Διαγωνισμοί Print on demand Bookstore Κριτικές και Παρουσιάσεις Συγγραφείς Νέα και Εκδηλώσεις Αφιερώματα και άλλα Advanced Search
Θαμπή Αμερική

Θαμπή Αμερική
Τέσσερα δυνατά διηγήματα, τέσσερις διαφορετικές οπτικές γωνίες, τέσσερις διαφορετικοί τρόποι γραφής: τα διηγήματα "Αυτός" της Κάθριν Αν Πόρτερ, "Μια Παρασκευή πρωί" του Λάνγκστον Χιουζ, "Άντρας και γυναίκα" του Έρσκιν Κάλντγουελ και "Η φυλακή" του Μπέρναρντ Μάλαμουντ δίνουν όλα τη σκοτεινή όψη μιας κοινωνικής πραγματικότητας του, κατά τα άλλα, πολύχρωμου Νότου.

Τέσσερις μεγάλοι Αμερικάνοι συγγραφείς εστιάζουν στα σημεία όπου η λάμψη του "αμερικανικού ονείρου" θαμπώνει και σβήνει, μην έχοντας καν αγγίξει τη μοίρα των ανθρώπων. Όσο διαφορετικά κι αν είναι τα σημεία εκκίνησης, οι συνθήκες, οι καταστάσεις και τα ερεθίσματα, τελικά οι εξελίξεις αυτών των τεσσάρων ιστοριών συγκλίνουν και οδηγούν τους ήρωές τους στο κοινό αδιέξοδο.

Σε όλες τις ιστορίες είναι εντυπωσιακά έντονη η παρουσία του στοιχείου της τραγικής ειρωνείας, αλλά και η ύπαρξη μιας άσβεστης σπίθας αισιοδοξίας, μιας ακατάβλητης δύναμης, ενός ταπεινού "πείσματος" που συνεχίζει, στο διηνεκές, να συντηρεί τις αποκαμωμένες ψυχές.


Σημείωση: Πρόλογος: Τάκης Μενδράκος.

19χ12 εκ., 92 σελίδες
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Ονομασία σειράς: Ξένη Λογοτεχνία
Τόπος έκδοσης: Αθήνα
Ταξινόμιση DDC: 813.008 (Αμερικανική πεζογραφία - Διήγημα - Συλλογές)
Άλλα πρόσωπα: Τάκης Μενδράκος (Μεταφραστής)
ISBN: 978-960-283-292-9
ISBN (10ψήφιο): 960-283-292-4
Βάρος: 0.13 κιλά
Εκδότης: Ροές
Έτος Κυκλοφορίας: 2008
Γράψε τη δική σου κριτική
10.65
  • Twitter
  • Delicious
  • Designfloat
  • Digg
  • StumbleUpon

9.48
Προσθήκη στη Wishlist Share it


Πληροφορίες

Caldwell, Erskine Preston
Ο Erskine Caldwell (1903-1987) γεννήθηκε στο Μόρλαντ της Τζώρτζια. Ο πατέρας του ήταν ένας φτωχός πρεσβυτεριανός ιερέας ο οποίος, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο ετήσιο εισόδημα, περιφερόταν από εκκλησία σε εκκλησία. Η οικογένειά του τον ακολουθούσε και, έτσι, βρισκόταν σε συνεχή μετακίνηση, διατρέχοντας ολόκληρο τον αμερικανικό Νότο. Δεκαεπτά χρόνων ο νεαρός Erskine εγκαταλείπει τους γονείς του και ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του σ΄ ένα σχολείο της Νότιας Καρολίνας. Στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1920, παρακολουθεί μαθήματα στο πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια (χωρίς να αποφοιτήσει), εργαζόμενος συγχρόνως σε διάφορες δουλειές: είναι η εποχή κατά την οποία ο μελλοντικός συγγραφέας ευαισθητοποιείται πολιτικά ως προς τα προβλήματα της εργατικής τάξης, αλλά και συλλέγει πλούσιες εμπειρίες από τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου. Για ένα διάστημα εργάζεται ως έκτατος ρεπόρτερ σε εφημερίδα της Ατλάντα και τελικά εμφανίζεται στα γράμματα με δύο νουβέλες κοινωνικής κριτικής (Bastard, 1929, Poor Fool, 1930). Το πρώτο βιβλίο, μάλιστα, θα απαγορευτεί από τις αρχές και τα αντίτυπα θα κατασχεθούν -ίσως απλώς και μόνο λόγω του τίτλου. Η επιτυχία έρχεται το 1932 με το μυθιστόρημα "Tobacco Road" (στα ελληνικά: "Καπνοτόπια", μτφ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστη), το οποίο θα διασκευαστεί για το θέατρο: η παράσταση ανεβαίνει στο Μπρόντγουει και παίζεται επί επτά χρόνια! Επιτυχημένο είναι και το επόμενο μυθιστόρημα του, "God΄s Little Acre" (1933) - αν και, σε μια επίσκεψη στη Νέα Υόρκη για μια λογοτεχνική εκδήλωση, οι αρχές τον συλλαμβάνουν και κατάσχουν και πάλι τα αντίτυπα του βιβλίου. Στην επακόλουθη δίκη, ωστόσο, ο Caldwell απαλλάσσεται πλήρως από κάθε κατηγορία και περνά στην αντεπίθεση καταθέτοντας μήνυση για παράνομη σύλληψη και παρενόχληση από τις αρχές. Η επιτυχία του, του επιτρέπει πλέον να ζει με σχετική άνεση και, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, διατηρεί με την πρώτη του σύζυγο ένα βιβλιοπωλείο στο Μαίην. Στη συνέχεια παντρεύτηκε τη φωτογράφο Margaret Bourke - White, με την οποία συνυπογράφουν το 1937 ένα εξαιρετικό βιβλίο-μαρτυρία για τους φτωχούς αγρότες στην Τζώρτζια, με τίτλο "You Have Seen Their Faces". Θα ακολουθήσουν και άλλα βιβλία αυτού του είδους, όπως το "Say

Hughes, Langston
Γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1902 στο Τζόπλιν του Μισούρι. Εκτός από ποιητής ήταν πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, και αρθρογράφος. Εκθειάστηκε ως πρωτεργάτης της "Αναγέννησης του Χάρλεμ" στη δεκαετία του ΄20, και ήταν ο πρώτος Τζαζ ποιητής της Αμερικής. Πέθανε στις 22 Μαΐου του 1967 λόγω μετεγχειρητικών επιπλοκών ύστερα από επέμβαση για καρκίνο του προστάτη.

Malamud, Bernard
Ο Bernard Malamud (1914-1986) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς του ήταν Ρωσοεβραίοι εμιγκρέδες που διατηρούσαν ένα μικρό μπακάλικο στο Μπρούκλιν. Ο Bernard πηγαίνει σε διάφορα δημόσια σχολεία και το 1936 αποφοιτά από το City College της Νέας Υόρκης. Δουλεύει παράλληλα ως εκπαιδευόμενος δάσκαλος και το 1942, μην έχοντας στρατευθεί, ως προστάτης οικογενείας, παίρνει και το Μάστερ από το Columbia University. Τα επόμενα χρόνια εργάζεται ως δάσκαλος σε νυχτερινά σχολεία με ενήλικους μαθητές. Το 1945 παντρεύεται την ιταλικής καταγωγής Ann de Chiara, παρά τις αντιδράσεις και των δύο οικογενειών. Απόφοιτος του Cornell και η ίδια, θα τον συντροφεύει ως το θάνατό του, και θα είναι πάντα η πρώτη που θα διαβάζει (και θα δακτυλογραφεί...) τα χειρόγραφά του. Θα αποκτήσουν ένα γιο και μια κόρη. Το 1949, ο Malamud αρχίζει να διδάσκει έκθεση σε πρωτοετείς του Oregon State University, καθώς όμως δεν έχει διδακτορικό, δεν του επιτρέπεται να διδάξει λογοτεχνία. Αν και έχει αρχίσει να γράφει κάποια πρώτα διηγήματα και να τα δημοσιεύει σε περιοδικά ήδη από το 1943, είναι στα χρόνια του Όρεγκον που αποκτά τη συνήθεια να αφιερώνει τρεις ημέρες της εβδομάδας στο γράψιμο. Το 1961 αφήνει το Όρεγκον για να διδάξει δημιουργική γραφή στο Bennington College, στο Βερμόντ- μια θέση που θα κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Malamud ολοκληρώνει το πρώτο του μυθιστόρημα το 1948- αυτό το έργο όμως θα μείνει ανέκδοτο, μια και ο ίδιος θα κάψει αργότερα τα χειρόγραφα. Το πρώτο του βιβλίο που τελικά θα εκδοθεί, ένα μυθιστόρημα με θέμα έναν αστέρα του μπέιζμπολ, κυκλοφορεί το 1952 με τίτλο "The Natural" και περνά μάλλον απαρατήρητο. Πολλά χρόνια αργότερα, ωστόσο, θα γυριστεί σε ταινία από τον Barry Levinson με πρωταγωνιστή τον Robert Redford (1984, ελληνικός τίτλος: "Ο Καλύτερος"). Στο δεύτερο μυθιστόρημά του, με τίτλο "The Assistant" (1957, στα ελληνικά: "Ο βοηθός", μτφ. Θάνος Ελισαίος, εκδ. ΑΣΕ), ο Malamud αντλεί από τα παιδικά του βιώματα για να περιγράψει έναν Εβραίο έμπορο του Μπρούκλιν. Το 1958 κυκλοφορεί και η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο "The Magic Barrel" (στα ελληνικά: "Το μαγικό βαρέλι", μτφ. Μάνθος Κρίσπης, εκδ. Γράμματα) που θα κερδίσει το National Book Award. Ακολουθούν τα μυθιστορήματα "A New Life" (1961), εμπνευσμένο από τα χρόνια του στο Oregon State University, και "The Fixer" (1966), που του αποφέρει τόσο το National Book Award όσο και το βραβείο Pulitzer. Το βιβλίο έχει θέμα του τον αντισημιτισμό στα χρόνια της τσαρικής Ρωσίας και γυρίζεται επίσης σε ταινία (1968, ελληνικός τίτλος: "Ο άνθρωπος από το Κίεβο") από τον John Frankenheimer, με τους Alan Bates και Dirk Bogarde. Από τα υπόλοιπα βιβλία του ξεχωρίζουν η συλλογή διηγημάτων "Pictures of Fidelman" (1969), και τα μυθιστορήματα "The Tenants" (1971), "Dubin΄s Lives" (1979) και "God΄s Grace" (1982, στα ελληνικά: "Η τελευταία χάρη", μτφ. Γιάννης Κωστόπουλος, εκδ. Ψυχογιός). Το θεματικό πεδίο του Malamud είναι αρκετά ευρύ, η ηθική ευαισθησία του ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη και η σκωπτική του διάθεση καταφεύγει σχεδόν πάντοτε σε ευρηματικές λύσεις. Αν και ο ίδιος θεωρούσε ότι είχε κατά κύριο λόγο επηρεαστεί από τον Mark Twain και τον Nathaniel Hawthorne, η εβραϊκή και "γίντις" πτυχή του έργου του είναι πολύ έντονη. Οι ήρωες του, απλοί άνθρωποι τους οποίους περιγράφει με τρυφερότητα και συμπόνια, είναι εγκλωβισμένοι σε μια άχαρη ζωή και, όποιο κι αν είναι το σκηνικό της ιστορίας τους (ο κόσμος του μπέιζμπολ, το γκέτο του Μπρούκλιν, η τσαρική Ρωσία, η αμερικανική Δύση ή ένα κατεδαφιστέο κτίριο της Νέας Υόρκης), ονειρεύονται ένα νέο ξεκίνημα, προτάσσοντας όμως πάντα την ηθική και υπερβαίνοντας τελικά κάθε εγωισμό τους. Ο Bernard Malamud πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1986. Το έργο του θεωρείται μάλλον μικρό σε έκταση: του άρεσε να γράφει αργά και προσεκτικά, με αποτέλεσμα να προσφέρει ένα σύνολο μονάχα επτά μυθιστορημάτων και 54 διηγημάτων. Κι όμως, αυτά ήταν αρκετά για να τον κατατάξουν μεταξύ των κορυφαίων Αμερικανοεβραίων συγγραφέων, μαζί με τους Saul Bellow και Philip Roth.

Porter, Katherine Anne
Η Katherine Anne Porter, το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Callie Russel Porter, γεννήθηκε στο Τέξας. Η οικογένειά της περηφανευόταν για την καταγωγή της από τον Daniel Boon, πιονιέρο ήρωα του 18ου αιώνα. Η μητέρα της πέθανε το 1892, και την ανατροφή των παιδιών ανέλαβε η γιαγιά Catherine Anne Porter (το όνομα της οποίας θα υιοθετήσει αργότερα η Callie). Μετά το θάνατο και της γιαγιάς, η οικογένεια άρχισε να περιπλανιέται σε διάφορες πόλεις του Τέξας και της Λουϊζιάνα. Εξαιτίας αυτού του τρόπου ζωής, η Callie δεν μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα πέραν του δημοτικού, παρά μόνο σποραδικά στα κατά τόπους σχολεία. Σε ηλικία 16 ετών, η Callie εγκαταλείπει το σπίτι της για να παντρευτεί το γιο ενός πλούσιου Τεξανού. Ο σύζυγός της αποδεικνύεται μέθυσος και βάναυσος -τον εγκαταλείπει το 1914 και φεύγει για το Σικάγο, όπου εργάζεται ως κομπάρσος σε κινηματογραφικές παραγωγές. Τον επόμενο χρόνο επιστρέφει στο Τέξας, εμφανίζεται ως ηθοποιός και τραγουδίστρια με περιοδεύοντες θιάσους και παίρνει διαζύγιο -αλλάζοντας πλέον και το όνομά της σε Katherine Anne Porter. Θα περάσει τα δύο επόμενα χρόνια σε σανατόρια, μέχρις ότου αποδειχθεί ότι πάσχει από βρογχίτιδα και όχι από φυματίωση. Το 1917 αρχίζει να γράφει κριτικές θεάτρου και "κοινωνικά" σε μια εφημερίδα του Φορτ Γουόρθ, στο Τέξας, και, αργότερα, σε μια εφημερίδα του Ντένβερ, στο Κολοράντο. Το 1919 εγκαθίσταται στο Γκρήνουιτς Βίλλατζ, στη Νέα Υόρκη, και ζει πλέον γράφοντας -ανωνύμους- για τρίτους. Την επόμενη χρονιά φεύγει για το Μεξικό, για να εργαστεί σε ένα περιοδικό. Είναι πλέον πολιτικοποιημένη και, κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο Μεξικό, σχετίζεται με τους εκεί αριστερούς κύκλους και γνωρίζεται με το ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα. Την περίοδο 1920-1930 ζει μεταξύ Μεξικού και Νέας Υόρκης και αρχίζει να δημοσιεύσει πεζά της σε περιοδικά. Το 1930 κυκλοφορεί και η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Flowering Judas and Others Stories", και συναντά πολύ καλή υποδοχή από την κριτική. Το 1931 κερδίζει μια υποτροφία Guggenheim και φεύγει για την Ευρώπη (Βερολίνο, Βασιλεία, Μαδρίτη), όπου της δίνεται η ευκαιρία να σπουδάσει αλλά και να γράψει. Ακολουθεί και άλλη υποτροφία, από το Pale Horse, Pale Rider του 1939. Τα νέα της έργα δεν διαψεύδουν όσους την έχουν χαρακτηρίσει σπουδαία στιλίστα. Στην προσωπική της ζωή, ωστόσο, έχουν μεσολαβήσει άλλοι τρεις αποτυχημένοι γάμοι και μια σειρά από αποβολές -η Πόρτερ δεν θα γίνει τελικά ποτέ μητέρα. Το 1944, η "Μις Πόρτερ", όπως την αποκαλούν, εκδίδει μία ακόμα συλλογή από εννιά νουβέλες (The Leaning Tower and other Stories), με έντονο το στοιχείο των αναμνήσεων από την παιδική της ηλικία, και ακολουθεί μια συλλογή δοκιμίων (The Days Before, 1952). Αλλά ο θρίαμβος έρχεται το 1962, με το μοναδικό της μυθιστόρημα, "The Ship of Fools". Μπορεί να μην είναι το καλύτερό της έργο (ιδίως αν συγκριθεί με τη συγκεντρωτική έκδοση "The Collected Stories of Katherine Anne Porter", του 1965), όμως το βιβλίο αυτό θα της προσφέρει για πρώτη φορά, στα 72 της χρόνια, μια κάποια οικονομική άνεση: εκείνη τη χρονιά, είναι το μυθιστόρημα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην Αμερική, ενώ η πώληση των δικαιωμάτων για την κινηματογραφική μεταφορά του θα αποφέρει επίσης ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Το 1966, το "Collected Stories" κερδίζει το βραβείο Pulitzer αλλά και το National Book Award. Το 1977, κυκλοφορεί το "The Never-Ending Wrong" με θέμα την πολύκροτη υπόθεση Σάκκο και Βαντσέττι -για την καταδίκη και εκτέλεση των οποίων είχε και η ίδια (όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων) διαμαρτυρηθεί πενήντα χρόνια νωρίτερα. Η Katherine Anne Porter πέθανε το 1980 και ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της γενέτειράς της, στο Τέξας, δίπλα στον τάφο της γιαγιά της.

SSL Certificate
SSL Certificate

MasterCard Visa
Acceptance Mark Diners
* Powered by Pramnos Hosting LTD., designed by typorg.com.