Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

Offer
Το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει χριστουγεννιάτικα διηγήματα γραμμένα από σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς, κυρίως του 20ού αιώνα.

Πρόκειται για κείμενα που αναδίδουν μελωδίες και εικόνες των γιορτών και διαπνέονται από τον βαθύ ανθρωπισμό που αναβιώνει στο τέλος κάθε χρόνου σε όλα τα σημεία της γης, μαζί με τη φάτνη, τα λαμπιόνια, τα κάλαντα, το χιόνι, τα δώρα και το φλουρί της βασιλόπιτας.

Τα μηνύματα που κρύβονται σε αυτά τα διηγήματα προκύπτουν από τις συγκινήσεις και τα πάθη των ηρώων τους, αλλά πρωτίστως μαρτυρούν την ευαισθησία των ίδιων των δημιουργών τους. Δίχως άλλο, ο Γ. Ξενόπουλος, ο Π. Νιρβάνας, ο Δ. Βουτυράς, ο Σ. Τσίρκας, ο Κ. Παρορίτης, ο Σ. Μυριβήλης, ο Π. Καλιότσος, ο Γ. Αθάνας, ο Κ. Μπαστιάς, η Σ. Μαυροειδή - Παπαδάκη, ο Α. Τροπαιάτης, ο Α. Καραντώνης, η Γ. Ταρσούλη, η Τ. Γκρίτση-Μιλλιέξ και ο Ι. Δ. Ιωαννίδης καταθέτουν μερικές από τις καλύτερες στιγμές του έργου τους, ενώ ταυτόχρονα χαρίζουν σε κάθε μικρό ή μεγάλο
αναγνώστη ένα στολίδι για το δέντρο της φαντασίας του.

21χ14 εκ., 176 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 889.300 8 (Νεοελληνική πεζογραφία - Διήγημα - Συλλογές )
Άλλα πρόσωπα: Δημήτρης Ποσάντζης (Επιμελητής)
ISBN: 978-960-03-5012-8
ISBN (10ψήφιο): 960-03-5012-4
Βάρος: 0.292 κιλά
Εκδότης: Καστανιώτη
Έτος Κυκλοφορίας: 2009
Γράψε τη δική σου κριτική
12.78
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

9.46
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Αθάνας, Γεώργιος
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΘΑΝΑΣ (1893-1987) Ο Γιώργος Αθάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γεώργιου Αθανασιάδη - Νόβα) γεννήθηκε στη Ναύπακτο, αδερφός του Θεμιστοκλή Αθανασιάδη - Νόβα, λογοτέχνη, δημοσιογράφου και κριτικού. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία για εικοσιπέντε χρόνια, ως συνεργάτης των εφημερίδων Ακρόπολις, Πολιτεία, Αθηναϊκή και Νέος Κόσμος. Σταδιοδρόμησε ως πολιτικός, αρχικά ως βουλευτής με το κόμμα των Ελευθεροφρόνων (του Ιωάννη Μεταξά) και στη συνέχεια με το Προοδευτικό Κόμμα (του Γεωργίου Καφαντάρη), το Κόμμα των Φιλελευθέρων και την Ένωση Κέντρου. Διετέλεσε αντιπρόεδρος της Βουλής, Yπουργός Εσωτερικών, Παιδείας, Βιομηχανίας, Προεδρίας της Κυβερνήσεως, ενώ τον Ιούλιο του 1965 έγινε πρωθυπουργός, παραιτήθηκε ωστόσο λίγες μέρες αργότερα μετά από καταψήφιση της κυβέρνησής του από τη Βουλή. Την περίοδο 1965-1966 διετέλεσε αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο. Στο χώρο της λογοτεχνίας είναι γνωστός κυρίως ως ποιητής. Η γραφή του κινείται στο χώρο του λυρισμού με θέματα αντλημένα από την αγροτική ζωή της Ρούμελης. Τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή διηγημάτων του Απλοϊκές Ψυχές (1931). Πέθανε στην Αθήνα. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Αθάνα βλ. Γιάκος Δημήτρης, «Αθάνας Γιώργος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας1. Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968 και χ.σ., «Αθανασιάδης - Νόβας Γεώργιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Βουτυράς, Δημοσθένης
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ (1872-1958) Ο Δημοσθένης Βουτυράς, γιος του συμβολαιογράφου Νικολάου Βουτυρά και της Θεώνης το γένος Παπαδή γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια και ο πατέρας του εργαζόταν ως δάσκαλος. Μετά από μερικά χρόνια εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ο πατέρας του διορίστηκε ως συμβολαιογράφος. Εκεί τέλειωσε το Δημοτικό και ξεκίνησε τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο, την οποία όμως διέκοψε, καθώς παρουσίασε κρίσεις επιληψίας. Η ιδιαιτερότητά του προκάλεσε την υπερπροστατευτικότητα των γονιών του και έτσι πέρασε τα εφηβικά χρόνια χωρίς στερήσεις. Παρακολούθησε μαθήματα μουσικής, ξιφασκίας, γράφτηκε στη Σχολή Μαχαιριάδη, τα διέκοψε όλα όμως λόγω της ιδιοσυγκρασίας του. Το 1900 πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων δημοσιεύοντας ένα άρθρο στην καθαρεύουσα στο περιοδικό του Πειραιά Χρονογράφος και ένα στο Περιοδικόν μας του Γεράσιμου Βώκου (με τον οποίο ακολούθησε σταθερή συνεργασία). Γύρω στο 1902 ο πατέρας του εγκατέλειψε την εργασία του και ασχολήθηκε με οικοδομικές επιχειρήσεις. Στο εργοστάσιο σιδηρουργίας που έχτισε εργάστηκε αρχικά και ο Δημοσθένης. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται η δημοσίευση του διηγήματος Ο Λαγκάς που έγινε δεκτό με επαινετικά σχόλια από τον Παλαμά και τον Ξενόπουλο (1903). Ακολούθησαν νέες δημοσιεύσεις έργων του σε λογοτεχνικά περιοδικά, μεταξύ άλλων και στα Παναθήναια. Γύρω στο 1904 παντρεύτηκε τη Μπετίνα Φέξη, με την οποία απέκτησε μερικά χρόνια αργότερα δυο κόρες. Η ζωή του άλλαξε δραματικά μετά την οικονομική καταστροφή και την αυτοκτονία του πατέρα του το 1905. Προσπάθησε να αναλάβει τη συνέχιση της επιχείρησης, απέτυχε όμως και την οδήγησε στην ολοκληρωτική πτώχευση. Δυο χρόνια αργότερα μετακόμισε με τη σύζυγό του στο Κουκάκι και στράφηκε στην επαγγελματική πεζογραφία, πουλώντας διηγήματα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Η καταξίωσή του ως πεζογράφου προήλθε αρχικά από τον ελληνισμό της Διασποράς, συγκεκριμένα από την Αλεξάνδρεια. Μετά το 1920 άρχισε να γίνεται γνωστός και στην Αθήνα. Η πορεία του ήταν ανοδική και μέχρι το 1923, οπότε τιμήθηκε με το Αριστείο των γραμμάτων και των Τεχνών, είχαν τυπωθεί ήδη δέκα βιβλία του. Λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής του ανέχειας ασχολήθηκε επίσης με τη συγγραφή σχολικών συγγραμμάτων σε συνεργασία με τον Μ.Παπαμιχαήλ, η προσπάθεια όμως ναυάγησε καθώς το αναγνωστικό της τρίτης δημοτικού που ολοκλήρωσαν καταργήθηκε από τη δικτατορία του Παγκάλου. Συνέχισε να ζει από τη συγγραφή και το 1931 τιμήθηκε με το Αριστείο του Δήμου Πειραιώς. Λίγους μήνες πριν την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία πρόλαβε να γιορτάσει τα σαράντα χρόνια της λογοτεχνικής του δράσης στην ταβέρνα Μπογράκου στην Κυψέλη, όπου σύχναζε. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τάχθηκε υπέρ της Αντίστασης. Μετά το τέλος του Εμφυλίου, σε ηλικία 80 χρόνων δημοσίευσε το Αργό Ξημέρωμα. Ως το θάνατό του έζησε κατάκοιτος, φτωχός και παραγνωρισμένος από την κρατική εξουσία (η Ακαδημία Αθηνών αρνήθηκε την πρόταση για υποψηφιότητά του σε δυο συνεχείς εκλογές). Πέθανε το 1954. Το πεζογραφικό έργο του Βουτυρά, σχεδόν αποκλειστικά διηγηματικό, εντάσσεται στο πλαίσιο του κοινωνικού ρεαλισμού και οριοθετεί το πέρασμα από την ηθογραφία στην αστική πεζογραφία. Ως μόνιμο θέμα του κυριαρχεί η ζωή των περιθωριακών (λούμπεν) ομάδων της Αθήνας και του Πειραιά. Έχοντας ζήσει κοντά τους ο Βουτυράς περιέγραψε τη ζωή και την ψυχοσύνθεσή τους με έντονα ζοφερά χρώματα και καταθλιπτικό ύφος, παρουσιάζοντας ωστόσο και μια τάση προς την ουτοπία. Παράλληλα απεικόνισε την άρνηση των ομάδων αυτών να ενταχτούν στην οργανωμένη κοινωνία, άρνηση η οποία αποτυπώθηκε και στην άναρχη δομή των έργων του, σε κάποια από τα οποία συναντούμε επίσης στοιχεία μεταφυσικής και επιστημονικής φαντασίας, τα οποία λειτουργούν συμβολικά. Για αναλυτικότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημοσθένη Βουτυρά βλ. Βασαρδάνη Βέρα, «Δημοσθένης Βουτυράς», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ι΄ (1900-1914), σ.280-322. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Ζήρας Αλέξ., «Βουτυράς Δημοσθένης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, Πολιτάρ

Γκρίτση - Μιλλιέξ, Τατιάνα
Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ (1920-2005). Η Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα (στο Θησείο), κόρη του Μιχάλη Γκρίτση και της Ελένης Σάλαρη. Τέλειωσε το Γυμνάσιο με μαθήματα κατʼ οίκον, ενώ ασχολήθηκε για λίγο και με το χορό. Το 1942 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά από σύντομο διάστημα παρακολούθησης μαθημάτων εγκατέλειψε τις σπουδές της και στράφηκε στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών) και στη φωνητική (Ελληνικό Ωδείο). Το 1939 παντρεύτηκε το Γάλλο λόγιο και φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ (τον γνώρισε στο Γαλλικό Ινστιτούτο), με τον οποίο απέκτησε αργότερα δυο παιδιά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και ως εθελόντρια στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό. Από το 1945 ως το 1975 ταξίδεψε -με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα- στη Γαλλία, την Κύπρο και την Ιταλία. Στη Γαλλία (1945-1946) οι Μιλλιέξ συνέχισαν τη δράση τους υπέρ της Ελλάδας και η Τατιάνα παρακολούθησε παράλληλα μαθήματα ιστορίας τέχνης και αισθητικής στο Λούβρο. Την ίδια περίοδο πήρε μέρος στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο Γυναικών στο Παρίσι με θέμα της την αντιστασιακή δράση των ελληνίδων. Μετά την ανάληψη από τον Μιλλιέξ της διεύθυνσης σπουδών του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών (1947) επέστρεψαν στην Αθήνα, όπου παρέμειναν ως το 1959. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εργάστηκε στο κέντρο Μικρασιατικών Μελετών, πήρε μέρος σε διάφορες εκθέσεις ζωγραφικής ανά την Ελλάδα και εντατικοποίησε τη συγγραφική της δραστηριότητα. Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος παραμονής του ζευγαριού στην Κύπρο (1959-1971), όπου ο Ροζέ εργάστηκε στο εκεί Γαλλικό Μορφωτικό Κέντρο και η Τατιάνα στράφηκε σε προσπάθειες για την πολιτιστική αναβάθμιση του τόπου. Στη συνέχεια έφυγαν για τη Γένοβα της Ιταλίας. Εκεί έδρασαν υπέρ της ίδρυσης έδρας νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο και ενάντια στη δικτατορία του Παπαδόπουλου, που είχε στο μεταξύ αφαιρέσει από την Τατιάνα την ελληνική υπηκοότητα. Μετά τη μεταπολίτευση επέστρεψαν στην Ελλάδα και η Μιλλιέξ εργάστηκε στο ΕΙΡ (1974-1975, 1983-1984) και την ΕΡΤ2 (1984-1985) ως υπεύθυνη εκπομπών. Ως δημοσιογράφος και κριτικός συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες ["Ανεξάρτητος Τύπος" (1957-1959), "Ανένδοτος" (1964-1965), "Αυγή" (1974-1977), "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" (1976-1984), "Τα Νέα" (Κύπρου - 1964-1970), "Δημοκρατική" (Κύπρου) κ.α.] και με πάρα πολλά περιοδικά. Ήταν μέλος της Ακαδημίας Racine του Παρισιού, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Πεν Κλαμπ, του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, της Εταιρείας Κριτικών και Εικαστικών Τεχνών και της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων (πρόεδρος από το 1981 ως το 1986). Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος, το βραβείο των Δώδεκα, το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα τα ξημερώματα της Κυριακής 13.2.2005, σε ηλικία 85 ετών. Την πρώτη της επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1945 με δημοσιεύσεις διηγημάτων της στο περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα". Κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε παράνομα κυκλοφορήσει μια μετάφραση του έργου του Βερκόρ (Ζαν Μπριλέ) "Η σιωπή της θάλασσας", ενώ ασχολήθηκε επίσης με θεατρικές μεταφράσεις που ανέβηκαν από τους θιάσους Βουτέρη, Κατράκη και άλλων. Το πρώτο της βιβλίο "Πλατεία Θησείου" εκδόθηκε το 1947 και από τότε, κάθε δυο τρία χρόνια κυκλοφορούσε ένα νέο βιβλίο. Σημειώνεται επίσης η έκδοση από τον Κέδρο το 1973 (με τίτλο "Σπαράγματα") μέρους του αρχείου της που σώθηκε από την κατάσχεση της απριλιανής δικτατορίας. Βασικά χαρακτηριστικά του πεζογραφικού έργου της είναι η έμφαση στην απεικόνιση ψυχολογικών διεργασιών με συνακόλουθη χαλάρωση της δομής και της συνοχής των κειμένων της. Έντονη είναι επίσης στη γραφή της η ποιητική διάσταση του λόγου, η παρουσία των στοιχείων της φαντασίας, της μνήμης, βιωματικής και διακειμενικής, και του εσωτερικού χρόνου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ βλ. Γιαλουράκης, Μανώλης, "Μιλλιέξ - Γκρίτση Τατιάνα", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Φαρίνου-Μαλαματάρη Γεωργία, "Τατιάνα

Ιωαννίδης, Ιωάννης Δ.
Γεννήθηκε στην Kαβάλα το 1931. Aποφοίτησε από την Παιδαγωγική Aκαδημία Aλαξανδρουπόλεως. Συνέχισε τις σπουδές του με υποτροφία στο Aμερικάνικο Πανεπιστήμιο Bηρυτού. Eπιστρέφοντας στην Eλλάδα παρακολούθησε το Tμήμα Aγγλικής Φιλολογίας και μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Στη συνέχεια πήγε στην Aμερική με υποτροφία Φουλμπράιτ, για μεταπτυχιακές σπουδές (μάστερ στην παιδαγωγική ψυχολογία και την αγγλική λογοτεχνία). Δίδαξε αρχικά σε δημοτικά του νομού Kαβάλας και μετέπειτα ως καθηγητής στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες Θεσσαλονίκης, Kρήτης από όπου, ενώ είχε πάρει προαγωγή για τη Φλώρινα, αναγκάστηκε να αποχωρήσει το 1982 υπηρεσιακά, εξαιτίας της αιφνίδιας κατάργησης του βαθμού του γενικού διευθυντή. Tελικά τον κέρδισε και τον ανακούφισε η παιδική λογοτεχνία, μιας και αφοσιώθηκε σ΄αυτήν - θα μπορούσε να πει κανείς - ολοκληρωτικά. Μετακομίζει με τη γυναίκα του και την κόρη του στην Πάτρα, όπου και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Καλιότσος, Παντελής, 1925-2016
Ο Παντελής Καλιότσος γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα. Εκεί πέρασε τα πρώτα του χρόνια, σπουδάζοντας και ταυτόχρονα κάνοντας κάθε είδους δουλειά: εργάτης, υδραυλικός, μαρμαράς, μικροπωλητής, υπάλληλος κτλ. Αργότερα έφυγε μακριά από την πόλη, με σκοπό να μονάσει, αλλά δεν τα κατάφερε για περισσότερο από δύο χρόνια. Άρχισε να γράφει απ’ το 1943, πιστεύοντας στη λογοτεχνία, και στην τέχνη γενικότερα, όχι ως μέσο προβολής και καθιέρωσης αλλά απλά ως θεραπεία ψυχής. Έτσι, συνέχισε να γράφει επί είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια, χωρίς να δημοσιεύσει οτιδήποτε ή να εκδώσει βιβλίο. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1964 με το μυθιστόρημα "Ο μεσαίος τοίχος", που, όντας χειρόγραφο, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό "Ταχυδρόμος". Αργότερα εργάστηκε για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, σε παιδικά κυρίως προγράμματα. Έργα του: "Εδώ κουτσούλησε μια μύγα", διήγημα (1958). "Ο μεσαίος τοίχος", μυθιστόρημα, Φέξης (1964), Κέδρος (1971), Πατάκης (2000). "Οι ονειροπόλοι", μυθιστόρημα, Alvin Redman Hellas (1965), Κέδρος (1980, με τίτλο "Αχιλλέας Μανωλόπουλος" ["Οι ονειροπόλοι»"). "Μάθημα δολοφονίας", μυθιστόρημα, Κέδρος (1971), Εκδόσεις Πατάκη (1994). "Η συμπεριφορά του κενού", μυθιστόρημα, Κέδρος (1973, 1982). "Φανταστική παράγραφος 7", μυθιστόρημα, Κέδρος (1974), Εκδόσεις Πατάκη (1994). "Δεκεμβριανή νύχτα" ("Εργάτες της πίσσας"), μυθιστόρημα, Κέδρος (1978, 1983). "Τα γουρούνια", μυθιστόρημα, Κέδρος (1981), Εκδόσεις Πατάκη, (1992, 1994). "Το συμπόσιο", μυθιστορηματική τετραλογία, Καστανιώτης (1985, 1989). "Η τριλογία της λεωφόρου" ("Μάθημα δολοφονίας", "Η συμπεριφορά του κενού", "Φανταστική παράγραφος 7"), Κέδρος (1985). "Στρατιωτικές ασκήσεις", διηγήματα, Κέδρος (1989). "Διωγμός απ’ την κόλαση", νουβέλα, Κέδρος (1991). Για παιδιά: "Τα ξύλινα σπαθιά", μυθιστόρημα, Κέδρος (1974, 1992), Εκδόσεις Πατάκη (1994, 11η ανατύπωση 2001). "Η μύγα", διηγήματα, Κέδρος (1977, 1985), Εκδόσεις Πατάκη (1994, 6η ανατύπωση 2000). "Το ιζεντόρε και τ’ αηδόνι", παραμύθι, Κέδρος (1981, 1987). "Πατέρας και γιος", μυθιστόρημα, Κέδρος (1987, 1992), Εκδόσεις Πατάκη (1995, 9η ανατύπωση 2000). "Ένα σακί μαλλιά", Εκδόσεις Πατάκη (1996, 4η ανατύπωση 2000). "Η σφεντόνα του Δαβίδ", Εκδόσεις Πατάκη (2001). Είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας (1980), το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου (2002) και το Βραβείο Παιδικού Βιβλίου (2002) του περιοδικού Διαβάζω για το βιβλίο του "Η σφεντόνα του Δαβίδ". Έφυγε από τη ζωή στις 9 Σεπτεμβρίου 2016, σε ηλικία 91 ετών.

Ανδρέας Καραντώνης (1910-1982). Ο Ανδρέας Kαραντώνης γεννήθηκε στην Άνδρο και σε ηλικία δεκατριών χρόνων εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο και σπούδασε στη Νομική Σχολή χωρίς να αποφοιτήσει. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1927 με δημοσιεύσεις ποιημάτων του στο παράρτημα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1929 δημοσίευσε τη μελέτη Εισαγωγή στο Παλαμικό έργο. Ακολούθησαν μια μελέτη για το Σεφέρη και μια ακόμη για τον Παλαμά. Τόσο η ποίηση όσο και η δοκιμιογραφία του ως το 1935 κινήθηκε στα παραδοσιακά πλαίσια γραφής. Τομή στο έργο του σημειώθηκε γύρω στο 1935 με τη συγγραφική δραστηριότητά του από τη θέση του διευθυντή του περιοδικού Νέα Γράμματα. Την περίοδο αυτή ο Καραντώνης στράφηκε προς την υπερρεαλιστική θεωρία της τέχνης και μετάφρασε έργα των Απολλιναίρ, Βαλερύ, Μπρετόν, Ελυάρ και άλλων. Μετά τη γερμανική κατοχή ανέπτυξε δημοσιογραφική δραστηριότητα με επίκεντρο την αντίθεσή του στον κομμουνισμό και την αριστερή διανόηση στην Ελλάδα. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσονται θεατρόμορφα κείμενά του με τίτλους όπως τα Σπουδή στο Κρεμλίνο και Ο Καραγκιόζης βγαίνει από το καλύβι του. Συνεργάστηκε με το περιοδικό Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (1945-1952) και από το 1949 ως το 1974 πραγματοποίησε ραδιοφωνικές εκπομπές κριτικού περιεχομένου στην ΕΙΡ. Υπήρξε μόνιμο μέλος της επιτροπής απονομής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, μέλος της Ομάδας των 12 και γενικός γραμματέας του ιδρύματος Παλαμά. Τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων (1957), το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των 12 (1959), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Κριτικής (1971) και το Μέγα Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1972). Ογκώδης είναι η κριτική παραγωγή του Καραντώνη ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση. Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν σε οχτώ τόμους. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ανδρέα Καραντώνη βλ. Αργυρίου Αλ., «Καραντώνης Ανδρέας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Χατζηφώτης Ι.Μ., «Καραντώνης Αντρέας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 8. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη (1904-1977). Η Σοφία Μαυροειδή γεννήθηκε στο χωριό Φουρνή Μεραμβέλλου της ανατολικής Κρήτης. Η οικογένειά της ήταν πολύ φτωχή. Αποφοίτησε με πολλές δυσκολίες από την Παιδαγωγική Ακαδημία του Ηρακλείου και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση στην Κρήτη για τρία χρόνια. Στη συνέχεια έφυγε για σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1930) και παράλληλα φοίτησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών με καθηγητή τον Λουί Ρουσσέλ, ο οποίος ενθάρρυνε την κλίση της στα γράμματα και μετέφρασε ένα ποίημά της που δημοσίευσε στο Λιμπρ το 1928. Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα του Ηρακλείου. Το 1930 παντρεύτηκε τον ποιητή και αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού Κώστα Παπαδάκη και ένα χρόνο αργότερα διορίστηκε ως καθηγήτρια στη Χαροκόπειο σχολή Οικιακής Οικονομίας στην Καλλιθέα. Από τότε και ως τα τελευταία χρόνια της ζωής της εργάστηκε σε διάφορες σχολές, δημόσιες και ιδιωτικές, όπου δίδαξε κυρίως Νεοελληνική Λογοτεχνία. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου διώχτηκε για λόγους πολιτικών φρονημάτων (μέλος του ΕΛΑΣ και άλλων πολιτικών οργανώσεων, ανέπτυξε αντιστασιακή δράση και δημοσίευσε κείμενά της στον παράνομο Τύπο). Την πρώτη της επίσημη εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποίησε το 1934, οπότε κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή, που είχε τίτλο Ώρες αγάπης. Συνεργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά, όπως η Πνοή, ο Λόγος, η Νέα Εστία, η Νεοελληνική Λογοτεχνία, η Φιλολογική Ζωή, τα Ελεύθερα Γράμματα και εφημερίδες. Ασχολήθηκε επίσης με την παιδική λογοτεχνία, το θέατρο, τη λογοτεχνική και θεατρική κριτική, τη μελέτη και την ταξιδιωτική πεζογραφία, ενώ σημαντική υπήρξε και η μεταφραστική της δραστηριότητα. Ειδικότερα, κράτησε τη στήλη της θεατρικής κριτικής στο περιοδικό του Μελή Νικολαϊδη Πνευματική Ζωή από το 1938 ως το 1939, τη στήλη της λογοτεχνικής κριτικής στο περιοδικό Νεοελληνική Λογοτεχνία από το 1939 ως το 1940. Στην Πνευματική Ζωή δημοσίευσε επίσης εκτενή μελέτη για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Συνεργάστηκε επίσης με παιδικά περιοδικά όπως τα Ελληνόπουλο, Θησαυρός του παιδιού και Το σπίτι του παιδιού και την παιδική εγκυκλοπαίδεια Για σας παιδιά, ενώ κυκλοφόρησε παιδικά διηγήματα και μυθιστορήματα. Τιμήθηκε με το Βραβείο Εθνικής Αντιστάσεως για την ποιητική συλλογή της Της Νιότης και της Λευτεριάς (1946). Πέθανε στην Αθήνα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Σοφίας Μαυροειδή - Παπαδάκη βλ. Αργυρίου Α., «Μαυροειδή - Παπαδάκη Σοφία», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987, Γιάκος Δημήτρης, «Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη», Νέα Εστία 102, ετ. ΝΑ΄, 15/7/1977, αρ.1201, σ.956-957, Γιάκος Δημήτρης, «Μαυροειδή - Παπαδάκη Σοφία», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Στεργιόπουλος Κώστας (επιμέλεια), «Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη», Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ. 582-583. Αθήνα, Σοκόλης, 1980. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μπαστιάς, Κωστής
Μπαστιάς Κωστής (1901-1972). Από πολύ νέος ασχολήθηκε με την πεζογραφία, τη δημοσιογραφία και το θέατρο. Για πολλές δεκαετίες υπήρξε στο κέντρο των πολιτιστικών και πολιτικών γεγονότων ασκώντας την επιρροή του ως εκδότης, αρχισυντάκτης ή χρονογράφος μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων και ως γενικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1937-1941), της Λυρικής Σκηνής (1940-41 και 1959-1963) και του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Η δημοσιογραφική του σταδιοδρομία αρχίζει στην Ακρόπολη του Βλάση Γαβριηλίδη. Το 1925 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης και διευθυντής των εφημερίδων Δημοκρατία και Εσπέρα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Συνεργάζεται επίσης με τον Ελεύθερο Τύπο του Χρ. Καβαφάκη, την Πρωία των αδελφών Πεσμαζόγλου, την Εστία των αδελφών Κύρου, την Καθημερινή του Γ. Α. Βλάχου και κυρίως τη Βραδυνή του Δ. Αραβαντινού από το 1936 ως το 1972. Το 1927 εκδίδει το μαχητικό περιοδικό της δημοτικής Ελληνικά Γράμματα, όπου στεγάζει την ομάδα του Αλέξανδρου Δελμούζου μετά τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, το 1935 την ημερήσια ανεξάρτητη εφημερίδα Ηχώ της Ελλάδος με αρχισυντάκτη τον ανθολόγο της ελληνικής ποίησης Ηρακλή Αποστολίδη και το 1964 το εβδομαδιαίο ειδησεογραφικό περιοδικό Άλφα. Το 1923, όταν είναι μόλις 22 ετών, η Κυβέλη ανεβάζει το θεατρικό έργο του Πέτρα σκανδάλου με θέμα τον Α. Δελμούζο και το πρότυπο παρθεναγωγείο Βόλου. Το 1924 και 1925 η Μαρίκα Κοτοπούλη ανεβάζει άλλα δύο θεατρικά έργα του. Με την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου το 1930, ο Γεώργιος Παπανδρέου τον διορίζει γενικό γραμματέα με διευθυντή τον Ιωάννη Γρυπάρη και σκηνοθέτη τον Φώτο Πολίτη. Αποχωρεί από το θέατρο το Δεκέμβριο του 1934, μετά το θάνατο του Πολίτη αλλά επανέρχεται τον Οκτώβριο του 1935, μία εβδομάδα πριν την ανατροπή της κυβερνήσεως Π. Τσαλδάρη, ως εισηγητής δραματολογίου. Το 1937, ο Ιωάννης Μεταξάς του αναθέτει τη γενική διεύθυνση Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας και τη γενική διεύθυνση του Εθνικού Θεάτρου. Κατά την παραμονή του στο Εθνικό καθιερώνει τα φεστιβάλ αρχείου δράματος, προωθεί τις απόψεις του για την παρουσίαση των αρχαίων τραγικών στα αρχαία θέατρα με παραστάσεις στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού και το 1938, για πρώτη φορά από την αρχαιότητα, χρησιμοποιεί το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ανεβάζοντας την Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Δημ. Ροντήρη. Δημιουργεί το Βασιλικό Θεσσαλονίκης (1940) και ιδρύει τη Λυρική Σκηνή (1940). Δημιουργεί επίσης το περιοδεύον θέατρο Άρμα του Θέσπιδος (1939), τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (1937) και εγκαινιάζει τον θεσμό των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων (1939) και της Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης στο Ζάππειο (1938). Το μεγάλο του όνειρο, η καθιέρωση του Εθνικού Θεάτρου ως ένα από τα σημαντικότερα θέατρα της Ευρώπης, πραγματοποιείται το 1939 με τις ιστορικές τουρνέ: Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Οξφόρδη, Καίμπριτζ, Λονδίνο, Φρανκφούρτη και Βερολίνο. Οι αγγλικές εφημερίδες συγκρίνουν το Εθνικό με την Comedie Francaise, το Θέατρο Τέχνης του Στανισλάφσκι στη Μόσχα και το θέατρο Habima. Συγκεκριμένα, οι Times του Λονδίνου γράφουν: «Σε καμμιά χώρα η θεατρική σκηνή δεν χρωστά περισσότερα στην ενεργητικότητα, τον ενθουσιασμό και την γνώση ενός ανθρώπου, όσο η ελληνική σκηνή οφείλει στον Κωστή Μπαστιά». Από τη λογοτεχνική του εργασία θα πρέπει να αναφέρουμε: Στεριές και θάλασσες (1932), Τʼ Αλιευτικά (1935), Οι άνθρωποι και τα ζώα (1939), Λιμάνια (1939), Μηνάς ο Ρέμπελος, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1939), Η Μπουμπουλίνα (1944), Αράχνη 44 (1946), Ο Παπουλάκος (1951), Νέον Κυριακοδρόμιον (1956) και το δοκίμιο Ο Παπαδιαμάντης (1962). Με την είσοδο των γερμανών στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1941, παραιτείται από το Εθνικό Θέατρο. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται διότι ασκεί «φιλοαγγλική προπαγάνδα». Μετά την Κατοχή αναχωρεί για τη Νέα Υόρκη, όπου θα μείνει για οκτώ χρόνια (1946 - 1954) ως ανταποκριτής της Βραδυνής στον Ο.Η.Ε. Με την επιστροφή του, θα αναλάβει πάλι τη γενική διεύθυνση της Λυρικής Σκηνής (1959) και θα μετακαλέσει τη Μαρία Κάλλας για να ανεβάσει στην Επίδαυρο τις ιστορικές πλέον παραστάσεις της Νόρμας (1960) και της Μήδειας (1961). Το 1961 θα αναλάβει επίσης, ταυτοχρόνως με τη Λυρική, και τη γενική διεύθυνση του Εθνικού

Μυριβήλης, Στράτης
Στρατής Μυριβήλης (1890- 1969). Ο Στρατής Μυριβήλης (πραγματικό όνομα Ευστράτιος Σταματόπουλος) γεννήθηκε στη Συκαμιά της Λέσβου, πρωτότοκος γιος του Χαράλαμπου Σταματόπουλου και της Ασπασίας το γένος Γεωργιάδη. Φοίτησε στην Αστική Σχολή Συκαμιάς και στη συνέχεια στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης, από όπου αποφοίτησε το 1910. Το 1912 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο, εργαζόμενος παράλληλα ως συντάκτης σε περιοδικά και εφημερίδες. Τις σπουδές του εγκατέλειψε σύντομα για λόγους βιοπορισμού. Κατατάχτηκε εθελοντικά το 1912 και πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους (όπου τραυματίστηκε στο πόδι), στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη Μικρασιατική εκστρατεία (ως ανθυπολοχαγός). Μετά την καταστροφή της Σμύρνης έφυγε για τη Λέσβο, όπου έζησε ως το τέλος του 1932, οπότε εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου άρχισε να γράφει τη Ζωή εν τάφω και το 1920 παντρεύτηκε την Ελένη Δημητρίου, με την οποία απέκτησε δυο γιους και μια κόρη. Από το 1925 ως το 1933 στήριξε το Εργατικό Κόμμα του Α.Παπαναστασίου, τόσο από τη Λέσβο, όσο και από την Αθήνα. Στη Λέσβο συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Σάλπιγξ, Ελεύθερος Λόγος, Καμπάνα, Ταχυδρόμος και άλλες, δημοσιεύοντας πεζογραφήματα, ποιήματα, άρθρα και χρονογραφήματα, έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Επιστράτων Αιγαίου και στρατεύτηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας, ενώ μετά την καταστροφή τάχθηκε υπέρ της Στρατιωτικής Επανάστασης. Στην Αθήνα συνεργάστηκε με εφημερίδες όπως η Καθημερινή, η Εθνική, η Ακρόπολις, η Πρωία, η Απογευματινή, η Ελευθερία και περιοδικά όπως ο Θεατής, η Νέα Εστία, η Ελληνική δημιουργία, ο Ακρίτας, τα Στρατιωτικά Νέα. Εργάστηκε επίσης στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων (από όπου απολύθηκε το 1955 με το βαθμό του Διευθυντή Αʼ τάξεως, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας). Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου δήλωσε ανοιχτά την αντίθεσή του προς την κομμουνιστική ιδεολογία. Υπήρξε μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ακαδημίας Αθηνών (εκλέχτηκε το 1958 μετά από πέντε υποψηφιότητες που απορρίφθηκαν) και τιμητικό μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας (1940 για το Γαλάζιο βιβλίο) και το Σταυρό του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου Α΄ (1959). Πέθανε άρρωστος από βρογχοπνευμονία στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού στην Αθήνα. Η πρώτη εμφάνιση του Στρατή Μυριβήλη στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1915 με τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες ιστορίες. Στα πρώτα του βήματα συνδέθηκε με τη λογοτεχνική γενιά του 1920, η οποία δέχτηκε έντονη την επίδραση του Κωστή Παλαμά των κοινωνικοπολιτικών γεγονότων των αρχών του αιώνα (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Καταστροφή). Σύντομα ωστόσο αποδεσμεύθηκε από την απαισιόδοξη κοσμοθεωρία των συγχρόνων του και αναδείχθηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους αντιμιλιταριστές συγγραφείς της Ευρώπης και πρόδρομος της γενιάς του Τριάντα. Σταθμό στην πρώτη αυτή φάση της δημιουργίας του αποτέλεσε η Ζωή εν Τάφω, που εγκαινίασε τη σύγχρονη ελληνική αντιπολεμική λογοτεχνία. Το έργο Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1932) αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως μεταβατικό στάδιο προς τη δεύτερη περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας (1933-1949), στην οποία κυριαρχεί η τάση προς άρνηση του παρόντος και στροφή προς την παιδική ηλικία, τάση που άσκησε επιρροή και στο γλωσσικό και υφολογικό πεδίο του έργου του. Από τη δεύτερη αυτή περίοδο αναφέρουμε το μυθιστόρημά του η Παναγιά η Γοργόνα. Τέλος στην τρίτη περίοδο του έργου του (1949-1969) ο Μυριβήλης στράφηκε προς μια ποικιλία θεμάτων, στόχων και εκφραστικών μέσων. Εδώ εντάσσονται οι συλλογές διηγημάτων του Το πράσινο βιβλίο , Το γαλάζιο βιβλίο, Το κόκκινο βιβλίο και Το βυσσινί βιβλίο. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Στρατή Μυριβήλη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Μυριβήλης Στρατής», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Λυκούργου Νίκη, «Μυριβήλης Στρατής», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό7. Αθήνα, Εκδοτική

Νιρβάνας, Παύλος
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ (1866-1937) Ο Παύλος Νιρβάνας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Αποστολίδη) γεννήθηκε στη Μαριούπολη της Ρωσίας, γιος του εμπόρου Κωνσταντίνου Απ. Κουμιώτη από τη Σκόπελο και της Μαριέτας Ιω. Ράλλη από τη γνωστή οικογένεια της Χίου. Σε παιδική ηλικία εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890) και μετά την αποφοίτησή του κατατάχθηκε στο βασιλικό ναυτικό ως ανθυπίατρος. Η πορεία του ήταν ανοδική και ως το 1922, οπότε παραιτήθηκε με το βαθμό του αρχίατρου είχε διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών. Μετά την παραίτησή του αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη συγγραφή. Το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε σε ηλικία εξηνταενός χρόνων. Από τα μαθητικά του χρόνια έδωσε δείγματα της αγάπης του για τη λογοτεχνία και σε νεαρή ηλικία δημοσίευσε άρθρα στις εφημερίδες του Πειραιά Σφαίρα και Πρόνοια. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Νιρβάνα στα γράμματα τοποθετείται το 1884, οπότε εξέδωσε την ποιητική συλλογή Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου και παράλληλα άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα (στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος) και κείμενα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής (Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Το Περιοδικόν μας, Ασμοδαίος, Μη χάνεσαι κ.α.). Σε νεαρή ηλικία πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι ως μέλος της λογοτεχνικής Συντροφιάς των δώδεκα. Η δεύτερη και τελευταία ποιητική του συλλογή είχε τίτλο Παγά λαλέουσα (1907) ενώ έγραψε επίσης μελέτες, κριτικά δοκίμια, διηγήματα, θεατρικά έργα και δύο μεταφράσεις από τον Πλάτωνα και τον Κνουτ Χάμσουν. Ο Παύλος Νιρβάνας τοποθετείται τόσο χρονικά όσο και βάσει του συνόλου του έργου του στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Η γραφή του είναι επηρεασμένη από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού, καθώς και από τη φιλοσοφική σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, με την οποία ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή από τις σελίδες της Τέχνης του Κώστα Χατζόπουλου, όπου υπήρξε συνιδρυτής. Αξιόλογα είναι τα κριτικά του δοκίμια, ενώ στο χώρο της πεζογραφίας ασχολήθηκε αρχικά με το διήγημα και στη συνέχεια με το μυθιστόρημα. Στο πεζογραφικό του έργο κυριαρχούν ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ τα θεατρικά του έργα κινούνται στα πρότυπα της ιψενικής γραφής. Έντονη παρουσιάζεται στο έργο του η επιρροή που δέχτηκε από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Η γλωσσική του έκφραση πέρασε σταδιακά από την καθαρεύουσα σε μια μεικτή γλώσσα και τέλος στη δημοτική, με σταθερό χαρακτηριστικό το εξαιρετικά φροντισμένο ύφος. Το 1928 αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, θέση από την οποία συνέβαλε στην ανάδειξη λογοτεχνών όπως οι Ιωάννης Κονδυλάκης, Σπύρος Μελάς και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Πέθανε από βρογχοπνευμονία στο σπίτι του στο Μαρούσι. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Παύλου Νιρβάνα βλ. Άγρας Τέλλος, «Νιρβάνας Παύλος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια18. Αθήνα, Πυρσός, 1932 (τώρα και στον τόμο Τέλλος Άγρας Κριτικά Τόμος τρίτος· Μορφές και κείμενα της πεζογραφίας· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, σ.11-74. Αθήνα, Ερμής, 1984), Αργυρίου Αλεξ., «Νιρβάνας Παύλος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987, Βαλέτας Γ., «Βιογραφικός - Χρονολογικός Πίνακας», Άπαντα Παύλου Νιρβάνα, τ.Α΄, σ.κα΄-κβ΄. Αθήνα, 1967, Γιάκος Δημήτρης, «Νιρβάνας Παύλος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Δήτσα Μαριάννα, «Παύλος Νιρβάνας», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΘ΄ (1900-1914), σ.224-257. Αθήνα, Σοκόλης, 1997 και Μερακλής Μ.Γ., «Παύλος Νιρβάνας», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί - Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία - Γραμματολογία, σ.322-324. Αθήνα, Σοκόλης, 1977. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Ξενόπουλος, Γρηγόριος
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1867 από Ζακυνθινό πατέρα και από μητέρα Φαναριώτισσα. Η οικογένειά του εγκαταλείπει την Πόλη, όταν ο Γρηγόριος ήταν έντεκα μηνών και εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο. Έτσι, τον κόσμο τον πρωτογνώρισε στο μαγευτικό αυτό νησί της Επτανήσου. Η γραφικότητα του τόπου, η πανώρια φύση με τις μοναδικές της ομορφιές, ο λαός της Ζακύνθου με τα ήθη και τα έθιμά του, η ιστορία και γενικά η επτανησιακή κουλτούρα, διαπλάθουν και επηρεάζουν βαθιά την ψυχή του. Ζυμώνεται με τους Ζακυνθινούς και όλα τα ερμηνεύει με την ιδιοσυγκρασία που κουβαλάει από το νησί του. Μετά το γυμνάσιο ο Ξενόπουλος παρακολουθεί μαθήματα φυσικομαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως, η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία τον αποσπούν οριστικά. Συνεργάζεται με όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του. Το 1890 ο Γεώργιος Δροσίνης του προτείνει και αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στην Εστία. Το 1896 ο ιδιοκτήτης του παιδικού περιοδικού «Διάπλασις των παίδων» Νικόλαος Παπαδόπουλος τον παίρνει αρχισυντάκτη και αργότερα του αναθέτει τη διεύθυνση του περιοδικού. Στη "Διάπλαση των Παίδων" η αγάπη του για το ελληνόπουλο τον οδήγησε να γράψει χιλιάδες "αθηναϊκές επιστολές", στις οποίες μιλούσε για διάφορα θέματα. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγινε ο δάσκαλος και μερίμνησε συστηματικά για το παιδί - αναγνώστη, για το παιδί που χρειάζεται αγωγή και παιδεία. Διακατέχεται από μια έμφυτη παιδαγωγική κλίση που την συνθέτουν η συμπάθεια και το ενδιαφέρον του για το παιδί, η δίψα και η πίστη του για την μόρφωσή του. Η προσφορά του στο τρίπτυχο σπίτι - οικογένεια - παιδί αρχίζει αμέσως μετά που αναλαμβάνει τη διεύθυνση του περιοδικού. Για πέντε περίπου δεκαετίες προσφέρει ένα αξιόλογο παιδαγωγικό και μορφωτικό έργο. Βοηθάει το παιδί - αναγνώστη να ανακαλύψει μόνο του το αντικείμενο της γνώσης και να αγκαλιάσει τη φύση, τις αξίες και τους συνανθρώπους του. Παίρνει στα χέρια του μια τεράστιας σημασίας εξουσία, τη διαπλαστική. Η προσφορά του αυτή δεν κατευθύνεται από κάποιο συγκεκριμένο και οργανωμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, αλλά κυρίως από το ένστικτό του και από την αγάπη του για το παιδί. Συνειδητά, όμως, «Ο Φαίδωνας» εργάστηκε για τη δημιουργία μιας παιδικής λογοτεχνικής γλώσσας - μιας γλώσσας ζωντανής - που θα άγγιζε τις τρυφερές ψυχές των παιδιών και που θα μάθαιναν έτσι χωρίς βιβλία και χωρίς δασκάλους. Πετυχαίνει, έτσι, ένα θερμό δόσιμο με τον αναγνώστη και μια απελευθερωτική και θετική στάση που μορφώνει και συγχρόνως δεν σκλαβώνει. "Η αδελφούλα μου" είναι το πρώτο παιδικό μυθιστόρημα που γράφει στη δημοτική γλώσσα. Αν και είναι επηρεασμένος από τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές ανακατατάξεις, δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια του ηθογραφικού μυθιστορήματος, αλλά προχωράει και ασχολείται με την περιγραφή των ψυχικών ικανοτήτων των ηρώων του. Γίνεται ένας ψυχογράφος που τηρεί όμως αυστηρά την αντικειμενικότητά του. Μόνο όταν περιγράφει Ζακυνθινά τοπία και αρχίζουν να αναδύονται μέσα από αυτά οι μνήμες των παιδικών του χρόνων, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα. Ο ρεαλισμός του 1900 ήταν εκείνο που ζητούσαν οι πολλοί και εκείνο που μπορούσε να ενώσει την απόσταση ανάμεσα στους πολλούς και στη νέα, στην αδιαμόρφωτη ακόμα ελληνική πεζογραφία. Με τα μυστικά της ρεαλιστικής σχολής η αφήγησή του έστρωνε πιο άνετα. Ο Ξενόπουλος βέβαια είχε έμφυτη αφηγηματική ευκολία, καλαισθησία, γλώσσα γλαφυρή, απλή, ρέουσα, έτσι που άρεσε σε όλους. Δεν υπήρξε ποτέ ανιαρός και κουραστικός. Στάθηκε ένας γλωσσοπλάστης - ένας ακούραστος δημιουργός του Λόγου είτε έγραφε για εφημερίδα ή για περιοδικό ή θέατρο ή μυθιστόρημα ή διήγημα ή παιδικό ανάγνωσμα, δοκίμιο ή ποίηση. Τα έργα του έχουν πλούτο, φυσικούς διαλόγους, οξύτητα παρατήρησης και άψογη τεχνική. Το περιβάλλον των μυθιστορημάτων του Ξενόπουλου είναι πότε η Αθήνα και πότε η Ζάκυνθος. Ο συγγραφέας θέλει να μας περιγράψει την ελληνική κοινωνία της εποχής του. Αυτό όμως δεν είναι κανόνας. Σε αρκετά έργα του περιγράφονται και ζωντανεύουν παλαιότερες κοινωνίες κυρίως της Ζακύνθου. Σε χρόνια ακμής, δύναμης, μεγαλείου, πλούτου και πολιτισμού, αναζήτησε και βρήκε πλούσιο και άφθονο υλικό που το εκμεταλλεύτηκε κατ

Παρορίτης, Κώστας
Κώστας Παρορίτης (1878-1931). Ο Κώστας Παρορίτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Λεωνίδα Σουρέα) γεννήθηκε στο Παρόρι ή Παρόρειο του νομού Λακωνίας, έξω από τη Σπάρτη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως ελληνοδιδάσκαλος, αρχικά στη Σπάρτη και από το 1907 ως το 1916 περίπου στο Σχολαρχείο της Ύδρας. Κατά την περίοδο της παραμονής του στην Ύδρα έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του γλωσσικού του προσανατολισμού υπέρ του δημοτικισμού του Ψυχάρη και στη στροφή του προς το σοσιαλισμό, που αποκρυσταλλώθηκε μέσω της αλληλογραφίας του με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο την ίδια περίοδο. Από την Ύδρα πραγματοποίησε και την πρώτη του επίσημη εμφάνιση (είχαν προηγηθεί δημοσιεύματά του στην εφημερίδα Σπάρτη και το Σπαρτιατικόν Ημερολόγιον του Μ.Ι.Θεοδωρόπουλου το 1903) στη λογοτεχνία με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Οι νεκροί της ζωής, η ιδεολογική στράτευση της οποίας οδήγησε στην παύση του για ένα μήνα από το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο το 1908. Διηγήματα και άρθρα δημοσίευσε κυρίως στο Νουμά, αλλά και σε έντυπα όπως το Εθνικόν Ημερολόγιον του Σκόκου, οι Νέοι Βωμοί, η Μούσα, ο Πυρσός, το Μικρασιατικό Ημερολόγιο, τα Γράμματα Αλεξανδρείας και αργότερα (μετά το 1920) στις εφημερίδες Ελεύθερος Λόγος, Δημοκρατία, Ελεύθερος Λόγος και Ριζοσπάστης, ενώ υπήρξε επίσης μέλος της Καλλιτεχνικής Συντροφιάς του καφενείου Μαύρος Γάτος και της Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ένωσης (ήδη από το 1909). Με αφετηρία το χώρο του ηθογραφικού διηγήματος και το ρομαντισμό του Wolfgang Goethe, ο Κώστας Παρορίτης οδηγήθηκε στη συνέχεια στη μυθιστορηματική απεικόνιση της ζωής των εσωτερικών μεταναστών και των περιθωριακών τύπων της Αθήνας, με επιρροές από τη γαλλική και ρωσική λογοτεχνική παραγωγή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και κινούμενος στο πλαίσιο της κοινωνικά στρατευμένης δημοτικιστικής λογοτεχνίας συγγραφέων όπως ο Δημοσθένης Βουτυράς και ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Διαχωρίστηκε ωστόσο από τους πρώτους έλληνες σοσιαλιστές συγγραφείς (Χατζόπουλο, Ταγκόπουλο κ.α.), καθώς παρέκκλινε από τη θεωρία του νατουραλισμού για τον κυρίαρχο ρόλο του περιβάλλοντος στην ανθρώπινη μοίρα και υποστήριξε τον οραματισμό μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας με απαραίτητη προϋπόθεση τη δραστηριοποίηση των εργατικών και γενικότερα των λαϊκών στρωμάτων. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Παρορίτη βλ. Άγρας Τέλλος, «Παρορίτης Κώστας», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 19. Αθήνα, Πυρσός, 1932, Γιαλουράκης Μανώλης, «Παρορίτης Κώστας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Ζήρας Αλεξ., «Παρορίτης Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 8. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988 και Ζήρας Αλέξης, «Κώστας Παρορίτης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ι΄ (1900-1914), σ.366-391. Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Τσίρκας, Στρατής
ΣΤΡΑΤΗΣ ΤΣΙΡΚΑΣ (1911 - 1980) Ο Στρατής Τσίρκας (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηαντρέα από παρατσούκλι του πατέρα του), γιος του Κώστα και της Περσεφόνης Χατζηαντρέα, γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στο Κάιρο. Είχε τρία μικρότερα αδέρφια. Γύρω στο 1917 γράφτηκε στην Αμπέτειο Σχολή, στο εμπορικό τμήμα, από όπου αποφοίτησε το 1928. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου για ένα χρόνο και από το 1929 ως το 1939 σε μια εταιρεία βάμβακος στην Άνω Αίγυπτο, αρχικά ως λογιστής και στη συνέχεια ως διευθυντής των εκκοκιστηρίων. Το 1933 πέθανε ο πατέρας του από φυματίωση. Το 1935 εντάχτηκε στην αντιφασιστική οργάνωση "Ligue Pacifiste" και ίδρυσε μαζί με τον Θεοδόση Πιερίδη την "Αντιφασιστική Πρωτοπορία". Το 1937 παντρεύτηκε την Αντιγόνη Κερασσώτη, με την οποία ταξίδεψε στην Αυστρία, την Ιταλία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Γαλλία και την Ελλάδα και απέκτησε ένα γιο τον Κώστα (γεν. 1957). Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου πήρε μέρος (ανάμεσα στους Μπέρτολντ Μπρεχτ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα και άλλους) στο Βʼ Διεθνές Συνέδριο των Συγγραφέων για την Υπεράσπιση της Κουλτούρας εναντίον του Πολέμου και του Φασισμού, στο Παρίσι, και έγραψε μαζί με τον Χιούς τον όρκο στον Λόρκα, που προωθήθηκε από τον Λουί Αραγκόν και υπογράφτηκε από σαράντα συγγραφείς. Από το 1939 ως το 1963 έζησε στην Αλεξάνδρεια και εργάστηκε ως διευθυντής βυρσοδεψείου (έφυγε για λίγους μήνες το 1942 όταν ο Ρόμμελ απείλησε την πόλη). Το 1943 έγινε καθοδηγητικό στέλεχος του Ελληνικού Απελευθερωτικού Συνδέσμου. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται η γνωριμία του με το Γιώργο Σεφέρη. Το 1961 διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε., καθώς αρνήθηκε να αποκηρύξει το έργο του "Η Λέσχη", που είχε εκδοθεί λίγο νωρίτερα. Το 1963 έφυγε για την Αθήνα, όπου έζησε ως το θάνατό του. Μετά την κήρυξη της δικτατορίας του Παπαδόπουλου έγινε μέλος του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου. Το 1969 εντάχθηκε στο Κ.Κ.Ε. εσωτερικού και ένα χρόνο αργότερα πήρε μέρος στη σύνταξη του αντιδικτατορικού τόμου "18 Κείμενα" με το διήγημα "Αλλαξοκαιριά". Συμμετείχε επίσης στον τόμο "Νέα Κείμενα" (1970) και στα "Νέα Κείμενα 2". Πέθανε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο σε ηλικία 69 χρόνων από ανεύρυσμα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Έλλην" - αργότερα όργανο του ΕΑΣ -, "Κυπριακά Γράμματα", "Ελεύθερα Γράμματα", "Αλεξανδρινή Λογοτεχνία", "Πάροικος", "Φωνή", "Επιθεώρηση Τέχνης", "Αυγή", "Ταχυδρόμος", "Συνέχεια". Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιογραφίας για το έργο του "Ο Καβάφης και η εποχή του" (1959) και με το Βραβείο Κριτικών και Εκδοτών της Γαλλίας για τις "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (1972). Ο Στρατής Τσίρκας τοποθετείται ανάμεσα στη μεσοπολεμική και μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής πεζογραφίας και το έργο του συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και τη γενέτειρά του, στις οποίες πήρε ενεργό μέρος. Η πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1927 με μεταφράσεις των Μυσσέ, Χάινε και Σίλλερ στα περιοδικά "Μπουκέτο" και "Οικογένεια" και τη δημοσίευση του πρώτου του πεζογραφήματος με τίτλο "Το φεγγάρι" στο περιοδικό "Παναιγυπτία". Το 1930 δημοσίευσε το πεζογράφημα "Μεσημεριάτικο" στο περιοδικό "Πρωτοπορία" και το πρώτο του ποίημα, με τίτλο "Pot pouri", στο περιοδικό "Αλεξανδρινή Τέχνη". Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με τον Κ.Π. Καβάφη. Το 1937 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή "Φελλάχοι", όπου υπέγραψε για πρώτη φορά με το όνομα Στρατής Τσίρκας. Ως το ξέσπασμα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ασχολήθηκε με την ποίηση και το διήγημα. Γνωστός έγινε κυρίως μετά την έκδοση της βιογραφίας "Ο Καβάφης και η εποχή του" και της μυθιστορηματικής τριλογίας "Ακυβέρνητες Πολιτείες", που δίχασαν τους κριτικούς και λογοτεχνικούς κύκλους και προκάλεσαν ζυμώσεις στο χώρο της αριστερής διανόησης. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Στρατή Τσίρκα βλ. Προκοπάκη Χρύσα, "Στα ίχνη του Στρατή Τσίρκα· σχεδίασμα χρονολογίου", Αθήνα, Κέδρος, 1985· Παπαλέξης Ηρακλής, "Χρονολόγιο Στρατή Τσίρκα (1911-1980)", Διαβάζω τ. 171, 15/7/1987, σ.10-16, Ζήρας Αλέξης, "Τσίρκας Στρατής", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 9β, Αθήνα, Εκδοτική Α

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.