Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Πειραιάς
(Ανθολόγιο αφηγήσεων)

Πειραιάς
Ένα ανθολόγιο είναι πρώτ΄ απ΄ όλα μια επιλογή. Από το πλήθος των κειμένων πρέπει, με κάποια κριτήρια, αλλά να επιλέξεις και άλλα να αφήσεις στην άκρη. Ένα κριτήριό μας ήταν τα καλά κείμενα, αλλά δεν ήταν το κυριότερο. Γι΄ αυτό και ορισμένα τα παραλείψαμε, όχι χωρίς δυσκολία. Ο πρώτος στόχος μας ήταν να περιδιαβούμε τον Πειραιά μέσα από αφηγήσεις για τους τόπους του και τους ανθρώπους του. Και, επίσης, να παρακάμψουμε, αν μπορούμε, την στερεότυπη εικόνα για την πόλη που έχει μετασχηματιστεί και κυριαρχήσει μεταπολεμικά και μέχρι σήμερα. Στραφήκαμε σε όλων των ειδών τις αφηγήσεις και τις οργανώσαμε σα να αποτελούν μέρη μιας συνολικής αφήγησης.
Υπάρχουν δύο παράλληλες κοινωνικές πραγματικότητες, που κυριαρχούν η καθεμιά τους σε διαφορετικές περιόδους της πειραϊκής ιστορίας: ο αστικός Πειραιάς που ηγεμονεύει τον 19ο αιώνα και ο αναδυόμενος λαϊκός Πειραιάς από τις αρχές του 20ού αιώνα, ο οποίος βάζει τη σφραγίδα του στην πόλη κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, για να γίνει από τότε σήμα κατατεθέν της.


Σημείωση: Πρόλογος: Εμμανουήλ Κριαράς

24χ17 εκ., 239 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Τόπος έκδοσης: Πειραιάς
Ταξινόμιση DDC: 889.8 (Νεοελληνική λογοτεχνία - Συλλογές)
Άλλα πρόσωπα: Παύλος Νιρβάνας , Βάσιας Τσοκόπουλος (Ανθολόγος) , Νίκος Αξαρλής (Ανθολόγος) ,
ISBN: 978-960-89222-2-8
ISBN (10ψήφιο): 960-89222-2-4
Βάρος: 0.521 κιλά
Εκδότης: Τσαμαντάκη
Έτος Κυκλοφορίας: 2009
Γράψε τη δική σου κριτική
19.08
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

16.98
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Βουτυράς, Δημοσθένης
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ (1872-1958) Ο Δημοσθένης Βουτυράς, γιος του συμβολαιογράφου Νικολάου Βουτυρά και της Θεώνης το γένος Παπαδή γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια και ο πατέρας του εργαζόταν ως δάσκαλος. Μετά από μερικά χρόνια εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου ο πατέρας του διορίστηκε ως συμβολαιογράφος. Εκεί τέλειωσε το Δημοτικό και ξεκίνησε τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο, την οποία όμως διέκοψε, καθώς παρουσίασε κρίσεις επιληψίας. Η ιδιαιτερότητά του προκάλεσε την υπερπροστατευτικότητα των γονιών του και έτσι πέρασε τα εφηβικά χρόνια χωρίς στερήσεις. Παρακολούθησε μαθήματα μουσικής, ξιφασκίας, γράφτηκε στη Σχολή Μαχαιριάδη, τα διέκοψε όλα όμως λόγω της ιδιοσυγκρασίας του. Το 1900 πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων δημοσιεύοντας ένα άρθρο στην καθαρεύουσα στο περιοδικό του Πειραιά Χρονογράφος και ένα στο Περιοδικόν μας του Γεράσιμου Βώκου (με τον οποίο ακολούθησε σταθερή συνεργασία). Γύρω στο 1902 ο πατέρας του εγκατέλειψε την εργασία του και ασχολήθηκε με οικοδομικές επιχειρήσεις. Στο εργοστάσιο σιδηρουργίας που έχτισε εργάστηκε αρχικά και ο Δημοσθένης. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται η δημοσίευση του διηγήματος Ο Λαγκάς που έγινε δεκτό με επαινετικά σχόλια από τον Παλαμά και τον Ξενόπουλο (1903). Ακολούθησαν νέες δημοσιεύσεις έργων του σε λογοτεχνικά περιοδικά, μεταξύ άλλων και στα Παναθήναια. Γύρω στο 1904 παντρεύτηκε τη Μπετίνα Φέξη, με την οποία απέκτησε μερικά χρόνια αργότερα δυο κόρες. Η ζωή του άλλαξε δραματικά μετά την οικονομική καταστροφή και την αυτοκτονία του πατέρα του το 1905. Προσπάθησε να αναλάβει τη συνέχιση της επιχείρησης, απέτυχε όμως και την οδήγησε στην ολοκληρωτική πτώχευση. Δυο χρόνια αργότερα μετακόμισε με τη σύζυγό του στο Κουκάκι και στράφηκε στην επαγγελματική πεζογραφία, πουλώντας διηγήματα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Η καταξίωσή του ως πεζογράφου προήλθε αρχικά από τον ελληνισμό της Διασποράς, συγκεκριμένα από την Αλεξάνδρεια. Μετά το 1920 άρχισε να γίνεται γνωστός και στην Αθήνα. Η πορεία του ήταν ανοδική και μέχρι το 1923, οπότε τιμήθηκε με το Αριστείο των γραμμάτων και των Τεχνών, είχαν τυπωθεί ήδη δέκα βιβλία του. Λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής του ανέχειας ασχολήθηκε επίσης με τη συγγραφή σχολικών συγγραμμάτων σε συνεργασία με τον Μ.Παπαμιχαήλ, η προσπάθεια όμως ναυάγησε καθώς το αναγνωστικό της τρίτης δημοτικού που ολοκλήρωσαν καταργήθηκε από τη δικτατορία του Παγκάλου. Συνέχισε να ζει από τη συγγραφή και το 1931 τιμήθηκε με το Αριστείο του Δήμου Πειραιώς. Λίγους μήνες πριν την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία πρόλαβε να γιορτάσει τα σαράντα χρόνια της λογοτεχνικής του δράσης στην ταβέρνα Μπογράκου στην Κυψέλη, όπου σύχναζε. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τάχθηκε υπέρ της Αντίστασης. Μετά το τέλος του Εμφυλίου, σε ηλικία 80 χρόνων δημοσίευσε το Αργό Ξημέρωμα. Ως το θάνατό του έζησε κατάκοιτος, φτωχός και παραγνωρισμένος από την κρατική εξουσία (η Ακαδημία Αθηνών αρνήθηκε την πρόταση για υποψηφιότητά του σε δυο συνεχείς εκλογές). Πέθανε το 1954. Το πεζογραφικό έργο του Βουτυρά, σχεδόν αποκλειστικά διηγηματικό, εντάσσεται στο πλαίσιο του κοινωνικού ρεαλισμού και οριοθετεί το πέρασμα από την ηθογραφία στην αστική πεζογραφία. Ως μόνιμο θέμα του κυριαρχεί η ζωή των περιθωριακών (λούμπεν) ομάδων της Αθήνας και του Πειραιά. Έχοντας ζήσει κοντά τους ο Βουτυράς περιέγραψε τη ζωή και την ψυχοσύνθεσή τους με έντονα ζοφερά χρώματα και καταθλιπτικό ύφος, παρουσιάζοντας ωστόσο και μια τάση προς την ουτοπία. Παράλληλα απεικόνισε την άρνηση των ομάδων αυτών να ενταχτούν στην οργανωμένη κοινωνία, άρνηση η οποία αποτυπώθηκε και στην άναρχη δομή των έργων του, σε κάποια από τα οποία συναντούμε επίσης στοιχεία μεταφυσικής και επιστημονικής φαντασίας, τα οποία λειτουργούν συμβολικά. Για αναλυτικότερα βιογραφικά στοιχεία του Δημοσθένη Βουτυρά βλ. Βασαρδάνη Βέρα, «Δημοσθένης Βουτυράς», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Ι΄ (1900-1914), σ.280-322. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Ζήρας Αλέξ., «Βουτυράς Δημοσθένης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, Πολιτάρ

Γεράνης, Στέλιος
Στέλιος Γεράνης (1920). Ο Στέλιος Γεράνης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Στέλιου Παναγιωτόπουλου) γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από τη Νέα Έφεσο της Μικράς Ασίας. Φοίτησε στην Πάντειο για δύο χρόνια και εργάστηκε αρχικά ως βοηθός λογιστή και στη συνέχεια ως εκτελωνιστής, ενώ ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις στίχων στα περιοδικά Νεότης και Αργώ το 1938. Το 1944 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Μεταπτώσεις. Ακολούθησαν κι άλλες συλλογές, ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και την επιμέλεια περιοδικών εκδόσεων (όπως η Νεοελληνική Μούσα και η Πορεία). Διετέλεσε μεταξύ άλλων αρχισυντάκτης των εφημερίδων Δημοκρατικός Φρουρός και Η Φιλολογική και διευθυντής των περιοδικών Πειραϊκή Έρευνα και Θερμοπύλες. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, τα ρουμανικά, τα γερμανικά και τα πολωνικά. Γενικός γραμματέας του Εκπολιτιστικού Ομίλου Πειραιά Οι Φίλοι της Τέχνης και της Φιλολογικής Στέγης Πειραιά, πρόεδρος της Κινηματογραφικής Λέσχης Πειραιά και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά, ο Στέλιος Γεράνης τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1975). Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Στέλιου Γεράνη βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Στέλιος Γεράνης», Η πρώτη μεταπολεμική γενιά, σ.176-178. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 (στη σειρά Ελληνική ποίηση Ανθολογία

Ζάρκος, Γιώργης
Ο Γιώργης Ζάρκος, γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1902 και πέθανε στην Αθήνα το 1967. Γιος γιατρού, είχε άλλα πέντε αδέλφια. Πήρε το απολυτήριο γυμνασίου από την Αμαλιάδα. Το 1920 πήγε στον Πειραιά και φοίτησε σε τεχνική σχολή. Μπαρκάρισε και ταξίδεψε ως δεύτερος μηχανικός σε φορτηγά καράβια. Μυήθηκε νεότατος στο κομμουνιστικό κίνημα. Εξορίστηκε στην Ανάφη επί Μεταξά. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία "Εργατικού Θεάτρου" και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων στο "Ενωτικό Εργατικό Κέντρο" της Αθήνας (παράταξη της αριστεράς) στα χρόνια 1932-36. Λίγο μετά την απελευθέρωση το ΚΚΕ, τον συκοφάντησε και τον απομόνωσε. Από το πρώτο του βιβλίο χρησιμοποίησε τη φωνητική γραφή. Τη δεκαετία 1930-1940 δημοσίευσε 5 λίβελους κατά προσώπων και καταστάσεων του δημοσίου βίου, πολιτικού και πνευματικού.

Ζουγανέλης, Γιάννης
Μουσικός με διεθνή αναγνώριση, ο τουμπίστας Γιάννης Ζουγανέλης γεννήθηκε το 1938 στον Κοκκινόβραχο του Πειραιά, γόνος φτωχής πενταμελούς οικογένειας με καταβολές από τη Μύκονο. Ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την τούμπα σε ηλικία έντεκα ετών, στο Αναμορφωτικό Κατάστημα Κορυδαλλού, όπου τον είχε "στείλει" η μητέρα του λόγω της οικονομικής τους κατάστασης. Σπούδασε στο Εθνικό Ωδείο και εν συνεχεία, με κρατική υποτροφία, στο Ωδείο Αθηνών, απ΄ όπου έλαβε δίπλωμα "Βαθείας Σάλπιγγος" με άριστα παμψηφεί και το πρώτο βραβείο παμψηφεί. Το όνομά του έχει ταυτιστεί με την τούμπα καθώς σημαντικοί Έλληνες και ξένοι συνθέτες έγραψαν έργα ειδικά γι΄ αυτόν (ανάμεσά τους οι Αντωνίου, Σισιλιάνος, Παπαϊωάννου, κ.ά.). Υπήρξε μέλος της Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ και ως σολίστ συνεργάστηκε με πολλές άλλες ορχήστρες στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων, Philarmonia Hungarica, συμφωνικές ορχήστρες Λουμπλιάνας, Βουλγαρίας, Βελιγραδίου, κ.ά.). Συνεργάστηκε επίσης με συνθέτες του νέου ελληνικού τραγουδιού, όπως οι Μάνος Χατζιδάκις, Μάνος Λοϊζος, Διονύσης Σαββόπουλος, Γιάννης Μαρκόπουλος και Χρήστος Λεοντής. Μαζί με τον Γιάννη Πατίλη, υπήρξε εκδότης του περιοδικού "Κριτική και Κείμενα", οι δε συνομιλίες του με τον ποιητή Νίκο Καρούζο δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 άρχισε να γράφει την αυτοβιογραφία του, υποκύπτοντας στις προστροπές φίλων του όπως ο Μιχάλης Γκανάς, ο Κωστής Παπαγιώργης και ο Γιάννης Πατίλης. Το βιβλίο εκδόθηκε, τελικά, το 1999 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με τίτλο "Ο ήχος της σάλπιγγος", και επανεκδόθηκε σε δεύτερη, αναθεωρημένη έκδοση, σε δύο τόμους, το 2004, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε η σύντομη συλλογή ποιημάτων του, "Ενός λεπτού σιγή είμαστε όλοι" (εκδ. Γαβριηλίδη). "Έφυγε", νικημένος από τη μάχη με τον καρκίνο του πνεύμονα, τον Αύγουστο του 2006, σε ηλικία 68 ετών.

Θεοτοκάς, Γιώργος
Ο Γιώργος Θεοτοκάς (1905-1966) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος του δικηγόρου Μιχαήλ Θεοτοκά και της Ανδρονίκης το γένος Νομικού. Στην Κωνσταντινούπολη τέλειωσε το Ελληνογαλλικό Λύκειο και το 1922 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου. Το 1925 εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας της δημοτικιστικής οργάνωσης Φοιτητική Συντροφιά (για τη δράση του κινδύνευσε το 1926 να αποβληθεί από το Πανεπιστήμιο) και υποδέχτηκε τον Γιάννη Ψυχάρη στη Χίο. Μετά την αποφοίτησή του (1927) έφυγε για τρία χρόνια στο Παρίσι και το Λονδίνο. Στο Λονδίνο έγραψε το πρώτο του βιβλίο "Ελεύθερο Πνεύμα", που θεωρήθηκε ως το μανιφέστο της γενιάς του Τριάντα (δημοσιεύτηκε στην Αθήνα το 1929). Το 1929 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσίευσε πολλά κείμενά του στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Το 1940 κατατάχτηκε εθελοντικά στο στρατό και πολέμησε στην Αλβανία.Το 1948 παντρεύτηκε τη φιλόλογο Ναυσικά Στεργίου, η οποία πέθανε το 1959. Το 1952 ταξίδεψε στην Αμερική, το 1955 έθεσε υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές στο νομό Χίου, χωρίς επιτυχία. Το 1966 παντρεύτηκε την ποιήτρια Κοραλία Ανδρεάδη. Πέθανε τον ίδιο χρόνο στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και με την εφημερίδα "Το Βήμα", ενώ υπήρξε επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού "Εποχές". Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού "Νέα Γράμματα" (1935). Διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1945-1946 και 1951-1952) και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κ.Θ.Β.Ε. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στις διεθνείς συναντήσεις της Γενεύης και στο Διεθνές Συνέδριο του Εδιμβούργου. Ταξίδεψε σε πολλές χώρες και έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Τιμήθηκε με το βραβείο πεζογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (1939 για το μυθιστόρημα "Το δαιμόνιο") και το Αʼ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου (1957 για το έργο του "Τα προβλήματα του καιρού μας"). Ο Γιώργος Θεοτοκάς τοποθετείται στη γενιά του ʼ30, της οποίας υπήρξε ένα από τα πολυγραφότερα πρόσωπα. Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο, την ποίηση, το δοκίμιο, την κριτική, την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Με το έργο του έθεσε τις βάσεις της θεωρίας της γενιάς του Τριάντα για την ελληνικότητα, η οποία πηγάζει παράλληλα από την ελληνική παράδοση (αρχαιοελληνική, βυζαντινή, λαϊκός πολιτισμός) αλλά και από την ευρωπαϊκή παράδοση και σύγχρονη πραγματικότητα. Ο αφηγηματικός του λόγος επηρεάστηκε έντονα από την ελληνική πεζογραφική δημιουργία του 19ου αιώνα. Από τα έργα του σημειώνουμε ως ορόσημα τον "Λεωνή", τους "Ασθενείς και οδοιπόρους", το "Δαιμόνιο" και την "Αργώ". Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Θεοτοκά βλ. Αργυρίου Αλεξ. - Γεωργουσόπουλος Κώστας, "Θεοτοκάς Γιώργος", Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Γιαλουράκης Μανώλης, "Θεοτοκάς Γιώργος", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 7. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Τζιόβας Δημήτρης, "Χρονολόγιο Γιώργου Θεοτοκά", Διαβάζω 137, 12/2/1986, σ.8-11 και Αράγης Γιώργος, "Γιώργος Θεοτοκάς", Η Μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Δ΄, σ.8-81. Αθήνα, Σοκόλης, 1992. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Κακουλίδης, Γιάννης, 1946-2015
Ο Γιάννης Κακουλίδης (1946-2015) γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και νομικά στο Παρίσι. Ποιητής, πεζογράφος, στιχουργός και θεατρικός συγγραφέας, έγραψε επίσης κινηματογραφικά σενάρια καθώς και στίχους για πάνω από πεντακόσια γνωστά ελληνικά τραγούδια. Ποιήματά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ελληνικά και ξένα, και μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και ουγγρικά, καθώς και σε ανθολογίες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τιμήθηκε δύο φορές με το Α΄ βραβείο του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης (1965 και 1972). Συνεργάστηκε ως αρθρογράφος με τα περιοδικά "Αντί", "Ένα", "Money and Life" και με την εφημερίδα "Έθνος". Ήταν μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, της Γαλλικής Εταιρείας Συγγραφέων, Συνθετών και Εκδοτών, της Ένωσης Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδας και της Ένωσης Ελλήνων Σεναριογράφων. Η παρουσία του στην πολιτική σκηνή ήταν επίσης έντονη. Με πλούσια συνδικαλιστική δράση, προδικτατορικά, στο φοιτητικό κίνημα και στη Νεολαία Λαμπράκη, συνέχισε την πολιτική του δράση από τις γραμμές της ΕΔΑ μετά τη μεταδικτατορική της επανασύσταση. Διετέλεσε αναπληρωτής πρόεδρος της ΕΔΑ και υποψήφιος ευρωβουλευτής της στη λίστα του ΠΑΣΟΚ, στις Ευρωεκλογές του 1984, καθώς και υποψήφιος Επικρατείας του Συνασπισμού στις εθνικές εκλογές του 1996. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ΔΗΜ.ΑΡ. και υπεύθυνος πολιτισμού του κόμματος. Έφυγε από τη ζωή στις 14 Νοεμβρίου 2015, σε ηλικία 69 ετών, από καρκίνο στο συκώτι ο οποίος είχε διαγνωστεί μόλις δύο εβδομάδες νωρίτερα.

Καραγάτσης, Μ.
O M. Kαραγάτσης (πραγματικό όνομα Δημήτρης Pοδόπουλος) γεννήθηκε το 1908 στην Aθήνα. Tο αινιγματικό αρχικό M. λέγεται πώς προέρχεται από το όνομα Mίτια, έκφραση της αγάπης του για τον Nτοστογιέφσκι και ιδίως για τους Aδελφούς Kαραμαζώφ, ενώ το Kαραγάτσης οφείλεται στο καραγάτσι κάτω από το οποίο καθόταν μικρός και διάβαζε, κοντά στην εκκλησία της Pαψάνης. Tο 1924 τελειώνει το Γυμνάσιο και πηγαίνει στην Γκρενόμπλ για να σπουδάσει νομικά τα οποία, από τον επόμενο χρόνο, θα τα συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Tο 1927 παίρνει μέρος στον πρώτο λογοτεχνικό διαγωνισμό της "Nέας Eστίας" με το διήγημα "Kυρία Nίτσα", το οποίο θα αποσπάσει τον Aʼ έπαινο και θα δημοσιευτεί το 1929 σε συλλογικό τόμο που περιελάμβανε τα βραβευμένα διηγήματα του διαγωνισμού ("Oι θεότητες του Kοτύλου", εκδ. Bιβλιοπωλείον της Eστίας). Mε το διήγημα αυτό ξεκινάει ο Kαραγάτσης τη λογοτεχνική σταδιοδρομία του και την μακρά συνεργασία του με τη "Nέα Eστία", δημοσιεύοντας σε αυτήν διηγήματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες και μεταφράσεις. Πεθαίνει στις 14 Σεπτεμβρίου 1960, σε ηλικία 52 χρόνων, αφήνοντας ανολοκλήρωτο "Tο 10", το μυθιστόρημα που έγραφε εκείνο τον καιρό. H τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει, η τελευταία φράση της ζωής του, ήταν "Aς γελάσω".

Λαπαθιώτης, Ναπολέων
Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944). Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, αξιωματικού του ελληνικού στρατού με καταγωγή από την Κύπρο, που έφτασε ως το βαθμό του στρατηγού και έγινε υπουργός Στρατιωτικών μετά από συμμετοχή του στο κίνημα στο Γουδί, και της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ανιψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη. Σε ηλικία δέκα ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο, όπου τέλειωσε το σχολείο, έμαθε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, ενώ παρακολούθησε επίσης μαθήματα πιάνου και ζωγραφικής. Το 1905 γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, από όπου αποφοίτησε κανονικά, δεν άσκησε όμως ποτέ το επάγγελμα του δικηγόρου. Την ίδια χρονιά κι ενώ ήταν μόλις δεκαεφτά χρόνων δημοσίευσε στο Νουμά το ποίημα Έκσταση. Το 1907 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, στα δέκα συνολικά τεύχη του οποίου δημοσίευσε δεκαέξι ποιήματα ως το 1908, οπότε το περιοδικό έκλεισε και ο Λαπαθιώτης άρχισε τη λογοτεχνική και δημοσιογραφική συνεργασία του με την εφημερίδα Εσπερινή και το περιοδικό Ελλάς του Σ.Ποταμιάνου. Τον ίδιο χρόνο γνωρίστηκε με το Χρηστομάνο και το Σικελιανό. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Δάφνη και Ανεμώνη (1909-1910) με την εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα (από το 1924) με το περιοδικό Η Διάπλασις των παίδων (1925), με το περιοδικό Μπουκέττο (1931), με τη Νέα Εστία (1933 - όπου δημοσίευσε μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού του έργου), την Πνευματική Ζωή (1938) και τα Νεοελληνικά γράμματα (1940). Το 1917 συμμετείχε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας και υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Μετά τα Νοεμβριανά γεγονότα του 1920 κατέφυγε για λίγο καιρό με την οικογένειά του στην Αίγυπτο, όπου γνωρίστηκε με τον Καβάφη. Το 1937 πέθανε η μητέρα του και τρία χρόνια αργότερα ο πατέρας του, ο θάνατος του οποίου είχε καταλυτική επίδραση στη ζωή του ποιητή. Η μοναδική ποιητική συλλογή που εξέδωσε ήταν η Τα πρώτα ποιήματα (1939). Εθισμένος στις ναρκωτικές ουσίες αναγκάστηκε να ξεπουλήσει τη βιβλιοθήκη του και αυτοπυροβολήθηκε το 1944 στο σπίτι του στα Εξάρχεια. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την ποίηση με σαφείς επιρροές από το ρεύμα του αισθητισμού (νεανικά του πρότυπα στάθηκαν οι Walter Pater και Oscar Wilde). Δημοσίευσε μανιφέστα για τον αισθητισμό και προσπάθησε να αντιδράσει στο ασφυκτικά συντηρητικό κλίμα της εποχής του με τολμηρούς στίχους και προκλητικές εμφανίσεις. Η θλίψη που χαρακτήριζε τη ζωή του τον οδήγησε στα τελευταία χρόνια του σε συμβολιστικές επιλογές με έντονα μελαγχολικό τόνο και σταθερή πάντα την επιμελημένη μορφή των ποιημάτων του. Έγραψε επίσης λογοτεχνικές μεταφράσεις και θεατρικά έργα (Νέρων ο τύραννος[1900], Η τιμή της συζύγου [1901], Τα μεσάνυχτα ως το γλυκοχάραμα [1908]) και ασχολήθηκε με το λογοτεχνικό δοκίμιο και τη μουσική σύνθεση. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη βλ. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Παναγιώτου Γιώργος, «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και η εποχή του. Χρονολογικός πίνακας», Η λέξη 33, 3-4/1984, σ.238-247, Παληοδήμου Αλίκη, «Ναπολέων Λαπαθιώτης: Χρονοβιογραφία», Διαβάζω 95, 30/5/1984, σ.12-17, Κόρφης Τάσος, Ναπολέων Λαπαθιώτης Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του. Αθήνα, Πρόσπερος, 1985, Κωστίου Κατερίνα, «Λαπαθιώτης Ναπολέων», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986, και Λαπαθιώτης Ναπολέων, Η ζωή μου · Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας · Φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας. Αθήνα, Στιγμή, 1986. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Σπύρος Μελάς (1882 - 1966). Ο Σπύρος Μελάς γεννήθηκε στη Ναύπακτο γιος πταισματοδίκη. Μετά το θάνατο του πατέρα του εγκαταστάθηκε, παιδί ακόμη, στον Πειραιά, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο. Φοίτησε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του καθώς από νωρίς τον τράβηξαν η δημοσιογραφία και η τέχνη. Ήδη στα είκοσί του χρόνια ήταν τακτικός συνεργάτης του "Άστεως" και αργότερα της "Ακρόπολης", όπου δημοσίευσε και λογοτεχνικά πρωτόλεια, επηρεασμένα από τη γαλλική επιφυλλιδογραφία. Συντάκτης σε πολλές αθηναϊκές εφημερίδες ("Εμπρός", "Ημερήσια Νέα", "Ημερήσιος Τηλέγραφος", "Καθημερινή", "Έθνος", "Ελευθερία", "Αθηναϊκά Νέα", κ.α.), χρονογράφος, ανταποκριτής σε ευρωπαϊκές χώρες, τις Η.Π.Α. και την Αίγυπτο και εκδότης των περιοδικών "Ιδέα" (1933-1934) και "Ελληνική Δημιουργία" (1948-1954), ασχολήθηκε παράλληλα με το θέατρο, ως σκηνοθέτης, ηθοποιός και καθηγητής δραματολογίας. Σημαντικό ρόλο στη στροφή του στο θέατρο διαδραμάτισε η εμπειρία του από το Παρίσι, όπου έζησε κατά καιρούς για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η πολυποίκιλη δραστηριότητά του κάλυψε χρονικά το πρώτο μισό του αιώνα μας και ο συγγραφέας πήρε ενεργό μέρος στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της εποχής του. Με αφετηρία την προοδευτική πολιτική παράταξη οδηγήθηκε γύρω στο 1910 στον χώρο του σοσιαλισμού, στη συνέχεια στο κόμμα του Βενιζέλου και τέλος μέσω του περιοδικού "Ιδέα" στον χώρο του ελληνοκεντρικού ιδεοκρατισμού που ακολούθησε μια μερίδα της γενιάς του Τριάντα, όπου ανήκε και ο Γιώργος Θεοτοκάς. Ακαδημαϊκός από το 1935 στράφηκε προς την ιδεολογική συντήρηση, γεγονός που προκάλεσε αντιφατικές γνώμες των συγχρόνων του για το πρόσωπό του. Τις εμπειρίες του από τα ταξίδια του και την περίοδο που ήταν πολεμικός ανταποκριτής και λοχίας στο Βαλκανικό μέτωπο, κατέγραψε στους τόμους "Από τα ταξίδια μου", "Αμερική" και "Πολεμικές σελίδες". Το θεατρικό έργο του παρουσιάζει έντονα τα σημάδια από τη δραματουργία του Ίψεν και τη φιλοσοφία του Νίτσε, ενώ ο προσανατολισμός της γραφής του είναι σαφώς κοινωνικός. Ιδρυτής του Θεάτρου Τέχνης (1925) και της Ελευθέρας Σκηνής (1929 με τη Μαρίκα Κοτοπούλη και το Δημήτρη Μυράτ), φοίτησε σε σκηνοθετικά εργαστήρια του Παρισιού το 1928 και το 1935 ανέλαβε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο θίασο Καινούριο Θέατρο της κυρίας Αλίκης και του Κώστα Μουσούρη. Η σκηνοθετική του δραστηριότητα συνέβαλε στην ανανέωση του αθηναϊκού θεατρικού ρεπερτορίου και στην ευθυγράμμισή του με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό, ενώ έγραψε και θεατρικά έργα όπως "Ο γιος του ίσκιου", "Το κόκκινο πουκάμισο", "Το άσπρο και το μαύρο", "Μια νύχτα, μια ζωή", "Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται", "Παπαφλέσσας", κ.α. Ασχολήθηκε επίσης με την ποίηση (στη νεανική του ηλικία), τη διηγηματογραφία και κυρίως με τη μυθιστορηματική ιστοριογραφία, όπου ξεχώρισε για τη γλαφυρότητα του ύφους του και την οικονομία της γραφής του. Πέθανε στην Αθήνα. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Σπύρου Μελά βλ. Νέστωρ Μάτσας, "Σπύρος Μελάς", περιοδικό "Νέα Εστία", τ. Μ΄, τχ. 947 (Χριστούγεννα 1966), σ.13, Δημήτρης Γιάκος, "Μελάς Σπύρος", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 10, Αθήνα: Χάρη Πάτση, χ.χ., Χ.Δ. Γουνελάς, "Μελάς Σπύρος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 6, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, "Σπύρος Μελάς", στο "Η παλαιότερη πεζογραφία μας· από τις αρχές της ως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο", τ. ΙΑ΄ (1900 - 1914), Αθήνα, Σοκόλης, 1998, σελ. 326-343, και Αλέξης Ζήρας, Χριστίνα Λύσσαρη, "Μελάς Σπύρος" στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007, σελ. 1378-79. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Μητσάκης, Μιχαήλ, 1863-1916
Μιχαήλ Μητσάκης (1868 ή 1863-1916). Οι πληροφορίες για τη ζωή του Μιχαήλ Μητσάκη αντλούνται από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό των Μπαρτ και Χηρστ και από αναφορές συγχρόνων του στο πρόσωπό του. Ως χρονολογία γέννησής του αναφέρεται το 1868, καθώς όμως αντιτίθεται σε άλλα στοιχεία γύρω από τη ζωή του συχνά αντικαθίσταται από το 1863. Γεννήθηκε στα Μέγαρα γιος του Αριστείδη και της Μαριγώς Μητσάκη, καταγόταν όμως από τη Σπάρτη, όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα και τέλειωσε το Γυμνάσιο. Μαθητής ακόμα εξέδωσε την βραχύβια εφημερίδα "Ταΰγετος". Το 1880 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του και ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη δημοσιογραφία συνεργαζόμενος αρχικά με το περιοδικό "Ασμοδαίος". Στη συνέχεια δημοσίευσε διάφορα άρθρα στις περισσότερες αθηναϊκές εφημερίδες, καθώς και σε πολλά περιοδικά, υπογράφοντας άλλοτε με το όνομά του (κυρίως στα λογοτεχνικά κείμενα) ή τα αρχικά του και άλλοτε με διάφορα ψευδώνυμα (Κρακ και Κόθορνος), ενώ σύμφωνα με πληροφορίες έγραψε και ανώνυμα άρθρα. Εξέδωσε τα ευθυμογραφικά έντυπα "Θόρυβος" και "Πρωτεύουσα" που κυκλοφόρησαν για μικρό χρονικό διάστημα. Υπήρξε συνιδρυτής του σατιρικού "Άστεος" μαζί με το Θέμο και Μπάμπη Άννινο και διευθυντής του "Ελληνικού Ημερολογίου" του Π.Δ. Σακελλαρίου. Η δημοσιογραφική του καριέρα υπήρξε λαμπρή, διακόπηκε όμως απότομα το 1896, λόγω κορύφωσης της πνευματικής ασθένειας του Μητσάκη που είχε ξεκινήσει δυο χρόνια πριν. Έκτοτε παρέμεινε διανοητικά πάσχων, φτάνοντας ως την παραφροσύνη. Από το 1914 και μέχρι το θάνατό του πέρασε τη ζωή του στο Δρομοκαΐτειο Φρενοκομείο, όπου πέθανε από πνευμονία. Το αρθρογραφικό έργο του Μητσάκη συγγενεύει στενά με τη λογοτεχνική παραγωγή του, η οποία εντάχθηκε στα πλαίσια της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας. Δημοσίευσε αφηγήματα, κριτικά δοκίμια, επιγράμματα και ποιήματα στα ελληνικά και τα γαλλικά. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Στο χώρο του γλωσσικού ζητήματος τάχτηκε θεωρητικά υπέρ της δημοτικής, χρησιμοποίησε όμως την απλή καθαρεύουσα, κυρίως λόγω της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας στο χώρο του Τύπου, όπου η δημοτική ήταν αποκλεισμένη. Οι γλωσσικές του αντιλήψεις βρίσκονται αναλυτικά εκφρασμένες στην επιστολή του "Η δήθεν δημώδης γλώσσα" (1888), στο κριτικό άρθρο του για τον Γεράσιμο Μαρκορά (1890), στο άρθρο του "Το γλωσσικόν ζήτημα εν Ελλάδι· μια φιλολογική σελίς εις δυο γλώσσας" (1892), γραμμένο δυο φορές, μια στην καθαρεύουσα ("Η θλίψις του μαρμάρου") και μια στη δημοτική ("Το παράπονο του μαρμάρου"). Το πεζογραφικό έργο του είναι γραμμένο σε μικτή γλώσσα (η αφήγηση σε απλή καθαρεύουσα, οι διάλογοι στη δημοτική). Επηρεάστηκε από τα ρεύματα του ρεαλισμού (και αργότερα του νατουραλισμού), και του αισθητισμού, καθώς ήταν ενημερωμένος γύρω από τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνία. Κυρίαρχο θέμα στο έργο του είναι η εσωτερική μετανάστευση, που κυριαρχούσε τότε στην Ελλάδα και η αστική ζωή στην Αθήνα. Στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να απεικονίσει την αποξένωση και την αλλοτρίωση ως συνέπειες της ζωής στην πόλη ο Μητσάκης υπέταξε το υλικό του στην στη λογική της αποδιοργάνωσης. Η δομή των έργων του είναι συχνά χαλαρή ή και απουσιάζει. Από τα έργα του αναφέρονται ενδεικτικά το πρώτο του διήγημα με τίτλο "Το βάπτισμα", η συλλογή αφηγημάτων με επιμέρους τίτλους "Αθηναϊκαί σελίδες", "Εικόνες και σκηναί", "Ταξειδιωτικαί εντυπώσεις", το αφήγημα "Εις Αθηναίος χρυσοθήρας", το οποίο εκδόθηκε αυτοτελώς το 1890, και το διήγημα "Αυτόχειρ". Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Μιχαήλ Μητσάκη βλ. Θ. Βελλιανίτης, "Μητσάκης Μιχαήλ", στη "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια", τ. 17, Αθήνα, Πυρσός, 1931, Χ.Δ. Γουνέλας, "Μητσάκης Μιχαήλ", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 6, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987, Μιχάλης Περάνθης, "Μητσάκης Μιχαήλ", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 10, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Γκότση Γεωργία, "Μιχαήλ Μητσάκης", στο "Η παλαιότερη πεζογραφια μας· από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο", τ. Στ΄ (1880-1900), Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Μιχάλης Γ. Μερακλής, Λαμπρινή Κουζέλη, "Μητσάκης Μιχαήλ", στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2007, καθώς και Αφιέρωμα στον Μιχαήλ Μητσάκη στην επιθεώρηση βιβλίου "The Athens Review of Books", τχ. 82, Μάρτιος 2017 (με αναλυτικό χρονολόγιο του συγγραφέα). (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μοσκόβης, Βασίλης Ε.
Βασίλης Μοσκόβης (1915-1994). Ο Βασίλης Μοσκόβης γεννήθηκε στη Σύμη. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και το Λονδίνο. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός και από το 1940 ως το 1945 διετέλεσε υποδιευθυντής της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αθηνών. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε επίσημα το 1947 με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων του Μικροί και μεγάλοι. Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, τιμήθηκε με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (για το έργο του Πειραιάς), το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (για το Πορτραίτα του σπιτιού μας). Εκτός από την ποίηση και την πεζογραφία ασχολήθηκε με τη μετάφραση και το δοκίμιο. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Βασίλη Μοσκόβη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Μοσκόβης Βασίλης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

Μουρσελάς, Κώστας
Ο Κώστας Μουρσελάς γεννήθηκε στον Πειραιά. Εκεί τελειώνει και το λύκειο. Το 1951, πρωτοετής φοιτητής της Νομικής, συλλαμβάνεται ως στέλεχος της ΕΠΟΝ και δικάζεται από έκτακτο στρατοδικείο της εποχής (υπόθεση Μπελογιάννη). Για χρόνια σπούδαζε βιολί, που το διέκοψε όταν άρχισε να τον θέλγει το θέατρο. Σπούδασε νομικά, αλλά λίγο πριν πάρει την άδεια δικηγόρου εγκατέλειψε τη δικηγορία και διορίστηκε ως δημόσιος υπάλληλος μέχρι το 1969, οπότε τον απέλυσε η Χούντα. Έκτοτε αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά -και επαγγελματικά πια- στο γράψιμο. Έργα του παίχτηκαν από θιάσους του Ελεύθερου Θεάτρου, από το Εθνικό Θέατρο, από το Θέατρο Τέχνης, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, από Δημοτικά Θέατρα, καθώς και από θιάσους του εξωτερικού (Γαλλία, Γερμανία, Κύπρος). Μερικοί τίτλοι γνωστών θεατρικών έργων του είναι: "Ενυδρείο", "Μαχαίρι στο κόκαλο", "Οι φίλοι", "Το αυτί του Αλέξανδρου", "Η κυρία δεν πενθεί", "Επικίνδυνο φορτίο", "Ω! τι κόσμος μπαμπά!", "Το δίκανο", "Ημιτελής συνουσία", κ.ά. Στο πλατύ κοινό έγινε γνωστός από τηλεοπτικές παρουσιάσεις έργων του ("Μικρές αγγελίες", "Σιγά η πατρίδα κοιμάται", "Το ρολόι") και από την περίφημη σατιρική σειρά του "Εκείνος και... Εκείνος", με πρωταγωνιστές τους Β. Διαμαντόπουλο και Γ. Μιχαλακόπουλο (130 θεατρικά μονόπρακτα). Το 1990 επανήλθε στην πεζογραφία εκδίδοντας το μυθιστόρημα "Βαμμένα κόκκινα μαλλιά" (εκδ. "Κέδρος", νέα οριστική έκδοση "Ελληνικά Γράμματα", 2006), που οι πωλήσεις του ξεπέρασαν, συνολικά, τις διακόσιες χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τουρκικά και εβραϊκά. Ακολούθησαν διηγήματα, νουβέλες, καθώς και το μυθιστόρημα "Το παιχνίδι των τεσσάρων" που το συνέγραψε με τους Π. Τατσόπουλο, Γ. Σκούρτη και Α. Σουρούνη. Το 2000 εξέδωσε το μυθιστόρημα "Κλειστόν λόγω μελαγχολίας", που ξεπέρασε τις σαράντα χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράστηκε στα τουρκικά. Τελευταίο του βιβλίο είναι η συλλογή διηγημάτων "Ο πόθος καίει τα σωθικά" ("Κέδρος", 2004). Έχει γράψει, ακόμη, αισθητικά δοκίμια, καθώς και πολλές επιφυλλίδες δημοσιευμένες στην εφημερίδα "Τα Νέα", στη στήλη "Κουβεντιάζοντας".

Νάκου, Λιλίκα
Λιλίκα Νάκου (1904-1989). Η Λιλίκα Νάκου γεννήθηκε στη συνοικία της Πλάκας στην Αθήνα, κόρη του δικηγόρου Λουκά Νάκου και της αριστοκρατικής καταγωγής Ελένης Παπαδοπούλου. Ο πατέρας της ήταν σοσιαλιστής και διετέλεσε δυο φορές υπουργός με την παράταξη του Βενιζέλου. Η μητέρα της ήταν αδελφή της λογοτέχνιδας Αρσινόης Παπαδοπούλου. Η Νάκου μαθήτευσε στο ιδιωτικό δημοτικό σχολείο της Χιλλ. Όταν ήταν δώδεκα ετών οι γονείς της χώρισαν και η ίδια εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της στη Γενεύη, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο, πήρε μαθήματα πιάνου και σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου της Γενεύης. Μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου έφυγε με τη μητέρα της για το Παρίσι. Σπούδασε γαλλική λογοτεχνία στη Σορβόννη, ήρθε σε επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους του Παρισιού μέσω του Henry Barbusse (που σχετιζόταν με τον πατέρα της, ο οποίος την ίδια περίοδο διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στο Παρίσι) και εργάστηκε σε γαλλικούς εκδότες ως lectrisse. Στη Γαλλία γνωρίστηκε επίσης με τους Romain Rolland και Miguel de Unamuno. Στην Ελλάδα επέστρεψε στις αρχές της δεκαετίας του ʼ30 και λόγω οικονομικών προβλημάτων εργάστηκε από το 1934 ως δασκάλα Ωδικής, αρχικά στο Ρέθυμνο και στη συνέχεια στα Πατήσια. Την ίδια χρονιά πέθανε ο πατέρας της. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε τη διδασκαλία και αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Ακρόπολις και το Έθνος (ανταποκρίτρια και στο εξωτερικό), καθώς και με τα περιοδικά Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Φιλολογική Πρωτοχρονιά, Ο κύκλος κ.α. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έχασε τη μητέρα της από την πείνα, έπεσε σε οικονομική εξαθλίωση, σώθηκε από λιμοκτονία από τον Ερυθρό Σταυρό, ανέπτυξε δράση υπέρ των διωγμένων κομμουνιστών και εργάστηκε εθελοντικά στο νοσοκομείο παίδων της ριζαρείου. Μετά την απελευθέρωση επισκέφτηκε ξανά την Ελβετία και ταξίδεψε στο εξωτερικό για οχτώ χρόνια περίπου. Η υγεία της γνώρισε έντονα προβλήματα ήδη πριν τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της επισκεπτόταν συχνά την Ικαρία για θεραπευτικούς λόγους. Πέθανε στην Αθήνα. Την πρώτη της εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε στο Παρίσι, δημοσιεύοντας διηγήματα και νουβέλες σε περιοδικά όπως τα Monde, Clarte, Nouvelles Litteraires. Το 1928 η Γαλάτεια Καζαντζάκη δημοσίευσε μετάφραση της Φωτεινής της Νάκου από τα γαλλικά στην εφημερίδα Πρωία. Γνωστή στην Ελλάδα έγινε ωστόσο το 1932 με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Η Ξεπάρθενη, ενώ την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με το Νίκο Καζαντζάκη και μπήκε στο λογοτεχνικό κύκλο της Δεξαμενής (Βάρναλης, Θεοτόκης, Καμπύσης κ.α.), μέσω του οποίου ήρθε σε επαφή με τη νεοελληνική λογοτεχνία. Μέχρι τότε τα διαβάσματά της στρέφονταν σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο της γαλλικής και ρωσικής λογοτεχνίας (ιδιαίτερα θαύμαζε τους Ντοστογιέφσκι και Τολστόι). Η Λιλίκα Νάκου τοποθετείται στο χώρο της μεσοπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας. Η γραφή της στηρίζεται πάντα σε προσωπικά της βιώματα και κινείται στα πλαίσια του κοινωνικού και ψυχογραφικού ρεαλισμού. Με την Ξεπάρθενη δημιούργησε αίσθηση ως νεοεμφανιζόμενη λογοτέχνιδα, καθώς υπήρξε μια από τις εισηγήτριες της επηρεασμένης από το φεμινιστικό κίνημα γραφής. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Λιλίκας Νάκου βλ. Κοκκίνης Σπύρος, «Aνέκδοτη βιογραφία της Λιλίκας Νάκου», Πάροδος 7, 4/1991, σ.496-498, Μαυροειδή - Παπαδάκη Σοφία, «Νάκου Λιλίκα», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Νάκας Θανάσης, Συνέντευξη με τη Λιλίκα Νάκου, Τομές48, 5/1979, σ.4-15, Ζήρας Αλεξ., «Νάκου Λιλίκα», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 7. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987 και Παρίσης Νικήτας, «Λιλίκα Νάκου», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Στ΄, σ.184-202. Αθήνα, Σοκόλης, 1993. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.