε καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Διετέλεσε μέλος Διοικητικού Συμβουλίου στην Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Θέατρο και το μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών της κυβέρνησης Κ. Καραμανλή το 1974. Το 1976 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα το 1982. Το σύνολο του συγγραφικού έργου του Ι. Μ.Παναγιωτόπουλου είναι τεράστιο σε έκταση. Ασχολήθηκε επί εξήντα χρόνια παράλληλα με την ποίηση, την πεζογραφία, την ταξιδιωτική λογοτεχνία, την αρθρογραφία, το δοκίμιο, την κριτική. Το πρώτο του δημοσίευμα ήταν ένα πεζό κείμενο γραμμένο στην καθαρεύουσα στις στήλες της εφημερίδας "Ελλάδα" το 1916, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά "Ναυτική Δόξα", "Σφαίρα και Εθνικό Εγερτήριο". Το 1920 πραγματοποίησε την πρώτη του ουσιαστική εμφάνιση στα γράμματα από τις στήλες του περιοδικού "Μούσα" των Νάσου Χρηστίδη και Παύλου Καλλιγά (1920-1923), του οποίου υπήρξε συνδιευθυντής μαζί με τους Λέοντα Κουκούλα, Μιχαήλ Στασινόπουλο και Κλέωνα Παράσχο. Ακολούθησαν συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες όπως η "Ζωή", η "Νέα Ζωή", τα "Νέα Γράμματα", το "Νέον Κράτος", η "Νέα Εστία", η "Πρωία", η "Ελευθερία", ενώ συνεργάστηκε επίσης στη "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" του Πυρσού. Στα πρώτα του ποιήματα κινήθηκε στο πλαίσιο του αισθητισμού, του νεοσυμβολισμού και του νεορομαντισμού με έντονες επιρροές από τον Κωστή Παλαμά (εδώ ανήκει η πρώτη του ποιητική συλλογή "Το βιβλίο της Μιράντας" του 1924) και στράφηκε αργότερα προς την ανανεωτική τάση των ποιητών του μεσοπολέμου, την εσωτερικότητα και τον υπερρεαλισμό (ορόσημο η ποιητική συλλογή "Αλκυόνη", γραμμένη από το 1934 ως το 1948). Στην πεζογραφία του παρατηρείται συνύπαρξη ποιητικών στοιχείων με στοιχεία κριτικού στοχασμού, καθώς επίσης μια ιδιαίτερη φροντίδα της έκφρασης (σημειώνονται ενδεικτικά τα έργα του "Αστροφεγγιά" (1945), "Χαμοζωή" (1946), και "Τα εφτά κοιμισμένα παιδιά" (1956 - Αʼ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος). Στην κοσμοθεωρία του ανιχνεύονται αρχικές επιρροές από την πεσιμιστική αντίληψη για τη ζωή που υιοθέτησαν και σύγχρονοί του αισθητιστές λογοτέχνες (Κώστας Ουράνης, Τέλλος Άγρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης κ.ά.), ενώ στα έργα της ωριμότητάς του στράφηκε προς μια τραγική στάση αποδοχής του ανεκπλήρωτου της ηδονής και της ματαιότητας της ανθρώπινης ζωής. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ι. Μ.Παναγιωτόπουλου βλ. Ζήρας Αλεξ., "Παναγιωτόπουλος Ι. Μ.", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, Κούσουλας Λουκάς, "Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος", Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Στ΄, σ.364-417. Αθήνα, Σοκόλης, 1993 και Χατζηφώτης Ι.Μ., "Παναγιωτόπουλος Ι.Μ.", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Τ.Κ. Παπατσώνης (1895-1976). Ο Τ[άκης] Παπατσώνης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Κωνσταντίνου Παπατσώνη και της Αικατερίνης το γένος Πρασσά. Μαθήτευσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1913 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην εφημερίδα Ακρόπολις. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως το 1920 και το 1927 παρακολούθησε μαθήματα οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Από το 1914 και για σαράντα χρόνια εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών φτάνοντας ως τη θέση του Γενικού Γραμματέα. Το 1928 έμεινε για μήνες στο Άγιο Όρος. Το 1932 παντρεύτηκε την Ευανθία Εμπεδοκλή με την οποία απέκτησε μια κόρη. Ταξίδεψε πολύ σʼ όλη τη διάρκεια της ζωής του και λόγω της εργασίας του και από προσωπικό πάθος (ενδεικτικά αναφέρονται εδώ τα ταξίδια του στο Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία, την Πράγα, την Ελβετία, τη Γαλλία, το Βερολίνο, τη Δρέσδη, την Αγγλία, την Ισπανία, το Βουκουρέστι, τη Βέρνη, τα Καρπάθια, τη Νέα Υόρκη, την Κούβα, το Σικάγο, το Σαν Ντιέγο). Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εμπορικής Τράπεζας (1941), Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης (1953-1964), Αντιπρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου (1955-1964), Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής (1963 και 1966 αντίστοιχα). Τιμήθηκε με το γαλλικό παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (1920) και με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963). Το 1967 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα. Η πρώτη έκδοση ποιημάτων του Παπατσώνη πραγματοποιήθηκε το 1934 με την Εκλογή Α΄. Είχε προηγηθεί η δημοσίευση της πρώτης ελληνικής μετάφρασης της Έρημης Χώρας του Τόμας Έλλιοτ από τον Παπατσώνη στο περιοδικό Κύκλος και με τίτλο Ερημότοπος. Από το 1935 και για πέντε χρόνια συνεργάστηκε με την εφημερίδα Καθημερινή, όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια. Το 1944 εξέδωσε την Ursa Minor . Ακολούθησαν η Εκλογή Β΄ (1962), το οδοιπορικό Άσκηση στον Άθω (1963), το ταξιδιωτικό κείμενο Μολδοβλαχικά του Μύθου, οι μελέτες Friedrich Holderlin, 1970-1843-1970 και Εθνεγερσία: Σολωμός, Κάλβος, και οι συλλογές δοκιμίων Ο Τετραπέρατος κόσμος (δυο τόμοι) και Όπου ην κήπος. Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελλάς, Οι Νέοι, Λόγος, Λύρα, Μούσα, Πειθαρχία, Πρωτοπορία, Ρυθμός, Νέα Γράμματα, Νέα Εστία, Ελεύθερα Γράμματα, Χρονικά Αισθητικής κ.α. Ο Τάκης Παπατσώνης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στην ποιητική γενιά του τριάντα, ως μια ιδιαίτερη όμως περίπτωση που υπερβαίνει τις όποιες κατηγοριοποιήσεις. Υπήρξε ένας από τους εισηγητές του ελεύθερου στίχου στη μοντέρνα ελληνική ποίηση. Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζουν ποικίλες δημιουργικά αφομοιωμένες επιδράσεις και έντονα προσωπικό ύφος στα πλαίσια του μυστικιστικού και θεολογικού στοχασμού του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τάκη Παπατσώνη βλ. Άγρας Τέλλος, «Παπατσώνης Τάκης», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 19. Αθήνα, Πυρσός, 1932, Γιάκος Δημήτρης, «Παπατσώνης Τάκης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μουντές Μ., «Μικρό βιογραφικό διάγραμμα του Τάκη Παπατσώνη», Νέα Εστία 100, ετ.Ν΄, 15/11/1976, αρ.1185, σ.1484-1485, Φραντζή Άντεια, «Παπατσώνης Τάκης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, και Τετράδια Ευθύνης 1. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Παράσχος, Κλέων Β.
Κλέων Παράσχος (1894-1964). Ο Κλέων Παράσχος γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας. Έζησε τα παιδικά χρόνια του στη Βάρνα και το 1906 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Ξεκίνησε οικονομικές σπουδές στην Ελβετία, επέστρεψε όμως στην Αθήνα χωρίς να αποφοιτήσει και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπουδές που επίσης δεν ολοκλήρωσε. Ασχολήθηκε περιστασιακά με τη διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας και με τη δημοσιογραφία, ως συνεργάτης εφημερίδων όπως οι: Ημερήσιος Τύπος, Ελεύθερον Βήμα, Ακρόπολις, Πρωία, Καθημερινή, Δημοκραίτα και άλλες ενώ εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα και στο Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία δεκαοχτώ χρόνων με δημοσιεύσεις ποιημάτων και μεταφράσεων στα περιοδικά Ελλάς (με το ψευδώνυμο Λεύκος Ιτιώτης) και Ποιητική Έκδοσις, στο δεύτερο μάλιστα ήταν και μέλος της συντακτικής ομάδας. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα: Λύρα, Λόγος, Βωμός, Γράμματα (Αλεξάνδρειας), Κριτική και Τέχνη, Εβδομάς, Αναγέννηση, Νέα Εστία, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Το 1922 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Εικοσιοχτώ ποιήματα του Κλέωνος Παράσχου και εικοσιδύο του Μπωντλαίρ. Ακολούθησε μία ακόμη ποιητική συλλογή, με τίτλο Μακρινή Μουσική και εξέδωσε αυτοβιογραφικά κείμενα, χρονικά, χρονογραφήματα, ταξιδιωτικά κείμενα και βιβλία θεωρίας της λογοτεχνίας και κριτικής, ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση (από έργα των Ντεμέλ, Μορεάς, Πασκάλ, Σταντάλ, Μανν και άλλων). Πέθανε στην Αθήνα. Ο Παράσχος μνημονεύεται στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας κυρίως για την προσφορά του στο χώρο της λογοτεχνικής κριτικής, όπου επηρεάστηκε, όπως και στην ποίησή του από το πνευματικό ρεύμα του γαλλικού συμβολισμού του νεορομαντισμού και του αισθητισμού. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κλέωνα Παράσχου βλ. Άγρας Τέλλος, «Παράσχος Κλέων», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 19. Αθήνα, Πυρσός, 1932, Γιαλουράκης Μανώλης, «Παράσχος Κλέων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Ζήρας Αλεξ., «Παράσχος Κλέων», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Κλέων Παράσχος», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία - Γραμματολογία· Η ανανεωμένη παράδοση, σ.300-304. Αθήνα, Σοκόλης, 1980. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Πολυδούρη, Μαρία
Μαρία Πολυδούρη (1902-1930). Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα, κόρη του γυμνασιάρχη Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής το γένος Μαρκάτου. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Γύθειο, τα Φιλιατρά και την Καλαμάτα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο και το 1916 δημοσίευσε το πεζοτράγουδο Ο πόνος της μάνας στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ. Τον ίδιο χρόνο συγκέντρωσε ποιήματα στη συλλογή Μαργαρίτες, την οποία δεν εξέδωσε. Το 1918 διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Το 1920 πέθαναν και οι δυο γονείς της, πρώτα ο πατέρας της και σαράντα μέρες αργότερα η μητέρα της. Το 1922 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αττικής. Είχε ήδη γραφτεί στη Νομική Σχολή. Τότε γνωρίστηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα, και δημοσίευσε στίχους στα περιοδικά "Έσπερος" (Σύρου), "Ελληνική Επιθεώρησις", "Πανδώρα", "Παιδική Χαρά" και "Εύα". Το 1924 γνώρισε τον Αριστοτέλη Γεωργίου. Τον ίδιο χρόνο εγκατέλειψε τις σπουδές της και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Σχολή Κουναλάκη. Το 1926 πήρε μέρος σε παράσταση του έργου του Νικοντέμι "Το Κουρέλι" και πήγε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή ραπτικής Pigier. Στο Παρίσι προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Charite. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1928 και μπήκε στο σανατόριο Σωτηρία και αργότερα στην κλινική Χρηστομάνου, όπου πέθανε σε ηλικία εικοσιοχτώ χρόνων. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της πρόλαβε να εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Τρίλλιες που σβύνουν" (1928) και "Ηχώ στο χάος" (1929). Η Μαρία Πολυδούρη τοποθετείται στη γενιά των νεορομαντικών ή παρακμιακών ελλήνων ποιητών του Μεσοπολέμου, μαζί με ονόματα όπως του Τέλλου Άγρα, του Κώστα Καρυωτάκη, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Κώστα Ουράνη. Στο πρώιμο ποιητικό της έργο (πριν το ταξίδι της στο Παρίσι) διακρίνονται έντονες νεορομαντικές τάσεις, επιρροές από το ρεύμα του συμβολισμού και βιωματικό ύφος, ενώ μετά την αρρώστια της, την επιστροφή στην Αθήνα και την αυτοκτονία του Καρυωτάκη το μελοδραματικό στοιχείο υποχωρεί και ο λόγος της γίνεται πιο επιμελημένος. Η γραφή της είναι έντονα φορτισμένη συναισθηματικά με θεματικό προσανατολισμό γύρω από τον έρωτα και το θάνατο. Έγραψε επίσης μια νουβέλα με τίτλο "Μυθιστόρημα" και κάποιες ποιητικές μεταφράσεις που περιλαμβάνονται στον τόμο των Απάντων της του 1982 με επιμέλεια του Τάκη Μενδράκου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Μαρίας Πολυδούρη βλ. Άγρας Τέλλος, «Πολυδούρη Μαρία», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 20. Αθήνα, Πυρσός, 1932, Ζήρας Αλεξ., «Πολυδούρη Μαρία», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Μαυροειδή - Παπαδάκη Σοφία, «Πολυδούρη Μαρία», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.